Paul Laurence Dunbar, 1872 - 1906, Ships That Pass in the Night



Πέρα στον ουρανό μεγάλα και σκοτεινά τα νέφη συνάζονται.
Μέσα στην πλέρια τη νύχτα κοιτώ μακριά
όπ’ ακούω ήχο βαθύ κανονιού και επίσημο  
και πιάνω τη λάμψη τυχαίου φωτός
να μου λέει πως το πλοίο που ψάχνω περνάει, περνάει.

Δακρυσμένα τα μάτια μου της ψυχής την πληγή την βαθιά καθρεφτίζουν:
θα χαιρέταγα και θ΄ ανέβαινα σε τούτο το πλοίο των πλοίων.
Ικετεύοντας τα χέρια μου απλώνω, κραυγάζω με δύναμη,
μα η φωνή μου πέφτει νεκρή λίγο πιο πέρα απ’ τα χείλη μου.
Μονάχα ο ίσκιος της φτάνει ως το σκάφος που περνάει, περνάει.

Ω  Γη, Ουρανέ, Ωκεανέ, επικυρίαρχοι,
ω καρδιά και ψυχή μου που το σκότος το τρέμει!
Για με δεν υπάρχει ελπίδα; Δεν υπάρχει τρόπος κανείς
για να δω, ν’ ανέβω σ' ετούτο το πλοίο που σπεύδει
και χάνεται απ’ την ακοή και το βλέμμα, καθώς περνάει, περνάει;


Out in the sky the great dark clouds are massing;
   I look far out into the pregnant night,
Where I can hear a solemn booming gun
   And catch the gleaming of a random light,
That tells me that the ship I seek is passing, passing.

My tearful eyes my soul’s deep hurt are glassing;
   For I would hail and check that ship of ships.
I stretch my hands imploring, cry aloud,
   My voice falls dead a foot from mine own lips,
And but its ghost doth reach that vessel, passing, passing.

O Earth, O Sky, O Ocean, both surpassing,
   O heart of mine, O soul that dreads the dark!
Is there no hope for me? Is there no way
   That I may sight and check that speeding bark
Which out of sight and sound is passing, passing?