Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Πυγμαλίων: φοινικικό ή ελληνικό όνομα;




[Πηγή: Jean-Louis Perpillou, «Pygmalion et Karpalion», Mykenaïka (BCH Supplément xxv), 1992, 527-532]

To όνομα του Πυγμαλίωνος αποδίδεται σε δύο μυθικές προσωπικότητες: σε έναν βασιλιά της Τύρου και σε έναν Φοίνικα βασιλιά (ή γλύπτη) της Κύπρου που ερωτεύτηκε κάποιο άγαλμα της Αφροδίτης.[1] Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι εφόσον εμπλέκονται Φοίνικες, το όνομα του Πυγμαλίωνος πρέπει να έχει φοινικική προέλευση, ίσως το βασιλικό όνομα Pumaijaton (Pumayyaton). Ωστόσο το όνομα έχει διαυγή ελληνική ετυμολογία και σχηματισμό. Σχετίζεται ολοφάνερα με την πυγμή, την γροθιά.  Η έννοια του νανισμού που υπόκειται στη λέξη για το λαό των Πυγμαίων είναι δευτερεύουσα: οι Πυγμαίοι είναι τόσο κοντοί όσο μια πυγμή, μέτρο μήκους που ισοδυναμούσε με 18 δακτύλους.[2] Από αυτή τη δευτερεύουσα σημασία πέρασε το όνομα του Πυγμαλίωνος στα Λατινικά ως pumilio, ο νάνος, πιθανώς μέσω της σικελικής κωμωδίας. Το όνομα του Πυγμαλίωνος στην αρχική ελληνική παράδοση είναι βέβαιο ότι δεν είχε αυτή την συνδήλωση.
            H ελληνικότητα του ονόματος υποδεικνύεται ήδη από το γεγονός ότι ένας Πυγμᾶς ζούσε στην Αμοργό κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. σε συμφραζόμενα που δεν έχουν καμιά σχέση με την Φοινίκη. Το ίδιο ισχύει και για τον 2ο αιώνα π.Χ. στην Κρήτη: εδώ απαντά κάποιος Ποιμαλίων στην Ιεράπυτνα (< Πυμμαλίων με αφομοίωση και απλοποίηση του -γμ-. Το -οι- οφείλεται σε καθαρά ορθογραφικούς λόγους, αφού η δίφθογγος και το ύψιλον είχαν πια συμπέσει φωνητικά κατά την εποχή αυτή).
            Υπάρχει πράγματι μια ομάδα ελληνικών ανθρωπωνυμίων σε -αλίων που παράγονται από επίθετα σε -αλος, τα οποία με τη σειρά τους παράγονται από διάφορες βάσεις, επιθετικές και ουσιαστικές. Η επέκταση -αλ-/-αλο- σχηματίζει διάφορα παράγωγα ουσιαστικά, όπως τεχνικούς όρους, μέρη του σώματος κ.τ.λ. Βλ. για παράδειγμα βάτταλος, αἴθαλος, σίμαλος. Η επέκταση αυτή παίρνει διάφορες μορφές: -αλέο-, -άλιο- και φυσικά -αλίων: π.χ. ὑδαλέος/ὑδαρός, ἰκμαλέος, Ἰκμάλιος, πιαλέος, πιαλός (πιαρός), ἄρδαλος.
            Το πώς σχηματίστηκε το όνομα Πυγμαλίων το υποδεικνύουν ονόματα όπως Ἀρδαλίων < ἄρδαλος < ἄρδα, Ἀρπαλίων < ἄρπαλος/ἀρπαλέος < ἀλπαλέος με ανομοίωση (πβ. στον Ησύχιο: ἀλπαλέος = ἀγαπητός) < ἄλπαρ, Δρακαλίων < δράξ (=η δράκα), Ὀμφαλίων < ὀμφαλός. Επίσης πυρρός > Πύρραλος > Πυρραλίων, Μικ(κ)ός > Μίκκαλος > Μικκαλίων, Σῖμος > Σίμαλος > Σιμαλίων, Πυργαλίων < Πύργαλος < πύργος. Βλ. επίσης στην Αρκαδία Ἐρευθαλίων (<ἔρευθος = ἐρυθρός).Βλέπουμε ότι πολλά από αυτά τα ανθρωπωνύμια παραπέμπουν σε φυσικά και σωματικά χαρακτηριστικά ή το χρώμα του δέρματος ή των μαλλιών κ.ο.κ. Μερικά θα ήταν σίγουρα κοροϊδευτικά. Ποσθαλίων < πόσθη < πέος, Κεφαλίων (=κεφάλας). Ήδη στη μυκηναϊκή απαντά το Αἴθαλος (< αἰθός). Επίσης στη μυκηναϊκή απαντά ήδη τα Μικκαλίων (=μικρός), Καρπαλίων (< καρπός).[3]
            Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το Δευκαλίων που υπάρχει και στη μυκηναϊκή. Η ακριβής ετυμολογία του είναι αντικείμενο διαφωνίας. Πιθανή φαίνεται η προέλευση από το *Λευκαλίων με ανομοίωση, κάτι που θα ταίριαζε με το όνομα της γυναίκας του Πύρρας που επίσης παραπέμπει σε χρώμα.



[1] Στην ιστορική εποχή ένας πραγματικός Κύπριος βασιλιάς φέρει το όνομα, αν και η αφήγηση του Διόδωρου Σικελιώτη (19.79.4) δεν αναφέρει την πόλη του. Μαζί με άλλους κυβερνήτες πόλεων της νήσου (Πράξιππος, Στασίοικος) συναντήθηκαν το 313 π.Χ. με τον Πτολεμαίο.
[2] Πβ. και ὁ πυγών, τοῦ πυγῶνος = 20 δάκτυλοι.
[3] Ένας Καρπᾶς ζούσε τον 2ο αιώνα μ.Χ. στην Πάρο. Πβ. το Πυγμᾶς. Επίσης στην Παλατινή ανθολογία Καρπυλλίδης (< Κάρπυλλος ήδη στη μυκηναϊκή).

Η Υπερβόρεια Μούσα (The Muse of Hyperborea-Clark Aston Smith)


Η Υπερβόρεια Μούσα
Είναι τόσο πολύ μακριά το χλωμό και μοιραίο της πρόσωπο, τόσο απόμακρα τα χιόνια στο θανάσιμο στήθος της, για να μπορέσουν ποτέ να τ’ αντικρίσουν τα μάτια μου. Κάποτε, ωστόσο, ο ψίθυρός της έρχεται σ’ εμένα, σαν παγερός απόκοσμος άνεμος που ’ναι αχνός, καθώς διέσχισε τα χάσματα μεταξύ των κόσμων και πέταξε πάνω από έσχατους λευκούς ορίζοντες παγωμένων ερήμων. Και μου μιλά σε μια γλώσσα που ποτέ μου δεν άκουσα, αλλά πάντοτε ήξερα. Και μου λέει για πράγματα του θανάτου και για πράγματα όμορφα πέρα απ’ τις εκστατικές επιθυμίες του έρωτα. Ο λόγος της δεν είναι για το καλό ή το κακό, μηδέ για οτιδήποτε επιθυμούν ή συλλαμβάνουν ή πιστεύουν οι τερμίτες της γης. Κι ο αέρας που ανασαίνει και η γη στην οποία πλανιέται θα μπορούσαν να εκραγούν σαν το υπέρτατο ψύχος του αστρικού χώρου. Και τα μάτια της θα τύφλωναν την όραση των ανθρώπων σαν ήλιοι. Και το φιλί της, αν μπορούσε ποτέ να το εξασφαλίσει κανείς, θα μάραινε και θα φόνευε σαν το φιλί του κεραυνού.
Μα ακούγοντας το μακρινό, σπάνιο ψιθύρισμά της, αντικρίζω ένα όραμα αχανών σελαγισμών, σε ηπείρους πλατύτερες απ’ ό,τι ο κόσμος και θάλασσες πολύ μεγάλες για το εγχείρημα των πλοίων του ανθρώπου. Κι ορισμένες φορές εκστομίζω τα παράξενα μαντάτα που φέρνει, αν και κανείς δεν θα τα καλοδέχονταν και κανείς δεν θα πίστευε ή θα άκουγε. Και κάποια αυγή των απελπισμένων χρόνων θα προχωρήσω μπροστά και θα τραβήξω για κει που καλεί, για να αναζητήσω τον υψηλό και μακάριο όλεθρο των χιονόλευκων αποστάσεών της, για να χαθώ μεταξύ των αβεβήλωτων οριζόντων της.

The Muse of Hyperborea
    Too far away is her wan and mortal face, and too remote are the snows of her lethal breast, for mine eyes to behold them ever. But at whiles her whisper comes to me, like a chill unearthly wind that is faint from traversing the gulfs between the worlds, and has flown over ultimate horizons of ice-bound deserts. And she speaks to me in a tongue I have never heard but have always known; and she tells of deathly things and of things beautiful beyond the ecstatic desires of love. Her speech is not of good or evil, nor of anything that is desired or conceived or believed by the termites of earth; and the air she breathes, and the lands wherein she roams, would blast like the utter cold of sidereal space; and her eyes would blind the vision of men like suns; and her kiss, if one should ever attain it, would wither and slay like the kiss of lightning.
    But, hearing her far, infrequent whisper, I behold a vision of vast auroras, on continents that are wider than the world, and seas too great for the enterprise of human keels. And at times I stammer forth the strange tidings that she brings: though none will welcome them, and none will believe or listen. And in some dawn of the desperate years, I shall go forth and follow where she calls, to seek the high and beatific doom of her snow-pale distances, to perish amid her indesecrate horizons.
  

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ο Λαβύρινθος (Jorge Luis Borges, El laberinto)


Ο Λαβύρινθος
Ο Δίας δεν θα μπορούσε να ξετυλίξει τα δίχτυα
της πέτρας που με κυκλώνουν. Έχω ξεχάσει
τα πρόσωπα που υπήρξα κάποτε. Ακολουθώ
τη μισητή πορεία των μονότονων τοίχων,
που είναι το πεπρωμένο μου. Στοές ευθείες,
που καμπυλώνουν σε κύκλους μυστικούς
στων χρόνων το πέρασμα. Παραπέτα
ραγισμένα από των ημερών τη χρήση.
Στη χλωμή σκόνη αποκρυπτογράφησα
ίχνη που με τρομάζουν. Ο άνεμος μου 'φερε
στ' άδεια απογεύματα έναν βρυχηθμό
ή την ηχώ ενός απελπισμένου βρυχηθμού.
Το ξέρω πως στη σκιά βρίσκεται ο Άλλος. Μοίρα του
είναι να εξαντλεί τη μακρά μοναξιά
που υφαίνει και διαλύει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά το αίμα μου και να καταβροχθίζει το θάνατό μου.
Αναζητούμε ο ένας τον άλλο. Μακάρι να ήτανε
αυτή της αναμονής η τελευταία μέρα!

El laberinto
Zeus no podrá desatar las redes
de piedra que me cercan. He olvidado
los hombres que antes fui; sigo el odiado
camino de monótonas paredes
que es mi destino. Rectas galerías
que se curvan en círculos secretos
al cabo de los años. Parapetos
que ha agrietado la usura de los días.
En el pálido polvo he descifrado
rastros que temo. El aire me ha traído
en las cóncavas tardes un bramido
o el eco de un bramido desolado.
Sé que en la sombra hay Otro, cuya suerte
es fatigar las largas soledades
que tejen y destejen este Hades
y ansiar mi sangre y devorar mi muerte.
Nos buscamos los dos. Ojalá fuera
Éste el último día de la espera.
—Jorge Luis Borges


Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Σίβυλλα (John Howard Payne, Sibyl)


Σίβυλλα
Ετούτη η λάμψη του αρχαίου κόσμου είναι.
Τα θυμαρίσια αρώματα του Υμηττού γεμίζουν τον αέρα
και στο γρασίδι όμορφα είναι τα λούλουδα του νάρκισσου.
Ρυάκι φουσκωμένο αναμεσίς στριφογυρνά στις φτέρες, αναζητά
των μελισσών κεχριμπαρένιους τόπους. Κι απάνω στην κορφή
του μαλακού του λόφου, αντίκρυ στον χρυσαφί ουρανό,
στέκει Eκείνη, όνειρο περασμένων ημερών.
Μην την παρακαλείτε! Δεν θα μιλήσει!
Τα μάτια της είναι γεμάτα όνειρα, στ’ αυτιά της
το θρόισμα αθάνατων φτερών ηχεί.
Κάποτε η σιγανή η αύρα φέρνει
μούρμουρο μυστικό των τραγουδιών που ψάλλει.
Μην την παρακαλείτε -δεν σας βλέπει και δεν ακούει τίποτα
παρά μονάχα όψεις κι ήχους ανοίξεων παλαιών.

Sibyl
This is the glamour of the world antique:
The thyme-scents of Hymettus fill the air,
And in the grass narcissus-cups are fair.
The full brook wanders through the ferns to seek
The amber haunts of bees; and on the peak
Of the soft hill, against the gold-marged sky,
She stands, a dream from out the days gone by.
Entreat her not. Indeed, she will not speak!
Her eyes are full of dreams; and in her ears
There is the rustle of immortal wings;
And ever and anon the slow breeze bears
The mystic murmur of the songs she sings.
Entreat her not: she sees thee not, nor hears
Aught but the sights and sounds of bygone springs. 


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ, Ένα υβρίδιο (από την Περιγραφή ενός αγώνα)


Ένα υβρίδιο

      Έχω ένα περίεργο ζώο, είναι μισό γατί, μισό αρνί. Το έχω κληρονομήσει απ’ τον πατέρα μου. Μεγάλωσε, ό­μως, στα χέρια τα δικά μου. Παλιότερα έφερνε πιο πολύ προς το αρνί παρά προς το γατί. Τώρα έχει πάρει κι από τα δυο το ίδιο. Από το γατί βαστάει το κεφάλι και τα νύ­χια, από τ’ αρνί το μέγεθος και το σώμα. Κι από τα δυο έχει πάρει τα μάτια, που είναι άγρια και τρεμοπαίζουν, το τρίχωμα, που είναι απαλό και κρέμεται κολλητά στο σώ­μα του, τις κινήσεις, όταν χοροπηδάει κι όταν πηγαίνει μουλωχτά. Ξαπλώνει στο παράθυρο, στο περβάζι, κουλουριάζεται και γουργουρίζει. Σαν τρελό ξεχύνεται στο χωράφι κι είναι σχεδόν αδύνατο να το πιάσεις. Τραβιέται μακριά από τις γάτες και κάνει να ορμήσει στα πρόβατα. Τις νύχτες με φεγγάρι η αγαπημένη του βόλτα είναι στα κεραμίδια. Δεν μπορεί να νιαουρίσει και σιχαίνεται τα ποντίκια. Μπορεί να κάτσει και να στήσει καρτέρι με τις ώρες δίπλα στο κοτέτσι, άλλα ποτέ του δεν του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει κάτι κακό.
      Το τρέφω με γάλα. Απ’ όλα αυτό φαίνεται ότι του αρέσει πιο πολύ. Μέσα από τα δόντια του, που είναι δόν­τια αρπακτικού, ρουφάει το γάλα με μεγάλες ρουφηξιές. Φυσικά είναι μεγάλη πηγή διασκέδασης για τα παιδιά. Οι ώρες επίσκεψης είναι το πρωί της Κυριακής. Κάθομαι με το ζώο στα γόνατα και μαζεύονται γύρω μου τα παιδιά απ’  όλη τη γειτονιά.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Οι Άγγελοι του Σβέντενμποργκ και Η Μαϊμού του Μελανοδοχείου (από το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων του Χόρχε Λουίς Μπόρχες)


Οι Άγγελοι του Σβέντενμποργκ
Ο διακεκριμένος φιλόσοφος κι επιστήμονας Εμμα­νουήλ Σβέντενμποργκ (1688 - 1772), τα τελευταία είκο­σι πέντε χρόνια της γεμάτης από μελέτη ζωής του, τα πέ­ρασε στο Λονδίνο. Αλλά, καθώς οι Άγγλοι δεν είναι και πολύ ομιλητικοί, απόκτησε τη συνήθεια να συζητά με Δαίμονες και με Αγγέλους. Ό Θεός του χάρισε το προνό­μιο να επισκέπτεται τον Κάτω Κόσμο και να αναμιγνύεται στη ζωή των κατοίκων του. Ό Χριστός είχε πει ότι οι ψυχές πρέπει να είναι δίκαιες για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο. Ό Σβέντενμποργκ πρόσθεσε ότι πρέπει να είναι κι έξυπνες. Ό Μπλέηκ αργότερα καθόρισε σαφώς ό­τι πρέπει να είναι καλλιτέχνες και ποιητές. Οι Άγγελοι του Σβέντενμποργκ είναι οι ψυχές που διάλεξαν τον Πα­ράδεισο. Δεν έχουν ανάγκη από λέξεις, αρκεί να σκεφτεί ένας Άγγελος κάποιον άλλο και τον έχει πλάι του. Δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν στη γη, γίνονται ένας και μό­νο Άγγελος. Τον κόσμο τον κυβερνά η αγάπη. Ο κάθε Άγγελος είναι ένας Παράδεισος. Έχουν τη μορφή, που έ­χει ένα τέλειο ανθρώπινο ον. Ίδιο είναι και το σχήμα του Παράδεισου. Όπου κι αν κοιτάξουν οι Άγγελοι — είτε βόρεια και ανατολικά είτε νότια και δυτικά — πάντα είναι πρόσωπο μέ πρόσωπο προς το Θεό. Πάνω απ’ όλα είναι θεϊκοί. Η μεγαλύτερή τους ηδονή είναι να προσεύχονται και να λύνουν θεολογικά προβλήματα. Τα γήινα πράγμα­τα δεν είναι παρά σύμβολα των ουράνιων πραγμάτων. Ο ήλιος συμβολίζει τη θεία φύση. Στον Παράδεισο δεν κυλά ο χρόνος, η όψη των πραγμάτων αλλάζει σύμφωνα με τη διάθεση. Ανάλογα με την ευφυία των Αγγέλων αστράφτουν και οι ενδυμασίες τους. Πλουσιότερες απ’ τις ψυχές των φτωχών είναι οι ψυχές των πλουσίων, εφόσον οι πλούσιοι είναι συνηθισμένοι στα πλούτη. Όλα τ’ αντικείμενα, τα έπιπλα κι οι πολιτείες ακόμη, είναι πιο φυσικά και πιο πολυσύνθετα στον Παράδεισο παρ’ ό,τι στη γη. Τα χρώματα είναι πιο πλούσια και πιο αστραφτερά. Οι Άγγελοι αγγλικής καταγωγής έχουν μια κλίση προς την πολιτική, οι εβραϊκής καταγωγής προς το εμπόριο κο­σμημάτων, οι γερμανικής καταγωγής βαστάνε ογκώδεις τόμους που τους συμβουλεύονται πριν να διακινδυνεύ­σουν μια απάντηση. Επειδή οι μουσουλμάνοι τιμούν τον Μωάμεθ, ο Θεός τους έχει προμηθεύσει έναν Άγγελο, που παίζει το ρόλο του Προφήτη. Οι φτωχοί τω πνεύματι κι οι ερημίτες στερούνται τις απολαύσεις του Παράδεισου, μια και θα ήταν ανίκανοι να τις χαρούν.

Η Μαϊμού του Μελανοδοχείου
Αυτό το ζώο, που είναι συνηθισμένο στο Βορρά, είναι τέσσερις ή πέντε ίντσες μακρύ. Τα μάτια του έχουν χρώ­μα πορφυρό και το τρίχωμά του είναι κατάμαυρο, μετα­ξωτό κι απαλό σαν μετάξι. Χαρακτηρίζεται από ένα πε­ρίεργο ένστικτο — του αρέσει η σινική μελάνη. Όταν κάτσει κάποιος να γράψει, κάθεται σταυροπόδι κοντά του με το ένα μπροστινό πόδι διπλωμένο πάνω στ’ άλλο, περιμένοντας μέχρι να τελειώσει το γράψιμο. Τότε πίνει ό,τι έχει απομείνει απ’ το μελάνι. Κι υστέρα κάθεται στα πισι­νά του πόδια ήσυχο κι ικανοποιημένο.

[Μετάφραση Γιώργος Βέης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ LIBRO, 1983]

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Το φάντασμα του Λύση και η κοινότητα των Πυθαγορείων της Ιταλίας


[Σ’ αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το Περί του Σωκράτους δαιμονίου (13, 16) μαθαίνουμε ταυτόχρονα για την τύχη των πυθαγορείων μετά τους διωγμούς εναντίον τους, αλλά και πολλά πράγματα για τις δοξασίες τους. Συνομιλούν ο Θεάνωρ, νεαρός πυθαγόρειος που έχει έρθει σταλμένος από την Ιταλία, για να πάρει το σώμα του πυθαγόρειου Λύση από τη Θήβα πίσω στην πατρίδα, ο Σιμμίας, στενός φίλος του Σωκράτη και γνώριμος του πυθαγόρειου Φιλόλαου, ενώ αναφέρεται και ο Πόλυμνης, πατέρας του Επαμεινώνδα, του σπουδαίου στρατηγού των Θηβαίων. Ο διάλογος υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται στη Θήβα στα 379 π.Χ.:]

(Θεάνωρ): «Όταν, λοιπόν, κατέρρευσαν οι κατά πόλεις εταιρείες των πυθαγορείων, οι οποίοι είχαν ηττηθεί στην εμφύλια διαμάχη, μια ομάδα τους στο Μεταπόντιο,[1] συσπειρωμένη ακόμη, συνεδρίαζε σε κάποιο σπίτι. Τότε οι οπαδοί του Κύλωνα[2] τους έβαλαν από γύρω φωτιά και μεμιάς τους αφάνισαν όλους, εκτός από το Φιλόλαο[3] και το Λύση που ήταν νέοι ακόμη και σώθηκαν απ’ τη φωτιά χάρη στη ρώμη και την ευκινησία τους. Ο Φιλόλαος, λοιπόν, αφού διέφυγε στους Λευκανούς επανήλθε σώος προς τους άλλους φίλους, οι οποίοι άρχισαν ήδη να συγκεντρώνονται και πάλι και να υπερισχύουν των οπαδών του Κύλωνα. Για το Λύση, όμως, δεν ήταν γνωστό για πολύ καιρό πού είχε πάει, έως ότου ο Γοργίας ο Λεοντίνος,[4] επιστρέφοντας με πλοίο από την Ελλάδα στη Σικελία, ανακοίνωσε με βεβαιότητα στον κύκλο του Αρεσά[5] ότι συναντήθηκε με το Λύση που περνούσε τον καιρό του στη Θήβα. Κίνησε, λοιπόν, ο Αρεσάς, όπως είχε, να πάει ο ίδιος με το πλοίο, εξαιτίας του πόθου του να δει αυτόν τον άνθρωπο. Επειδή, όμως, του έλειπαν, εξαιτίας του γήρατος και της αδυναμί­ας του, εντελώς οι δυνάμεις για κάτι τέτοιο, παρήγγειλε σε μας να φέρουμε το Λύση κατά προτίμηση ζωντανό στην Ι­ταλία ή τα λείψανά του, αν είχε πεθάνει. Οι πόλεμοι, ό­μως, που έγιναν στο μεταξύ, οι εμφύλιες διαμάχες και οι τυραννίδες εμπόδισαν τους φίλους του να εκτελέσουν την αποστολή αυτή, όσο ο Αρεσάς ζούσε. Το δαιμόνιο του Λύση, αφού αυτός είχε πεθάνει πια, μας υπέδειξε εναργώς το θάνατό του και όσοι ήταν καλά πληροφορημένοι μας ανήγγειλαν τις φροντίδες σας και τη ζωή του κοντά σε σας, Πόλυμνη, ότι δηλαδή είχε την τύχη να τον γηροκομήσετε πλούσια στο φτωχό σας σπίτι και ότι πέθανε μακαριστός, αφού πήρε τον τίτλο του πατέρα των γιων σου. Τότε στάλθηκα εγώ, νέος και ένας από πολλούς και πρεσβύτερους, οι οποίοι έχουνε χρήματα και θέλουν να δώσουν σε σας που δεν έχετε και να πάρουν ως αντάλλαγ­μα άφθονη την ευγνωμοσύνη και τη φιλία σας. Ο Λύσης βέβαια έχει ενταφιαστεί καλά από σας, όμως ακόμη ανώ­τερη γι' αυτόν και από τον ωραίο τάφο είναι η ευγνωμο­σύνη που ανταποδίδεται στους φίλους του από τους φίλους και τους οικείους του»…

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΦΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΥΔΙΚΗ


MARGARET ATWOOD
ΕΥΡΥΔΙΚΗ
Εκείνος είναι εδώ και κατέβηκε να ψάξει για σένα.
Είναι το τραγούδι που πίσω σε καλεί,
ένα τραγούδι χαράς και πόνου
εξίσου: μια υπόσχεση
ότι τα πράγματα θα είναι αλλιώτικα εκεί πάνω
απ’ ό,τι την τελευταία φορά.
Θα προτιμούσες να συνεχίσεις να μην νιώθεις τίποτα:
κενότητα, σιωπή, αυτήν την ειρήνη που λιμνάζει
στα βάθη της θάλασσας και είναι πιο εύκολη
απ’ τη βοή και τη σάρκα της επιφάνειας.
Συνήθισες αυτούς τους μουντούς, χλωμούς διαδρόμους,
συνήθισες τον βασιλιά
που αμίλητος περνάει στο πλάι σου.
Ο άλλος είναι διαφορετικός
και σχεδόν τον θυμάσαι.
Λέει πως σου τραγουδά
γιατί σ’ αγαπά
όμως όχι όπως είσαι τώρα:
τόσο παγωμένη κι ελάχιστη, κινούμενη κι ακίνητη
μαζί, σαν λευκή κουρτίνα που κυματίζει
καθώς φυσά το ρεύμα από μισάνοιχτο παράθυρο,
δίπλα σε μια καρέκλα που πάνω της δεν κάθεται κανείς.

EURYDICE 
He is here, come down to look for you.
It is the song that calls you back,
A song of joy and suffering
Equally:  a promise:
That things will be different up there
Than they were the last time. 
You would rather have gone on feeling nothing, 
Emptiness and silence; this stagnant peace
Of the deepest sea, which is easier
Than the noise and flesh of the surface. 
You are used to these blanched dim corridors,
You are used to the king
Who passes you without speaking. 
The other one is different
And you almost remember him.
He says he is singing to you Because he loves you, 
Not as you are now,
So chilled and minimal: moving and still
Both, like a white curtain blowing
In the draft from a half-opened window
Beside a chair on which nobody sits. 
  

ROBERT BROWNING  
Η ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ
Δώσε σ’ εμένα το στόμα, τα μάτια, το μέτωπο!
Άφησέ τα και πάλι να με ρουφήξουν! Ένα βλέμμα σου τώρα
θα με τυλίξει για πάντα, να μην βγω
έξω απ’ το φως του, αν και το σκότος κείται πιο πέρα:
κράτησέ με ξανά ασφαλή με τα δεσμά
ενός αθάνατου βλέμματος! Κι όλη τη θλίψη που υπήρξε
την ξεχνώ∙ κι όλο τον τρόμο που μπορεί να υπάρξει
τον αψηφώ - παρελθόν κανένα δεν είναι δικό μου, μέλλον κανένα: κοίταξέ με!

EURYDICE TO ORPHEUS 
But give them me, the mouth, the eyes, the brow!
Let them once more absorb me!  One look now
Will lap me round for ever, not to pass
Out of its light, though darkness lies beyond:
Hold me but safe again within the bond
Of one immortal look!  All woe that was,
Forgotten, and all terror that may be,
Defied—no past is mine, no future:  look at me! 

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Η φύση του γαλαξία και των κομητών κατά την αρχαία ατομική θεωρία


Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προσπάθειες των Ατομικών να ερμηνεύσουν το φως του γαλαξία, τη γαλαξιακή ζώνη. Την απέδωσαν στο φως άστρων που είναι κοντά το ένα στο άλλο και γίνονται ορατά μόνο, όταν η γη παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ αυτά και τον ήλιο:  
(DK 59 A80) Αριστοτ., Μετεωρολογικά 345a25: «Οι οπαδοί του Αναξαγόρα και του Δημόκριτου θεωρούν το γαλαξία ως φως κάποιων άστρων. Γιατί ο ήλιος, όταν περιφέρεται κάτω από τη γη, δεν βλέπει ορισμένα άστρα. Όσα, λοιπόν, άστρα τα βλέπει από παντού, αυτών το φως δε φαίνεται, αφού εμποδίζεται από τις ακτίνες του ήλιου. Όσα, όμως, τα εμποδίζει η γη έτσι, ώστε να μην τα βλέπει ο ήλιος, αυτών το ιδιαίτερο φως είναι ο γαλαξίας».
(DK 68 A91) Αλέξ. ad loc. 37, 23: «Ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος θεωρούν το γαλαξία ως φως κάποιων άστρων. Γιατί όταν ο ήλιος τη νύχτα πηγαίνει κάτω από τη γη, τότε όσα από τα ευρισκόμενα πάνω από τη γη άστρα τα φωτίζει, αυτών το ιδιαίτερο φως δε γίνεται ορατό, επειδή εμποδίζεται από τις ακτίνες του ήλιου. Όσα, όμως, τα σκοτεινιάζει η σκιά της γης που βρίσκεται μπροστά (απ’ τον ήλιο), με αποτέλεσμα να μην τα καλύπτει η λάμψη του ήλιου, αυτών το ιδιαίτερο φως γίνεται ορατό και αποτελεί το γαλαξία».
Ολυμπιόδωρος ad loc. 67, 32: «Μια τρίτη άποψη είναι αυτή του Αναξαγόρα και του Δημόκριτου. Αυτοί ισχυρίζονται ότι ο γαλαξίας είναι το ιδιαίτερο φως που έχουν τα άστρα, τα οποία δε φωτίζονται από τον ήλιο. Γιατί τα άστρα έχουν, ισχυρίζονται, και δικό τους φως και επίκτητο από τον ήλιο... Δε δέχονται, όμως, όλα τα άστρα το επίκτητο φως. Όσα, λοιπόν, δεν το δέχονται, αυτά δημιουργούν τον κύκλο του γαλαξία».  
(DK 68 A91) Αέτιος 3, 1, 6: «Ο Δημόκριτος θεωρεί πως ο γαλαξίας είναι η από κοινού λάμψη πολλών, μικρών και κοντινών μεταξύ τους άστρων, που φωτίζουν το ένα το άλλο εξαιτίας της πυκνότητάς τους».
Αχιλλέας Τάτιος, Εισαγωγή 24, 17: «Άλλοι ισχυρίζονται ότι ο γαλαξίας σχηματίζεται από πολλά πολύ μικρά και πολύ κοντινά άστρα, τα οποία μας φαίνονται ενωμένα εξαιτίας της απόστασής του ουρανού από τη γη, όπως αν πασπάλιζε κανείς κάτι με λεπτό και πολύ αλάτι».

Οι Σειρήνες, o Σείριος και το ρήμα σείω: ετυμολογική και σημασιολογική διερεύνηση


Η λέξη Σειρήν (στα αττικά αγγεία συχνά Σιρήν, ενώ ο δωρικός τύπος φαίνεται ότι είχε ήτα, όπως υποδεικνύει ο τύπος του Αλκμάνα Σηρηνίδων) είναι πολύ αρχαία, αφού μαρτυρείται ήδη στη μυκηναϊκή εποχή στη σύνθετη λέξη σειρημοκαράωρ: το σύνθετο δείχνει ότι την εποχή αυτή (γύρω στα 1400-1200 π.Χ.) ή τουλάχιστον στη συγκεκριμένη διάλεκτο, η λέξη είχε ακόμη θέμα σε -μ και όχι σε -ν, Σειρημο-, ενώ το δεύτερο συνθετικό παράγεται από τη λέξη κάρα (κεφάλι). Το σύνθετο θα μπορούσε να αποδοθεί ως «αυτός που έχει κεφαλή σειρήνας» και αντιστοιχεί πάντα σε διακοσμητικό στοιχείο καρέκλας, πλάι σε παρόμοια σύνθετα όπως το ὀνοκαράωρ (με κεφαλή όνου) σε άλλες πινακίδες.

Ετυμολογικά η λέξη πρέπει να συνδέεται με το άστρο Σείριος, αφού ο Σείριος υποδηλώνει την καλοκαιρινή κάψα, ενώ οι Σειρήνες ως προς την καταγωγή φαίνεται ότι αρχικά ήταν θεότητες του μεσημεριού και της συνακόλουθης γαλήνης στη θάλασσα. Η λέξη Σείριος, πάλι, προτού γίνει κύριο όνομα άστρου ήταν επίθετο, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι μπορεί να χαρακτηρίσει τον ήλιο, τα άστρα, ακόμη και τα πλοία: στους Πέρσες του Τιμόθεου προσδιορίζει τη λέξη νᾶες, πλοία, με τη μεταφορική έννοια «καταστροφικά (πλοία)» (από επέκταση της σημασίας «καυτός»). Ο Σείριος με τη σειρά του κατάγεται από τη λέξη σείω = ερεθίζω, κουνώ, σείω, πάλλω, ταλαντώνω, μεταφορικά σπινθηροβολώ ή λαμπυρίζω. Από την τελευταία, μεταφορική σημασία, θα προέκυψε το επίθετο σείριος = λαμπερός (μετά ακτινοβόλος, θερμός, καυτός).

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Μόνος - Edgar Allan Poe, Alone




Μόνος [1]
Από τα πρώτα μου χρόνια δεν ήμουνα
όπως ήταν οι άλλοι, δεν έβλεπα με το βλέμμα
που βλέπουν οι άλλοι. Τα πάθη μου
ν’ αντλήσω από νάμα κοινό δεν μπορούσα,
από την ίδια πηγή δεν έλαβα
τον πόνο μου, και την καρδιά μου δεν κατάφερνα
στη χαρά να ξυπνήσω από τους ίδιους ήχους.
Κι ό,τι αγάπησα, το αγάπησα μονάχος μου.

Έτσι, στα παιδικά μου τα χρόνια, στην αυγή
μιας ζωής πολυκύμαντης, ξεπήδησε
απ’ όλα του καλού και του κακού τα βάθη,
μυστήριο που ακόμη με κρατά δεμένο:
από τον χείμαρρο ή την πηγή,
από τον κόκκινο βουνογκρεμό,
από τον ήλιο που γύρω μου γλιστρά
στο φθινοπωρινό χρυσό του χρώμα,
από την αστραπή στον ουρανό
που με προσπέρασε πετώντας δίπλα μου,
από την καταιγίδα, τη βροντή,
κι από το σύννεφο που πήρε τη μορφή-
κι ενώ ο υπόλοιπος ο ουρανός ήταν γαλάζιος-
του δαίμονα στο βλέμμα μου.

Alone
 From childhood's hour I have not been
 As others were; I have not seen
 As others saw; I could not bring
 My passions from a common spring.
 From the same source I have not taken
 My sorrow; I could not awaken
 My heart to joy at the same tone;
 And all I loved, I loved alone.

 Then- in my childhood, in the dawn
 Of a most stormy life- was drawn
 From every depth of good and ill
 The mystery which binds me still:
 From the torrent, or the fountain,
 From the red cliff of the mountain,
 From the sun that round me rolled
 In its autumn tint of gold,
 From the lightning in the sky
 As it passed me flying by,
 From the thunder and the storm,
 And the cloud that took the form
 (When the rest of Heaven was blue)
 Of a demon in my view.




[1] Το ποίημα γράφτηκε στα 1830, αλλά εκδόθηκε το 1875 κι ενώ ο Πόε ήταν ήδη πεθαμένος. Ο ποιητής από την παιδική του ηλικία αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαφορετικά από τους υπόλοιπους ανθρώπους, δεν αντλεί από την κοινή πηγή συναισθημάτων από την οποία αντλούν όλοι, δεν λυπάται και δεν χαίρεται με τα ίδια πράγματα όπως οι άλλοι. Η καρδιά του δεν ξυπνά να χαρεί από τις ίδιες μελωδίες ή ρυθμούς. Νιώθει, λοιπόν, απέραντη μοναξιά, ακόμη και στην αγάπη. Αυτή η διαφορετικότητά του είναι ένα μυστήριο που συνεχίζει να τον ξεχωρίζει και να τον βασανίζει μέχρι σήμερα. Αυτό το μυστήριο δεν είναι τίποτε άλλο από την συνειδητοποίηση εκ μέρους του ποιητή ότι πίσω από τη φαινομενική διαφορά του καλού και του κακού ο κόσμος κατά βάθος έχει μια ενιαία υπόσταση και δυστυχώς η υπόσταση αυτή έχει κάτι το δαιμονικό. Κάθε καλή ή κακή εμπειρία που έζησε ο ποιητής μας του το υποδεικνύει. Ακόμη και εκεί που οι άλλοι βλέπουν έναν γαλάζιο ουρανό, αυτός βλέπει στο μοναδικό σύννεφο το πρόσωπο ενός δαίμονα.
[Να σημειωθεί ότι στη μετάφραση πήρα μερικές μικρές ελευθερίες]

Ο πλους στον Ατλαντικό Ωκεανό του Ορφέα και των Αργοναυτών (Ορφικά Αργοναυτικά)


Η πορεία στον Ατλαντικό περιλαμβάνει 4 στάδια: την Ιερνίδα (-ες) νήσο (-ους)  (Ιέρνη, 1181), το νησί της Δήμητρας (1187-1206), τη χώρα της Κίρκης (1207-1239), την περιοχή των Ηράκλειων στηλών κοντά στις εκβολές του Ταρτησσού και τα ιερά ακρωτήρια του Διονύσου (1242-1245), τα οποία πρέπει να ταυτίζονται με τα ιερά ακρωτήρια που προφητεύει η Αργώ (1167). Η Ιέρνη, γνωστή πιθανώς ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, ταυτίζεται κυρίως με την Ιρλανδία, αλλά εδώ πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως ένας γενικός χαρακτηρισμός για τα βρετανικά νησιά. Το νησί της Δήμητρας ανήκει στην ορφική παράδοση που τοποθετούσε την αρπαγή της Περσεφόνης στις ακτές του Ωκεανού (Kern F 43). Ο Στράβων (4.4.6), ακολουθώντας τον Αρτεμίδωρο, αναφέρει ένα νησί κοντά στη Βρετανία αφιερωμένο στη Δήμητρα. Το νησί της Κίρκης τοποθετείται από τον Όμηρο στα ανατολικά όρια του Ωκεανού (μ 3-4), ενώ ο Στράβων φαίνεται να υπονοεί ότι βρίσκεται στη δύση (1.2.10). Σύμφωνα με το Διόδωρο (4.45) η Κίρκη είχε εγκαταλείψει την Κολχίδα για ένα έρημο νησί στον Ωκεανό. Ο Απολλώνιος (3.309-313) τοποθετεί τη μάγισσα στα παράλια της Τυρρηνικής θάλασσας, αλλά προσθέτει ότι έφτασε εκεί με το άρμα του Ήλιου.
            Οι Ηράκλειες στήλες ασφαλώς θέτουν λιγότερα προβλήματα, καθώς είναι πολύ γνωστές, όπως και η πόλη και ο ποταμός Ταρτησσός στα βόρεια των Γαδείρων (Κάδιξ), στο δέλτα του Guadalquivir. Μόνο τα ιερά ακρωτήρια του Διονύσου παρουσιάζουν δυσκολία. Σύμφωνα με το κείμενο (1243-1245) δε βρίσκονται στα ατλαντικά παράλια της Ιβηρικής. Ίσως ο ποιητής προπαγανδίζει εδώ κάποια ορφικοβακχική παράδοση που έδινε το όνομα αυτό στον ίδιο το βράχο του Γιβραλτάρ, για να ανταγωνιστεί την παράδοση που τον συσχέτιζε με τον Ηρακλή. Η ίδια ορφικοβακχική παράδοση απέδιδε στο Διόνυσο την ανέγερση στηλών στην Ινδία, δηλαδή στην Ανατολή, παρόμοιων με τις Ηράκλειες της Δύσης:[1]

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Η ιουδαϊκή κοινότητα των Θεραπευτών στην Αίγυπτο και οι ρίζες του χριστιανικού μοναχισμού



Η κοινότητα των Θεραπευτών της Αιγύπτου περιγράφεται από τον Φίλωνα τον Αλεξανδρινό στο έργο του Περί βίου θεωρητικού. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι οι Θεραπευτές αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά Εσσαίοι που έδιναν περισσότερο έμφαση στο θεωρητικό βίο, σε αντίθεση με τους καθαυτό Εσσαίους, οι οποίοι έδιναν έμφαση στον πρακτικό βίο. Αν, όμως, ο Φίλωνας σκόπευε να αναφερθεί σε Εσσαίους που ασκούν περισσότερο το βίο της θεωρίας απ’ όσο της δράσης σίγουρα θα είχε κάνει κάποια περαιτέρω σύνδεση ανάμεσα στους δύο κλάδους της αίρεσης. Είναι προτιμότερο να θεωρήσουμε ότι οι Θεραπευτές αποτελούσαν μια ιδιαίτερη ομάδα Ιουδαίων εγκατεστημένων έξω από την Αλεξάνδρεια.
Ο Φίλωνας. όπως αναφέρθηκε, τοποθετεί τους Θεραπευτές ακριβώς έξω από την Αλεξάνδρεια. Εντούτοις δεν αναφέρει την ακριβή τοποθεσία διαμονής τους, αν και μας δίνει την περιγραφή της. Ο πλέον πιθανός τόπος εγκατάστασης της κοινότητας, σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, φαίνεται να είναι ένας μακρύς, χαμηλός ασβεστολιθικός λόφος, ο οποίος απλώνεται (με κατεύθυνση από τα νοτιοανατολικά προς τα νοτιοδυτικά) στη νοτιοδυτική πλευρά της Αλεξάνδρειας, περίπου 14 με 18 χιλιόμετρα μακριά από τα δυτικά τείχη. Εδώ υπάρχει γη κατάλληλη για κατοίκηση και από τις δυο πλευρές του λόφου, καθώς και χωριά που κύκλωναν το λόφο, όπως αναφέρει το κείμενο. Το μέρος είναι πιο κοντά στη Μαρεώτιδα λίμνη απ’ όσο στη Μεσόγειο και, επομένως, βρισκόταν περισσότερο κάτω από την επίδραση της αύρας της λίμνης παρά της θάλασσας. Στην περιοχή υπήρχαν, σύμφωνα με το Στράβωνα (17.1.14), οι κώμες Πλινθίνη και Νίκιος καθώς και ένα φρούριο με το όνομα Χερρόνησος. Κοντά απλωνόταν και η πόλη Μαρέη. Επομένως, η περιοχή δεν ήταν ακατοίκητη. Η κοντινή ύπαρξη οικισμών αναφέρεται ρητά από το Φίλωνα, η περιγραφή του οποίου υπαινίσσεται ότι αρκετοί πλούσιοι Αλεξανδρινοί είχαν χτίσει βίλες στην περιοχή. Άρα, η κοινότητα των Θεραπευτών δεν ήταν όπως αυτή των Εσσαίων εγκατεστημένη στην έρημο. Ήταν μια αγροτική κοινότητα κοντά στην πόλη.

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Clark Aston Smith, Η Μέδουσα της Απελπισίας, The Medusa of Despair


Η ΜΕΔΟΥΣΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ
Ίσως και να μην μπορέσω να καλύψω για πάντα με τη χάρη
των πλεγμένων λουλουδιών τα μάτια σου από πέτρα που κοιτούν επίμονα.
Προτού οι ευκίνητοι αστρίτες και τ’ ανεμόδαρτα στεφάνια
χωρίσουνε το σμίξιμό τους, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό σου

το θανάσιμο ωσάν τους ήλιους τους χλωμούς στο σύμπαν∙
προτού η ζωή μου την ομοίωσή σου πάρει,
ύπαγε από δω! Οι σκοτεινοί θεοί θρηνούν στον θρόνο τους
και δίχως φλόγα αυξαίνουν οι Ερινύες που εναγκαλίζονται.

Να αποσυρθείς μέσα από μέρη όπου βασιλεύουν πιο αρχαίες μοίρες,
όπου ακόμη και του Χρόνου τα σκιερά φτερά στέκουν εκστατικά.
Ψάξε κάποιο ψηλό Κιμμέριο οχυρό
και αλαζονικές, δαιμονικές πρωτεύουσες ανήλιαγες,

που οι προμαχώνες τους, δυσοίωνοι μ’ ανατριχιαστικό σκοτάδι,
υψώνονται στον κόσμο, μέσα στο άσβεστο φως της κόλασης.

THE MEDUSA OF DESPAIR
I may not mask for ever with the grace
Of woven flowers thine eyes of staring stone:
Ere the lithe adders and the garlands blown,
Parting their tangle, have disclosed thy face

Lethal as are the pale young suns in space—
Ere my life take the likeness of thine own—
Get hence! the dark gods languish on their throne,
And flameless grow the Furies they embrace.

Regressive, through what realms of elder doom
Where even the swart vans of Time are stunned,
Seek thou some tall Cimmerian citadel,
And proud demonian capitals unsunned

Whose ramparts, ominous with horrent gloom,
Heave worldward on the unwaning light of hell.