Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Μητρόδωρος ο Επικούρειος, απόσπασμα από την πραγματεία κατά των διαλεκτικών


Ο P.Herc. 255 μαζί με μια σειρά από άλλα παπυρικά αποσπάσματα από το Herculaneum (418, 1084, 1091, 1112  και ίσως 390, 456, 1103, 1108 -μέσα του 3ου αιώνα π.Χ.) μοιάζουν να αποτελούν μέρος μιας επικούρειου τύπου κριτικής εναντίον άλλων φιλοσόφων. Στα χωρία εμφανίζονται τα ονόματα του Πλάτωνα, του Στίλπωνος, του Επίκουρου και του Πολύαινου. Αποδίδονται στον Μητρόδωρο τον Λαμψακηνό και στην πραγματεία του Προς τους διαλεκτικούς (Διόγ. Λαέρτ. 10.24), αφού ένα από αυτά το παραθέτει ο Πλούταρχος (1125b) ακριβώς με το όνομα του Μητρόδωρου. Το χωρίο που μεταφράζεται παρακάτω, το μόνο σχετικά ακέραιο, σχολιάζει την πρόοδο της πρώιμης ανθρωπότητας στην ανακάλυψη νέων ιδεών και νόμων. Σχολιάζει ειρωνικά την υποτιθέμενη «αθανασία» των ευρετών αυτών των ιδεών, οι οποίοι όχι μόνο την επικαλέστηκαν για τον εαυτό τους, αλλά είχαν ως συνεργάτες και τους μυθολόγους, μια άποψη που πηγαίνει πίσω ως τον Πρόδικο και υιοθετήθηκε και από τον Στωικό Περσαίο. Το χωρίο μοιάζει να συζητά την αντι-πλατωνική αντίληψη του Επίκουρου για τη δικαιοσύνη, η οποία μπορεί να διαφέρει από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή και δεν είναι κάτι απόλυτο. Αυτό ταιριάζει με ένα άλλο αποσπασματικό χωρίο, που συζητά την επινόηση της νομοθεσίας και τη συνακόλουθη μείωση της βίας, που είναι επίσης μέρος της ιδέας του Επίκουρου για το κοινωνικό συμβόλαιο.   


...όχι μόνο σε κάποιο βαρβαρικό έθνος, αλλά σε οποιαδήποτε χώρα, επειδή εκείνη την εποχή μια καινοτομία δεν ταξίδευε μακριά, για να γίνει κοινή στα έθνη που αποτελούνταν από παρόμοιους πληθυσμούς. Και αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «ευρετές» και «εφευρέτες» (μολονότι σε κάθε έθνος προϋπήρχαν ταυτόχρονα ανόμοιες αντιλήψεις για το τι συνιστά καινοτομία), καθώς και «μακάριους» και «άφθαρτους», θέτοντας τους εαυτούς τους ως συνεργάτες σ' εκείνους που ιστορούσαν μύθους...

[Πηγή: R. Janko, “New fragments of Epicurus, Metrodorus...”, Cronache Ercolanesi 38, 2008, 5-96]   


Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Ύμνος στη Φύση και τον Ήλιο


Αυτός ο ύμνος με τη μεγάλη ποιητική δύναμη βρέθηκε σε κώδικα της βιβλιοθήκης του Βατικανού και εκδόθηκε από το Σπ. Λάμπρο. Στο χειρόγραφο ο ύμνος παραδίδεται με το όνομα του Πυθαγόρα, αλλά ο Wilamowitz θέλησε να τον αποδώσει στο Μεσομήδη, ποιητή της εποχής του αυτοκράτορα Αδριανού (117- 138 μ.Χ.). Εντούτοις, το ποίημα φαίνεται να ανήκει στον 3ο ή 4ο αιώνα μ.Χ. Ο ύμνος στη Φύση εμφανίζει επιδράσεις των Γνωστικών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τη συνήθεια να αποδίδουν τις ιδέες τους σε διάσημους φιλοσόφους.

Ἀρχὰ καὶ πάντων γέννα͵
πρεσβίστα Κόσμου μᾶτερ͵
καὶ Νὺξ καὶ Φῶς καὶ Σιγὰ
φρουρεῖς πάντας μύθους͵
ἠδ΄ ἀγγέλλεις τοὺς Ζηνὸς
παῖδας κυδίστῃ Ρείῃ͵
δέχῃ γὰρ πάντας μύθους
μειλικτοὺς ἀνδρῶν ἔργοις͵
καί μοι πρῶτον μὲν ψυχὰ
ὀρθὰν βαίνοι πρὸς γραμμὰν
ἀψευδοῦς γλώσσης ῥύμῃ.
Γυίων δ΄ ἀσκηθεῖς αὖθις
γόμφοι τ΄ εἶεν καὶ ταρσοὶ
ζωᾶς ἐς μέτρον τᾶσδε.
Σὺ δ΄ λαμπραῖς ἀκτῖσιν
γαῖαν πᾶσαν πυρσεύων
Αἰὼν ἀσβέστων φλογμῶν͵
ταῖς σαῖς δέρκευ με γλήναις
χεύων ὁλκὰν εὐαγῆ
τῷ σῷ͵ Παιάν͵ βακχευτᾷ͵
εἰς σὲ ζωὰν γὰρ τείνω
γυίων ἐνναίων ῥευστοῖς·
οἴκτειρον τόσσον͵ Τιτάν͵
ἀνθρώπου δειλοῦ δεσμόν.

            Αρχή και πάντων γέννα,
            αρχαιότατη του Κόσμου μητέρα,
            και Νύχτα και Φως και Σιγή, [i]
            που όλους τους μύστες φρουρείς
            και του Δία τα παιδιά αναγγέλλεις
            στην πανένδοξη Ρέα,
            όλα τα μειλίχια των ανθρώπων τα λόγια 
            για τα έργα σου δέχεσαι.
            Σ' εμένα πρώτα απ’ όλα η ψυχή μου
            μακάρι στον ίσιο να βαδίζει το δρόμο,
            στη ρύμη της γλώσσας που από ψέμα δεν ξέρει.  
            Μετά, των μελών μου οι ταρσοί
και οι σύνδεσμοι άβλαβοι ας είναι
            κατά το μέτρο αυτής της ζωής.  
            Κι εσύ, Αιώνα, [ii]
που όλη τη Γη σαν πυρσός τη φωτίζεις
μ' ακτίνες λαμπρές απ’ τη φλόγα σου που ποτέ της δε σβήνει,
με τα μάτια σου κοίτα με
χύνοντας δύναμη αγνή
στον βακχευτή σου, Παιάνα. [iii]
Γιατί σ' εσένα τη ζωή μου τη στρέφω
για όσο καιρό κατοικώ στα υγρά των μελών μου. [iv]
Λυπήσου, Τιτάνα,[v]
            τα τόσα δεσμά του ταλαίπωρου ανθρώπου.


[i] Ο θεϊκός χαρακτήρας της Σιγής έχει Γνωστική προέλευση και χαρακτηρίζει κυρίως τον αιγυπτιακό κλάδο του Γνωστικισμού.
[ii] Εδώ ο Ήλιος. Ο όρος Αιών χρησιμοποιείται πολύ από τους Γνωστικούς, για να δηλώσει θεότητες κατώτερες από τον Πατέρα.
[iii] Εδώ ο Ήλιος. Πβ. Ορφ. ύμνοι 8, 12, Τιμόθ. απ. 24 Page.
[iv] Η φράση θέλει να δηλώσει την ρευστή φθορά του σώματος.
[v] Ο Ήλιος ήταν από τη γενιά των Τιτάνων, γιος του Τιτάνα Υπερίωνα και της Θείας. 

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Το ποίημα για τον εορτασμό των εγκαινίων του φάρου της Αλεξάνδρειας (Ποσείδιππος ο Πελλαίος)


Το παρακάτω επίγραμμα ανήκει στον Ποσείδιππο τον Πελλαίο. Γράφτηκε για τον εορτασμό της κτίσης του περίφημου φάρου της Αλεξάνδρειας (282/1 π.Χ.), έργο του Σώστρατου από την Κνίδο της Ρόδου. Ο φάρος ήταν χτισμένος σε ένα νησάκι στα ανοιχτά του λιμανιού της Αλεξάνδρειας, επειδή, όπως εξηγεί το ποίημα, δεν υπήρχε αρκετά υψηλό μέρος στην ηπειρωτική ακτή, για να χτιστεί. Το νησί Φάρος θεωρούνταν ότι βρισκόταν υπό την προστασία του Πρωτέα, μιας μορφής Άλιου Γέροντα, ο οποίος είχε την ικανότητα της μεταμόρφωσης. Στην Ελένη του Ευριπίδη θεωρείται, πάντως, αρχαίος βασιλιάς της Αιγύπτου. Η διπλή χρήση της λέξης «σωτήρ» στον 1ο και τον τελευταίο στίχο πιθανώς υπαινίσσεται έμμεσα και τον Πτολεμαίο Α΄ τον Σωτήρα, στα χρόνια του οποίου σχεδιάστηκε αυτό το κατόρθωμα της αρχαίας ελληνικής κατασκευαστικής τεχνικής (ολοκληρώθηκε όμως επί Πτολεμαίου Β΄). Το Ταύρου Κέρας που αναφέρεται στο στίχο 9 ήταν ένα στενό και επικίνδυνο κανάλι που οδηγούσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.  

 Ἑλλήνων σωτῆρα, Φάρου σκοπόν, ὦ ἄνα Πρωτεῦ,
  Σώστρατος ἔστησεν Δεξιφάνους Κνίδιος·
οὐ γὰρ ἐν Αἰγύπτωι σκοπαὶ οὔρεος οἷ’ ἐπὶ νήσων,
  ἀλλὰ χαμαὶ χηλὴ ναύλοχος ἐκτέταται.
τοῦ χάριν εὐθεῖάν τε καὶ ὄρθιον αἰθέρα τέμνειν  
  πύργος ὅδ’ ἀπλάτων φαίνετ’ ἀπὸ σταδίων
ἤματι, παννύχιος δὲ θοῶς ἐν κύματι ναύτης
  ὄψεται ἐκ κορυφῆς πῦρ μέγα καιόμενον,
καί κεν ἐπ’ αὐτὸ δράμοι Ταύρου Κέρας, οὐδ’ ἂν ἁμάρτοι
  Σωτῆρος, Πρωτεῦ, Ζηνὸς ὁ τῆιδε πλέων.

Άνακτα Πρωτέα, τον φύλακα τούτο  της Φάρου, των Ελλήνων σωτήρα,
τον έφτιαξε ο Σώστρατος, του Δεξιφάνη ο γιος, Κνίδιος.
Κορφές βουνών δεν υπάρχουν στην Αίγυπτο, όπως στα νησιά,
μα χαμηλά απλώνονται τ’ αγκυροβόλια.
Ο πύργος αυτός ευθύς και ορθός τον αιθέρα σκίζει
και σ’ αμέτρητα στάδια πέρα είναι ορατός
την ημέρα. Κι ο ναύτης που ξενυχτά στα κύματα
γοργά απ’ την κορφή του θα δει  φως μέγα να καίει.
Πρωτέα, ακόμη και στου Ταύρου το Κέρας θα μπορεί να πηγαίνει,
δίχως να χάνει τον Δία Σωτήρα, κείνος που πλέει προς τα δω.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Γης Ημαθίας





Της πανάρχαιας γης Ημαθίας
μέτοικος, Θεσσαλονικεύς,
αριθμώ μήνες δύο.
Πολλούς ακόμη ποταμούς Σελήνης
θα δω να ρέουν
στη δασωμένη μ’ αιώνες μνήμη του Βέρμιου,
τα νερά να παρασέρνουν το σώμα της
στις φασματικές χαράδρες της Εκάτης.


Τέτοιες στιγμές είναι που προσπαθώ
να ανασύρω απ’ τις σπηλιές το απρόθυμο μέλλον.
Να έρθει πιο σύντομα
απ’ όσο ορίζει ο σφυγμός
καθώς μετρά τον χτύπο της καρδιάς του Θεού
μες στο τοπάζι του παραδείσου.
Ακολουθώ τις γραμμές που οδηγούν στο χειμώνα.
Τελειώνουν πάντα σε παραλία με υγρό Ιόνιο άνεμο,
σε φάρο, στο μάτι του σκότους ακίδα λαμπρή,
σε πέπλο Παναγιάς Ελεούσας
που κατηφορίζει σπαρμένος με σημεία και θαύματα.


Βέροια, στη Μακεδονία ο χρόνος περνά πιο αργά.
Σαν αλέτρι που στόμωσε και δεν οργώνει.
Μια ώρα η θάλασσα, τόσο μακριά!


Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Πριν από το έπος του Γκιλγκαμές: η σουμεριακή πολιορκία της Ουρούκ

Μια ομάδα 5 σουμεριακών κειμένων μάς παρέχει τα αρχαιότερα έργα που σχετίζονται με τον θρυλικό βασιλιά της μεσοποταμιακής πόλης Ουρούκ, τον Γκιλγκαμές (27ος αιώνας π.Χ.). Ο θρύλος του Γκιλγκαμές μας είναι περισσότερο γνωστός από το λεγόμενο Έπος του Γκιλγκαμές, δηλαδή την εκτενή βαβυλωνιακή εκδοχή της ιστορίας του από την 2η χιλιετία π.Χ. Ο Βαβυλώνιος συντάκτης του έπους γνώριζε το μυθολογικό υλικό της παράδοσης και τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν για τον ήρωα. Τις συνέθεσε σε μια ενιαία αφήγηση, βάζοντας ταυτόχρονα τη δική του σφραγίδα στο παραδομένο υλικό. Ωστόσο το Έπος του Γκιλγκαμές δεν είναι το αρχαιότερο κείμενο για τον ήρωα, ούτε και περιλαμβάνει όλο το υλικό που κυκλοφορούσε. Αυτό εκπροσωπείται από σουμεριακά κείμενα της 3ης χιλιετίας π.Χ., ορισμένα από τα οποία περιέχουν ιστορίες, οι οποίες δεν πέρασαν στον «κανόνα» του μυθολογικού κύκλου. Παρακάτω παρουσιάζω μια τέτοια ιστορία από ένα πολύ αρχαίο ποίημα γραμμένο στη γλώσσα που μιλούσε ο βασιλιάς, τη σουμεριακή. Η αρχαιότητα του ποιήματος υποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το όνομα του Γκιλγκαμές εμφανίζεται ως Μπιλγκαμές, που είναι η πρωτότυπη σουμεριακή εκδοχή του. Βασίζομαι στην αγγλική μετάφραση του A. George, The Epic of Gilgamesh, London 1999 (Penguin Books).

Περιεχόμενο
Ο βασιλιάς Άκκα της Κις, ισχυρής μεσοποταμιακής πόλης,[1] απαιτεί από τον Γκιλγκαμές την παράδοση της Ουρούκ. Ο Γκιλγκαμές φέρνει το ζήτημα στο συμβούλιο των γερόντων και τους παρουσιάζει την απαίτηση του Άκκα: οι πολίτες της Ουρούκ σε ένδειξη υποταγής να κουβαλούν νερό για την Κις. Οι γέροντες τρομαγμένοι συμβουλεύουν άμεση παράδοση, αλλά ο Γκιλγκαμές διαφωνεί και φέρνει το θέμα στη συνέλευση των νέων. Οι τελευταίοι στοιχίζονται με τον βασιλιά τους, θεωρώντας ανυπόφορη την υποταγή, και αποφασίζουν να πολεμήσουν. Ο Άκκα καταφτάνει και πολιορκεί την πόλη. Ο Γκιλγκαμές ζητά κάποιος πολεμιστής να πάει στον Άκκα και να καταστρέψει, αν μπορεί, τα σχέδια του. Προσφέρεται ο δυνατός Μπιρχουρτούρρα, αλλά συλλαμβάνεται αμέσως μόλις βγαίνει από τα τείχη της πόλης. Τον χτυπούν και τον φέρνουν στον Άκκα. Την ίδια ώρα ο οικονόμος της Ουρούκ εμφανίζεται επάνω στα τείχη. Ο Άκκα ρωτά τον Μπιρχουρτούρρα αν ο οικονόμος είναι ο Γκιλγκαμές. Ο Μπιρχουρτούρρα απαντά γενναία ότι αν ήταν αυτός ο Γκιλγκαμές θα είχε ήδη ξεκινήσει μάχη και ο Άκκα θα είχε ηττηθεί. Για το θράσος του ο Μπιρχουρτούρρα τρώει για δεύτερη φορά ξύλο. Στο μεταξύ ο Γκιλγκαμές βγαίνει ο ίδιος στα τείχη, ενώ ο Ενκιντού, φίλος και υπηρέτης του, ετοιμάζει τους στρατιώτες για μάχη. Ο Άκκα ρωτά πάλι τον Μπιρχουρτούρρα αν αυτός είναι ο Γκιλγκαμές και η απάντηση αυτή τη φορά είναι θετική. Ακολουθεί μάχη και νίκη των στρατευμάτων της Ουρούκ. Ο Άκκα συλλαμβάνεται, αλλά ο Γκιλγκαμές τον αφήνει ελεύθερο, επειδή κάποτε του είχε προσφέρει άσυλο.



Οι απεσταλμένοι του Άκκα, γιου του Ενμεμπαραγκέζι, έφτασαν από την Κις στην Ουρούκ, στον Μπιλγκαμές. Ο Μπιλγκαμές έφερε το θέμα στο συμβούλιο των γερόντων της πόλης, αναζητώντας μια λύση. «(Μας ζητούν) να αδειάζουμε τα πηγάδια, να αδειάζουμε τα πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα ρηχά πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα βαθιά πηγάδια που διαθέτουν ανυψωτικά σχοινιά. Ας μην υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να κάνουμε πόλεμο!». Το συμβούλιο των γερόντων της πόλης του που συνεδρίαζε απάντησε στον Μπιλγκαμές: «Να αδειάζουμε τα πηγάδια, να αδειάζουμε τα πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα ρηχά πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα βαθιά πηγάδια που διαθέτουν ανυψωτικά σχοινιά. Ας υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να μην κάνουμε πόλεμο!». Ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ,[2] έχοντας εμπιστοσύνη στη θεά Ινάννα,[3] δεν έδωσε σημασία σε όσα είπαν οι γέροντες της πόλης.
            Μπροστά στους νέους της πόλης του ο Μπιλγκαμές έθεσε το θέμα για δεύτερη φορά, αναζητώντας μια λύση: «(Μας ζητούν) να αδειάζουμε τα πηγάδια, να αδειάζουμε τα πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα ρηχά πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα βαθιά πηγάδια που διαθέτουν ανυψωτικά σχοινιά. Ας μην υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να κάνουμε πόλεμο!». Το συμβούλιο των νέων της πόλης του απάντησε στον Μπιλγκαμές: «Να κάνουμε το καθήκον μας. Να δώσουμε το παρόν. Να συνοδέψουμε το γιο του βασιλιά. Να κρατήσουμε το γαϊδούρι από τα πίσω πόδια, καθώς λένε.[4] Ποιος έχει τα κότσια γι’ αυτό; Να μην υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να κάνουμε πόλεμο. Η Ουρούκ, το σιδηρουργείο των θεών,[5] ο (ναός) Εάννα,[6] σπίτι που κατέβηκε από τον ουρανό -οι θεοί του έδωσαν σχήμα- οι μεγάλες επάλξεις, ένα τείχος από σύννεφο που αναπαύεται πάνω στη γη, η υψηλή κατοικία τους, θεμελιωμένη από τον θεό Αν[7] -όλα αυτά είναι στην επίβλεψή σου, εσύ είσαι ο βασιλιάς και ο υπερασπιστής τους. Εσύ που συντρίβεις κεφάλια, πρίγκιπα που σε αγαπά ο Αν, όταν φτάσει (ο Άκκα), γιατί να φοβηθούμε; Ο στρατός του είναι μικρός, η οπισθοφυλακή του ένας όχλος, οι άνδρες του δεν θα μας αντισταθούν». Τότε ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ, χάρηκε μες στην καρδιά του για τα λόγια των νέων. Η διάθεσή του έφτιαξε και είπε στον Ενκιντού, τον υπηρέτη του: «Τώρα ετοίμασε τον εξοπλισμό και τα όπλα για τη μάχη. Άσε τα άρματα του πολέμου να γυρίσουν στα χέρια σου. Άφησε τα να προκαλέσουν φόβο, μια αύρα τρομακτική, ώστε όταν θα φτάσει να τον κυριέψει το δέος για εμένα, η λογική του να θολώσει, η κρίση του να αφανιστεί».
   
Δεν είχαν περάσει πέντε μέρες, δεν είχαν περάσει δέκα που ο Άκκα, γιος του Ενμεμπαραγκέζι, πολιορκούσε την Ουρούκ και η λογική της Ουρούκ θόλωσε. Ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ, απευθύνθηκε στους πολεμιστές της πόλης: «Πολεμιστές μου, που τα μάτια σας κοιτούν ορθάνοιχτα σε συναγερμό, ένας από σας με γενναία καρδιά ας γίνει εθελοντής και να πει ότι θα πάει στον Άκκα». Ο Μπιρχουρτούρρα, ο βασιλικός του σωματοφύλακας, έδειξε σεβασμό στον βασιλιά του: «Κύριέ μου, εγώ θα πάω στον Άκκα, για να θολώσει η λογική του και η κρίση του να αφανιστεί». Ο Μπιρχουρτούρρα βγήκε από την πύλη της πόλης. Καθώς περνούσε από την πύλη της πόλης, πιάστηκε αιχμάλωτος στην έξοδο. Τον ράβδισαν από τα νύχια ως την κορφή. Τον πήγαν μπροστά στον Άκκα. Άρχισε να μιλά στον Άκκα. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και ο οικονόμος της Ουρούκ σκαρφάλωσε στο τείχος και ύψωσε το κεφάλι του στις επάλξεις. Ο Άκκα τον είδε και είπε στον Μπιρχουρτούρρα: «Δούλε, αυτός ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς σου;» «Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ο βασιλιάς μου. Αν ήταν ο βασιλιάς μου, αν ήταν αυτό το φοβερό του μέτωπο, αν ήταν αυτά τα σαν του βίσωνα μάτια του, αν ήταν αυτή η γενειάδα του από λαζούρι, αν ήταν αυτά τα έξοχα δάχτυλά του, τότε δεν θα έπεφταν μυριάδες και άλλοι μυριάδες δε θα σηκώνονταν; Δεν θα κυλιούνταν μυριάδες στην σκόνη, δεν θα κατατροπώνονταν όλα τα έθνη, της χώρας τα στόμια δεν θα γέμιζαν με σκόνη, δεν θα έσπαζε τις σειρήνες του πλοίου,[8] δεν θα έκανε τον Άκκα, βασιλιά της Κις, αιχμάλωτο στην καρδιά του στρατεύματός του;». Τον έδειραν και τον χτύπησαν, τον ράβδισαν από τα νύχια ως την κορφή.
            Μετά τον οικονόμο της Ουρούκ σκαρφάλωσε στο τείχος ο Μπιλγκαμές. Η φοβερή του αύρα συνεπήρε τους γέρους και τους νέους της Ουρούκ. Έβαλε όπλα του πολέμου στα χέρια των νέων της Ουρούκ. Στη θύρα της πύλης της πόλης στάθηκαν πάνω στο δρόμο, ενώ ο Ενκιντού βγήκε έξω από την πύλη της πόλης. Ο Μπιλγκαμές ύψωσε το κεφάλι του στις επάλξεις. Ο Άκκα κοίταξε ψηλά και τον είδε: «Δούλε, είναι αυτός ο άνθρωπος ο βασιλιάς σου;». «Αυτός είναι πράγματι ο βασιλιάς μου!». Και ήταν όπως τα είχε πει: έπεφταν μυριάδες και άλλοι μυριάδες σηκώνονταν. Μυριάδες κυλιούνταν στην σκόνη, κατατροπώνονταν όλα τα έθνη, της χώρας τα στόμια γέμισαν με σκόνη, έσπασε τις σειρήνες του πλοίου, έπιασε τον Άκκα, βασιλιά της Κις, αιχμάλωτο στην καρδιά του στρατεύματός του.
           
Ο βασιλιάς της Ουρούκ, ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ, απευθύνθηκε στον Άκκα: «Άκκα, λοχαγέ μου, Άκκα, αρχηγέ μου, Άκκα, διοικητή μου, Άκκα, στρατηγέ μου, Άκκα, στρατάρχη μου στο πεδίο της μάχης, Άκκα, μου έδωσες ανάσα, Άκκα, πήρες στην προστασία σου έναν φυγάδα, Άκκα, ένα πουλί που δραπέτευσε το χόρτασες με σιτάρι». Ο Άκκα (του είπε): «Η Ουρούκ, το σιδηρουργείο των θεών, οι μεγάλες επάλξεις της, ένα τείχος από σύννεφο που αναπαύεται πάνω στη γη, η υψηλή κατοικία, που την θεμελίωσε ο θεός Αν, όλα δόθηκαν στην επίβλεψή σου. Ξεπλήρωσέ μου τη χάρη». «Ενώπιον του Θεού του Ήλιου σου ξεπληρώνω την παλιά σου χάρη!». Άφησε τον Άκκα ελεύθερο να επιστρέψει στην Κις.
Μπιλγκαμές, άρχοντα της Κουλλάμπ, γλυκός είναι ο έπαινός σου!       




[1] Η Κις ήταν πρώιμο κέντρο δύναμης στη βόρεια Βαβυλωνία. Βρισκόταν ανατολικά της πόλης της Βαβυλώνος.
[2] Μέρος της πόλης της Ουρούκ.
[3] «Βασίλισσα των ουρανών». Το σουμεριακό όνομα της Ιστάρ / Αστάρτης.
[4] Παραδοσιακή σουμεριακή έκφραση που δήλωνε μια επικίνδυνη και αβέβαιη προσπάθεια, όπως το να στέκεσαι πίσω από έναν γάιδαρο.
[5] Αναφορά στην κατεργασία των μετάλλων στην πόλη.
[6] «Σπίτι του ουρανού». Ο ναός της Ιστάρ-Ινάννα και του Ανού στην Ουρούκ.
[7] Ο θεός του ουρανού, ο Ανού των Βαβυλωνίων.
[8] Ο Άκκα πρέπει να βρίσκεται πάνω σε ένα πλοίο.