TULISOFALA OF ASHIYYUR, 7 ΡΗΤΑ (με βάση την αγγλική μετάφραση της Leisha Tanner)


We imagine that we have some control over events. But in fact we are all adrift in currents and eddies that sweep us about, carrying some downstream to sunlit banks, and others onto the rocks.

Φανταζόμαστε πως έχουμε κάποιο έλεγχο πάνω στα γεγονότα. Στην πραγματικότητα όμως είμαστε όλοι έρμαια ρευμάτων και δινών που μας σαρώνουν, οδηγώντας μερικούς προς τις εκβολές, σε ηλιόλουστες όχθες, και άλλους πάνω στα βράχια.

The measure of a civilization is in the courage, not of its soldiers, but of its bystanders.

Το μέτρο ενός πολιτισμού έγκειται στο θάρρος, όχι των στρατιωτών του, αλλά όσων είναι απλοί θεατές των γεγονότων.

Boundaries have no existence save on charts or in small minds. Nature does not draw lines.

Τα όρια δεν έχουν καμιά ύπαρξη παρά μόνο στους χάρτες και τα μικρά μυαλά. Η φύση δεν τραβά γραμμές.

If you would grasp the reason for your existence, and reach the limits of what may be known, you must live on the edge. Get away from the crowds that distract and deflect. It is why we love mountaintops and deserted beaches.

Αν είναι να συλλάβεις το λόγο της ύπαρξής σου και να φτάσεις στο όριο όσων μπορούν να γίνουν γνωστά, πρέπει να ζήσεις παράμερα. Φύγε μακριά από τα πλήθη που αποσπούν και εκτρέπουν την προσοχή. Αυτός είναι κι ο λόγος που αγαπάμε τις βουνοκορφές και τις απόμερες παραλίες.

Truth comes in two formats: insights, and collisions with reality.

Η αλήθεια έρχεται σε δύο μορφές: ενοράσεις και συγκρούσεις με την πραγματικότητα

A dream that survives becomes myth. And, ultimately, dogma.

Ένα όνειρο που επιβιώνει γίνεται μύθος και εντέλει δόγμα

Justice and mercy are the cornerstones of a correct life; justice because it is demanded by nature; and mercy because justice erodes the soul.

Η δικαιοσύνη και το έλεος είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι μιας ορθής ζωής. Η δικαιοσύνη, επειδή την ζητά η φύση. Το έλεος, επειδή η δικαιοσύνη προκαλεί διάβρωση της ψυχής.

[Αll Tulisofalas'  Quotes via Jack McDevitt, A Talent for War]


Henry Wadsworth, Delia


Sweet as the tender fragrance that survives,
When martyred flowers breathe out their little lives,
Sweet as a song that once consoled our pain,
But never will be sung to us again,
Is thy remembrance. Now the hour of rest
Hath come to thee. Sleep, darling: it is best

Γλυκιά η ανάμνησή σου, καθώς λεπτή ευωδιά που επιζεί,
όταν βασανισμένα άνθη τις ζωούλες τους ωσάν πνοή αφήνουν.
Γλυκιά σαν άσμα που κάποτε απάλυνε τον πόνο μας,
αλλά ποτέ δε θα τραγουδηθεί ξανά για μας. 
Μα τώρα ήρθε για σε η στιγμή ν’ αναπαυτείς. 
Κοιμήσου, αγάπη: είναι το καλύτερο.

Henry Wadsworth, The Song of Hiawatha, xiv


 Great men die and are forgotten,
Wise men speak; their words of wisdom
Perish in the ears that hear them,
Do not reach the generations
That, as yet unborn, are waiting
In the great, mysterious darkness
Of the speechless days that shall be

Μεγάλοι άνδρες πεθαίνουν, ξεχνιούνται,
σοφοί ομιλούν. Μα της σοφίας οι λόγοι τους
χάνονται στ’ αυτιά που ακούνε,
δεν φτάνουν ως τις γενιές
τις ακόμη αγέννητες που προσμένουν
στο μέγα μυστήριο σκότος
των αμίλητων ημερών μιας μέλλουσας ύπαρξης.

Henry Wadsworth, Tales of a Wayside Inn 1874



Πλοία που περνούν μες στη νύχτα και μιλούν μεταξύ τους στο διάβα,
μόνο ένα σινιάλο, μια φωνή μακρινή στο σκοτάδι.
Έτσι δα στον ωκεανό της ζωής περνάμε κι ο ένας μας στον άλλο μιλάμε,
ένα βλέμμα μονάχα, μια φωνή, μετά πάλι ξανά σιγή και σκοτάδι.

Ships that pass in the night, and speak each other in passing,
Only a signal shown and a distant voice in the darkness;
So on the ocean of life we pass and speak one another,
Only a look and a voice, then darkness again and a silence.

Paul Laurence Dunbar, 1872 - 1906, Ships That Pass in the Night



Πέρα στον ουρανό μεγάλα και σκοτεινά τα νέφη συνάζονται.
Μέσα στην πλέρια τη νύχτα κοιτώ μακριά
όπ’ ακούω ήχο βαθύ κανονιού και επίσημο  
και πιάνω τη λάμψη τυχαίου φωτός
να μου λέει πως το πλοίο που ψάχνω περνάει, περνάει.

Δακρυσμένα τα μάτια μου της ψυχής την πληγή την βαθιά καθρεφτίζουν:
θα χαιρέταγα και θ΄ ανέβαινα σε τούτο το πλοίο των πλοίων.
Ικετεύοντας τα χέρια μου απλώνω, κραυγάζω με δύναμη,
μα η φωνή μου πέφτει νεκρή λίγο πιο πέρα απ’ τα χείλη μου.
Μονάχα ο ίσκιος της φτάνει ως το σκάφος που περνάει, περνάει.

Ω  Γη, Ουρανέ, Ωκεανέ, επικυρίαρχοι,
ω καρδιά και ψυχή μου που το σκότος το τρέμει!
Για με δεν υπάρχει ελπίδα; Δεν υπάρχει τρόπος κανείς
για να δω, ν’ ανέβω σ' ετούτο το πλοίο που σπεύδει
και χάνεται απ’ την ακοή και το βλέμμα, καθώς περνάει, περνάει;


Out in the sky the great dark clouds are massing;
   I look far out into the pregnant night,
Where I can hear a solemn booming gun
   And catch the gleaming of a random light,
That tells me that the ship I seek is passing, passing.

My tearful eyes my soul’s deep hurt are glassing;
   For I would hail and check that ship of ships.
I stretch my hands imploring, cry aloud,
   My voice falls dead a foot from mine own lips,
And but its ghost doth reach that vessel, passing, passing.

O Earth, O Sky, O Ocean, both surpassing,
   O heart of mine, O soul that dreads the dark!
Is there no hope for me? Is there no way
   That I may sight and check that speeding bark
Which out of sight and sound is passing, passing?

Οι δελφικές τελετές "Ηρωίς" και "Χάριλα" (από τη Μυθική Αναζήτηση)

     

Η ελληνική λέξη ἡρωίς, η ηρωίδα, αποτελεί το θηλυκό τύπο της λέξης ἥρως (ήρωας). Με το όνομα Ηρωίς και Χάριλα ήταν γνωστές δελφικές γιορτές του διονυσιακού κύκλου. Στην αρχαιότητα με το όνομα Ηρωίς ονομάζονταν οι  γυναικείες μυστηριακές εορτές των θυιάδων ιερειών των Δελφών, αλλά ίσως και των θρησκευτικών κέντρων της Λέρνης και της Τροιζήνος, προς τιμήν του αφυπνιζόμενου θεού Διόνυσου (Ήρωας Θεός) και της θεομήτορος Σεμέλης... Οι τελετές γιορτάζονταν κάθε οκτώ χρόνια, σε  ανάμνηση της επανόδου της Σεμέλης, μητέρας του θεού, από τον Άδη. Θεωρούνταν ως μια  βακχική μυστικιστική εορτή που τελούνταν κατά την περίοδο του χειμώνα στους Δελφούς. Τα λεγόμενα στην εορτή αυτή τα γνώριζαν μόνο οι γυναίκες που συμμετείχαν. Στη γιορτή της Ηρωίδος έπαιρναν μέρος μόνο οι Θυιάδες και το περιεχόμενο των δρώμενων ήταν η αναγωγή της Σεμέλης, μητρός του Διονύσου, από τον Άδη στο πάνω κόσμο, δηλαδή την επαναφορά της από τον θάνατο στη ζωή. μια αναγωγή που σύμφωνα με την παράδοση έγινε από τον ίδιο το Διόνυσο και την οδήγησε στον Όλυμπο με το όνομα Θυώνη.
    Χάριλα καλούνταν καθαρτικές και γονιμικές τελετές στους Δελφούς, οι οποίες γιορταζόταν επίσης κάθε οκτώ χρόνια. Σχετίζονταν με την αναγέννηση της φύσης. Κατά τη διάρκεια της γιορτής μαστίγωναν μια κούκλα, την κρεμούσαν και τέλος την έθαβαν με μια θηλιά στο λαιμό. Η Χάριλα ήταν σύμφωνα με την παράδοση ένα φτωχό και ορφανό κορίτσι. Σε εποχή λιμού πήγε στο βασιλιά των Δελφών να παρακαλέσει για τροφή. Εκείνος την έδιωξε κτυπώντας την στο πρόσωπο με το σανδάλι του. Μετά από αυτό το κορίτσι πήγε και κρεμάστηκε από την ντροπή του. Καθώς ο λιμός συνεχιζόταν και απλώθηκε στη χώρα αρρώστια, το μαντείο διέταξε τους Δελφούς να εξιλεώσουν τον άδικο θάνατο της Χάριλας. Αφού βρήκαν το πτώμα, τέλεσαν μία θυσία καθαρμού, την οποία τελούσαν μετά κάθε οχτώ χρόνια  (ο Πλούταρχος μιλά για ενναετηρίδα)
        Σύμφωνα με το τυπικό της αναπαράστασης, ο κορυφαίος θρησκευτικός αξιωματούχος υπεδύετο τον Βασιλιά και στεκόταν μπροστά από το πλήθος, μοιράζοντας κριθάρι και λαχανικά σε πολίτες και ξένους. Τότε έφερναν ένα ομοίωμα της Χάριλας και αφού το άγγιζαν όλοι, ο Βασιλιάς το μαστίγωνε με το σανδάλι του. Κατόπιν η κορυφαία Ιέρεια των Θυιάδων έπαιρνε το ομοίωμα και το πήγαινε σε μια ρεματιά. Εκεί, αφού του έδεναν ένα σκοινί γύρω από το λαιμό του, το έθαβαν στο σημείο που είχαν θάψει και τη Χάριλα.

John Keats, Bright Star (μετάφραση Ευστράτιος Σαρρής)



Ἄστρο λαμπρό, ὅπως καὶ σὺ νά ’ταν ν’ ἀκινητῶ,
μὰ ὄχι νὰ φέγγω μοναχός, νύχιος μετέωρος δείκτης,
μὲ βλέφαρα ποὺ δὲν σφαλνοῦν αἰώνια, νὰ θωρῶ
-τῆς φύσεως καρτερικὸς κι ἄγρυπνος ἐρημίτης-

τὰ ὕδατα, νὰ κυματοῦν σ’ ἱερουργία παληά,
καὶ τοῦ ἀνθρώπου τὶς ἀκτές, παγκόσμια, νὰ ἐξαγνίζουν·
ἢ ν’ ἀτενίζω, νηόστρωτη κι ἀφράτη, τὴν θωριὰ
χιονιοῦ, ποὺ βάλτους καὶ βουνὰ σκέπασε καὶ λευκίζουν…

Ὄχι! Μὰ λέω ν’ ἀκινητῶ κι ἄφθαρτος νὰ ξαπλώνω
στῆς ὄμορφης ἀγάπης μου τὰ στήθια τὰ μεστά·
νὰ νιώθω, αἰώνια, ἁπαλὰ πῶς πνέουν, πῶς φουσκώνουν,
κι, αἰώνια, τρικύμισμα γλυκὸ νὰ μὲ ξυπνᾶ.

Κι ἀκόμα λέω ν’ ἀγροικῶ τὴν τρυφερὴ ἀναπνοιά της,
κ’ ἔτσι νὰ ὑπάρξω· ἢ ἂς χαθῶ μὲς στὴν λιγοθυμιά της.


[ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΤΟΥ]

http://saritori.blogspot.com/2015/11/bright-star_15.html

Dan Simmons, Martin Silenus (Hyperion Cantos)


To 1989 o Dan Simmons εξέδωσε το πολυβραβευμένο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας Hyperion με πλήθος αναφορών στην κλασική και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για το "λογοτεχνικότερο" βιβλίο ΕΦ των τελευταίων δεκαετιών. Ένας από τους κύριους χαρακτήρες είναι ο ποιητής Martin Silenus, αντιπαθητικός και αξιαγάπητος ταυτόχρονα, ο οποίος μέλλεται να κερδίσει την αιώνια δόξα με τα ποιήματά του.

Lord Dunsany, Νύχτα / Night (Μετάφραση Ευστράτιου Σαρρή)



Στὴν ἔρημην, πέφτει τὸ βράδυ,
Σαχάρα· σπίθα μὲ τὴν σπίθα
Ἄραβες, ποιοὶ ἦσαν δὲν κατεῖχα,
φωτιὲς ἀνάβουν στὸ σκοτάδι.

Κόκκοι τῆς στάχτης στὸν καπνὸ
κ’ ἕνας μικρὸς πῶς νὰ μαντέψει
ποιὰ ἡ φλόγα ποὔχει τον χωνέψει
ἢ γιὰ ποιόν, τρέχει, προορισμό;

Στὶς μαῦρες τοῦ Παντὸς ἐρμιὲς
σπεῖρες γαλαξιῶν γυρίζουν,
σπίθα ἐπὶ σπίθα στροβιλίζουν,
κ’ ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ ἀπ’ αὐτές.

Ποιός νὰ γνωρίζει τὸν σκοπὸ
ποὺ ἐγέρθηκαν ἢ ποῦ τὸ δείλι;
Ὅλα τὰ πνεύματα ῥωτῶ,
στέκουν… τὸ δάχτυλο στὰ χείλη.

http://saritori.blogspot.com/2015/11/night.html

H. P. Lovecraft, Nyarlathotep (μετάφραση Ευστράτιου Σαρρή)



Ἀπ’ τῆς Αἰγύπτου τ’ ἄδυτα, στὰ ἔσχατα φερμένος,

ὁ μαῦρος ἦρθ’ ἐξάγγελος, πού ’παν θεὸ οἱ φελλάχοι·

πρίγκηψ ἰσχνὸς καὶ σιωπηλὸς καὶ μυστικὰ ἐπαρμένος,

μὲ ἱμάτιο ὡς δείλι πορφυρό, στὸν κόσμο μπρὸς ἐστάθη.



Πλῆθος συνέρρεε μανιακό, τὸν λόγο του διψοῦσε,

μὰ ὡς φεῦγαν, τὰ ποὺ κήρυττε κάτι ἔσβηνε ἀπ’ τὴν μνήμη·

ἐνῶ τὰ ἔθνη ἐπάγωσε φριχτὴ κι ἀβέβαιη φήμη

πὼς ἄγρια κτήνη τοῦ ἔγλειφαν τὰ χέρια ὡς προχωροῦσε.



Μετὰ ξέρασε ἡ θάλασσα στεριὲς καταραμένες,

τρούλους χρυσοὺς φυκόπλεχτους ἀνέδυσαν οἱ αἰῶνες,

ῥαγίστ’ ἡ γῆ κ’ ἐσάρωσαν σελάων τρελοὶ τυφῶνες

τὶς ἀκροπόλεις τῶν θνητῶν ποὺ ἐτρέμαν κλονισμένες.



Τότε, ἄτσαλο σφυρί, χτυπᾶ στῆς μέθεξης τ’ ἀμόνι

τ’ ἄλογον χάος· κ’ ἐτίναξε, στ’ ἄστρα, τῆς γῆς τὴν σκόνη.


[Ποίημα τοῦ Χ.Φ. Λάβκραφτ σε μετάφραση Ευστράτιου Σαρρή]
http://saritori.blogspot.com/2015/11/nyarlathotep.html

Τίμων ο Φλειάσιος: ένας εκπρόσωπος του αρχαίου πυρρωνικού Σκεπτικισμού


            Ο Τίμων από το Φλειούντα (320 –230 π.Χ.) υπήρξε οπαδός του Σκεπτικισμού και έχει επηρεασθεί στη σκέψη του από τον Πύρρωνα τον Ηλείο, το σημαντικότερο στοχαστή του φιλοσοφικού αυτού ρεύματος. Υπήρξε θιασώτης της άποψης ότι η εσωτερική ηρεμία του ανθρώπου επιτυγχάνεται, μόνο όταν ο τελευταίος αντιληφθεί ότι είναι μάταιη η επιδίωξη γνώσης του κόσμου. Ο Τίμων ασπαζόταν επίσης και την επικριτική διάθεση των Κυνικών απέναντι στον κόσμο. Το σημαντικότερο έργο του υπήρξαν οι Σίλλοι, σατιρικά ποιήματα σε εξάμετρο στίχο εναντίον των φιλοσόφων κάθε είδους. Άλλο σημαντικό ποιητικό του έργο ήταν οι Ινδαλμοί (= ψευδαισθήσεις), όπου εξέθετε με θέρμη τη διδασκαλία του Πύρρωνα και κατέκρινε τις απόψεις άλλων φιλοσοφικών σχολών.  Σε πεζό λόγο συνέγραψε τον Πύθωνα, όπου παρουσίαζε την προσωπική του διαδρομή στη φιλοσοφία του Πύρρωνα, καθώς και το Αρκεσιλάου περίδειπνον (= νεκρόδειπνο), ένα είδους τιμητικού μνημόσυνου για τον περίφημο πλατωνικό φιλόσοφο Αρκεσίλαο (3ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος είχε κατακριθεί, διότι εισήγαγε το Σκεπτικισμό στην Ακαδημία. Παρακάτω ακολουθεί ένα σωζόμενο απόσπασμα από τους Ινδαλμούς.

Η αντιπάθεια του Πλάτωνα για το θέατρο και η περίπτωση του Φρύνιχου


Η ιστορική σύνδεση της διαμόρφωσης της ελληνικής τραγωδίας με την ανάδυση της αθηναϊκής πόλεως και ιδιαίτερα της αθηναϊκής δημοκρατίας έλκυσε το ενδιαφέρον των φιλολόγων αλλά και των πολιτικών στοχαστών από παλιά. Οι κλασικιστές κατέφυγαν στην ανάλυση του έργου συγκεκριμένων τραγωδών ή στην αναζήτηση ορισμένων θεματικών, διανοητικών ή γλωσσικών μοτίβων μέσα στα επιμέρους δράματα. Η πολιτική σημασία της τραγωδίας αναδύθηκε μέσα από την ερμηνευτική ανάλυση των ίδιων των θεατρικών έργων (σε σχέση πάντα με το πλαίσιο της καταγωγής τους) ως φορέων πολιτικών ή κοινωνικών νοημάτων.  Έτσι, η πολιτική φύση της τραγωδίας θεωρείται εμμέσως ότι προκύπτει από το μιμητικό της χαρακτήρα.[1]
Ειδικά ο Πλάτωνας, ο αυστηρότερος κριτής της τραγωδίας, μαρτυρεί στους Νόμους του (701Α) τη συνύφανση τραγωδίας και δημοκρατίας, όταν παραλληλίζει την πολιτική στο πλαίσιο της δημοκρατίας με τη θεατροκρατία, δηλαδή την κυριαρχία του θεατή και του κοινού στο θέατρο. Η κυριαρχία αυτή, που προκαλεί την απέχθεια του Πλάτωνα, συνίσταται στην εξύψωση του πολίτη-θεατή σε κριτή και δικαστή. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι βέβαια το γεγονός ότι στο ίδιο έργο (817Α-Β) ο Πλάτωνας σημειώνει πως η πολιτεία που προτείνει με το λόγο του έχει δομηθεί ως δραματοποίηση της ευγενούς και τέλειας ζωής και ότι ο φιλοσοφικός του διάλογος είναι η πιο αληθής από τις τραγωδίες.
Ο Πλάτωνας μπορεί να εγκατέλειψε την τραγωδία για χάρη της φιλοσοφίας συναντώντας το Σωκράτη, αλλά δεν εγκατέλειψε το πρότυπο του ποιητή ως παιδαγωγού της Αθήνας. Ο Πλάτων προσπάθησε να γράψει καλύτερους φιλοσοφικούς διαλόγους από τον Ευριπίδη, παντρεύοντας το τάλαντο του ποιητή με την κληρονομιά του Σωκράτη.
            H κριτική του Πλάτωνα για την κυριαρχία των θεατών στο θέατρο δεν μπορεί να μη

Ήταν οι Αλκμεωνίδες δημοκρατικοί;

   


Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα οι περισσότεροι μελετητές θεωρούσαν τον Αισχύλο οπαδό της αριστοκρατικής παράταξης, στηριγμένοι κυρίως στον έπαινο του Αρείου Πάγου στις Ευμενίδες. Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν, όταν ο R. W. Livingstone δημοσίευσε το 1925 ένα άρθρο, με το οποίο υποστήριζε ότι ο τραγικός ήταν με το μέρος των δημοκρατικών.[1] O Livingstone υποστήριξε πως θα μπορούσαμε να διαβάσουμε τις Ευμενίδες διαφορετικά: ο εκπεφρασμένος ενθουσιασμός του ποιητή για το μέλλον της Αθήνας, αλλά και το γεγονός ότι στο έργο αυτό ο Άρειος Πάγος παρουσιάζεται εκ της συστάσεώς του στο μυθικό παρελθόν να έχει μόνο τις αρμοδιότητες που του άφησαν οι δημοκρατικοί μετά τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, αποτελούν στοιχεία για τον ερευνητή ότι ο Αισχύλος πρόσκειται στη δημοκρατική παράταξη. Η σύγχρονη έρευνα τείνει να αποδεχθεί σε γενικές γραμμές την άποψη του Livingstone, με την προϋπόθεση ότι θα θεωρήσουμε τον ποιητή μετριοπαθή δημοκράτη. Κατά καιρούς εμφανίστηκε και μια τρίτη μεγάλη τάση της έρευνας: στον Αισχύλο δεν μπορεί να αποδοθεί ο χαρακτηρισμός ούτε του οπαδού των αριστοκρατών ούτε των δημοκρατικών. Αυτό που ενδιαφέρει τον ποιητή είναι να παίξει το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, ώστε η πόλη να επιτύχει το ιδεατό και πεπρωμένο μεγαλείο της. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της τρίτης τάσης υπήρξε ήδη από το 1932 η Clara Smertenko.[2] Κατά τη Smertenko την εποχή του Αισχύλου δεν μπορεί να γίνεται λόγος για την ύπαρξη καθαρών γραμμών ανάμεσα σε αντίπαλα κόμματα. Η πολιτική διαμάχη παίρνει περισσότερο τη μορφή αγώνα εξουσίας ανάμεσα σε αντίπαλες ηγετικές προσωπικότητες για συγκεκριμένα πολιτικά μέτρα. Δεν υπάρχουν ακόμα οι ξεκάθαρες ιδεολογικές διαφορές της εποχής του Περικλή. Στην ιστορία του Ηροδότου δεν καταγράφονται κομματικές διαφορές στην Αθήνα με αυστηρά ιδεολογικά κριτήρια. Ο Αισχύλος θα ήταν σε θέση να εκτιμήσει την προσφορά στην πόλη τόσο του Περικλή και του Εφιάλτη όσο και του Κίμωνα. Κατά την άποψή της στις Ευμενίδες η συμφιλίωση ανάμεσα στις Ερινύες και την Αθηνά συμβολίζει τη συμφιλίωση ανάμεσα στους συντηρητικούς οπαδούς των παλαιών θεσμών και όσους υποστήριζαν την ανάγκη συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Η θέση αυτή ενισχύεται από την επίμονη αναφορά του Χορού (=Ερινύες) στην αρχαιότητά του ως προς τους νέους θεούς και το φόβο του για καινοτομίες. Μετά τη μεταστροφή του καλεί τους Αθηναίους με ειλικρινή διάθεση να αποφεύγουν τις διαμάχες και να ομονοήσουν για το καλό της πόλης τους (976 κ.εξ.). Επίσης κατά τη Smertenko η περιγραφή μιας κληρονομικής κατάρας που περνά από γενιά σε γενιά χωρίς τη δυνατότητα τερματισμού της δράσης της βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την ιστορία της οικογένειας των Αλκμεωνιδών. Το

Ο φιλόσοφος δεν πρέπει να αναζητά την οδό της σάρκας, αλλά της αταραξίας (Κερκίδας)




Στο απόσπασμα αυτό ο ποιητής Κερκίδας προσπαθεί να αποτρέψει κάποιον φίλο του Καλλιμέδοντα, Στωικό φιλόσοφο, από το να προσπαθεί να ξελογιάσει έναν νεαρό ονόματι Σφαίρο. Ο Καλλιμέδων δεν πρέπει να μολύνει το φιλοσοφικό μυαλό του με τέτοιες επιθυμίες, αλλά να αναζητήσει το δρόμο της αταραξίας:

Ο Κυνικός απεχθάνεται το ακριβό φαγητό (Κερκίδας ο Μεγαλοπολίτης)


Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Περί αρετ. 595 κ.εξ., -παράφραση στίχων του Κερκίδα:

            Όλα πηγαίνουνε στον πάτο τ' ακριβά
            των γαστριμάργων φαγητά
- και τότε πια δεν είναι φαγητά.
Σωστά τα λέει ο φίλτατος Κερκίδας:
σ' ένα δοχείο από τα πιο ευτελή
τα τρυφηλά εδέσματα βρίσκουν κατάληξη.
Μια και ο ίδιος αλάτι κατανάλωνε, [1]
με σάλιο αλμυρό κατάφτυνε την καλοπέραση. [2]

         
Ἅπαντα δ΄ ἔρρειν εἰς βυθὸν τὰ τίμια
τῶν γαστριμάργων σῖτα͵ μήτε σῖτ΄ ἔτι͵
τῶν εὐτελεστάτων λέβητος ἐξ ἑνὸς
ὀρθῶς λέγει που Κερκίδας φίλτατος
τέλος τρυφώντων͵ αὐτὸς ἐσθίων ἅλας͵
αὐτῆς τρυφῆς ἔθ΄ ἁλμυρὸν καταπτύων.





[1] Το αλάτι θεωρούνταν από τους Κυνικούς κατάλληλο έδεσμα για φιλοσόφους, ένδειξη λιτής διατροφής.
[2] Έκφραση έντονης απέχθειας προς την τρυφηλή και μαλθακή ζωή. Στο αρχαίο κείμενο η έκφραση  ἁλμυρόν καταπτύων σημαίνει μεταφορικά φτύνω με δριμύτητα, με οξύτητα, με απέχθεια.

Πώς ιδρύθηκε το ιερό της Καλλιπύγου Αφροδίτης


(Αθήναιος 12. 554 D:)
            ...το ιερό της Καλλιπύγου (= αυτή η οποία διαθέτει ωραία οπίσθια) Αφροδίτης ιδρύθηκε από μια παρόμοια αιτία: ένας χωριάτης είχε δύο όμορφες θυγατέρες. Αυτές φιλονίκησαν κάποτε μεταξύ τους και βγαίνοντας στη λεωφόρο διαγωνίζονταν για το ποια είχε τον ωραιότερο πισινό. Κάποια στιγμή πέρασε ένας νεαρός που είχε γέροντα πατέρα και έκαναν και σ’ εκείνον μια επίδειξη.  Ο νεαρός βλέποντας το θέαμα έδωσε τη νίκη στην μεγαλύτερη. Κυριεύτηκε από έρωτα γι’ αυτήν και γυρίζοντας στην πόλη έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι. Διηγήθηκε όσα έγιναν στον αδερφό του, που ήταν νεότερος. Κι εκείνος πήγε ο ίδιος στους αγρούς, είδε τις κοπέλες και ερωτεύτηκε την άλλη

Αριστοκλής, Επίκληση στη Δήμητρα


Τίποτα δεν είναι γνωστό για το συνθέτη αυτής της σύντομης επίκλησης στη Δήμητρα, τον Αριστοκλή, παρά μόνο ότι υπήρξε παραδοξογράφος και ότι συνέγραψε επίσης βιβλία με τους τίτλους ΙταλικάΠερί μουσικής, Περί χορών και Περί γιγάντων. Το ποίημα παραδίδει ο Αιλιανός (Περί ζώιων ιδ. 11, 4) σε σχέση με τον εορτασμό των κατοίκων της Ερμιόνης προς τιμήν της Δήμητρας, ο οποίος έφερε το όνομα Χθόνια. Είναι ενδιαφέρουσα η περιγραφή της τελετής και του αιτίου της, κατά την αφήγηση του Παυσανία (2, 35, 4-7): «Ένα εξαιρετικά αξιόλογο ιερό της Δήμητρας υπάρχει στην περιοχή του Πρώνος. Αυτό το ιερό, λένε οι Ερμιονείς, το ίδρυσαν ο Κλύμενος, γιος του Φορωνέως, και η αδελφή του Κλυμένου Χθονία. Σύμφωνα, πάλι, με τους Αργείους, όταν η Δήμητρα ήρθε στην Αργολίδα, τότε φιλοξένησαν τη θεά ο Αθέρας και ο Μύσιος, ενώ ο Κολόντας ούτε τη δέχτηκε στο σπίτι του, ούτε της απέδωσε κάποια άλλη τιμή. Αυτά τα έκανε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της θυγατέρας του Χθονίας. Για τον Κολόντα, λοιπόν, λένε ότι ως τιμωρία για τη στάση του αυτή κάηκε μαζί με το σπίτι του. Τη Χθονία, όμως, την πήρε μαζί της στην Ερμιόνη η Δήμητρα, όπου ίδρυσε για λογαριασμό των Ερμιονέων το ιερό. Η ίδια η θεά, λοιπόν, από

Η πόλις και τα νερά της


Δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σημασία που απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στο νερό: αρκεί να διαβάσουμε τους ιατρούς, τους ποιητές, τους φιλοσόφους. Αλλά και η πόλις, ως συλλογικός οργανισμός, τιμά και απεικονίζει τα ύδατά της στο φαντασιακό της, τους θεσμούς, τις τελετές της. Μια σειρά πόλεων μας άφησαν εικόνες της σημασίας των υδάτων τους πάνω στα κέρματα, τα οποία αποτελούν για τον Έλληνα και ένα χρηστικό αντικείμενο (χρῆμα), αλλά και μια ιδέα με νομική υπόσταση (νόμισμα). Η έμφαση πέφτει συνήθως στα ρέοντα ύδατα, καθαρά και διαφανή, σαν τις νύμφες, οι οποίες συνδέονται με τις πηγές των υδάτων. Η λέξη δηλώνει συνάμα και τη νεαρή νύφη: η δημοφιλής τελετή των λουτροφόρων, που προετοίμαζε και συμβόλιζε τον γάμο, ενώνει καλά τις δύο έννοιες της λέξης. Κάθε πόλη διέθετε τους δικούς της κανονισμούς για την τελετή και στην Αθήνα ήταν η Εννεάκρουνος (ή Καλλιρόη) που θεωρούνταν κατάλληλη προς χρήση.[1] Στις Θήβες η Ιοκάστη θρηνεί που ο Ισμηνός δεν έδωσε το νερό του για το γάμο του Πολυνείκη, ο οποίος παντρεύτηκε στο εξωτερικό (Ευριπίδης, Φοίν. 347-348). Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι η τελετή συνδεόταν άμεσα με τη γονιμότητα όλης της πόλης, γιατί το νερό είναι δημιουργός της ζωής, στοιχείο που γεννά.

ΑΡΧΑΙΑ ΡΗΤΑ 33