Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Η εξέλιξη της ιδέας των δαιμόνων στην αρχαία Ελλάδα



Η έννοια του δαίμονα υπήρχε στην Ελλάδα από την εποχή του Ομήρου, αλλά δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο στην επίσημη λατρεία. Δε διέθετε τη δική της μυθολογία, αλλά προσκολλούνταν στην υπάρχουσα πίστη. Στη φιλοσοφία εμφανίζεται για πρώτη φορά με το έργο του Θαλή, ο οποίος υποστήριζε ότι όλο το σύμπαν είναι ζωντανό και γεμάτο δαίμονες, και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από τον Ηράκλειτο, τον Ξενοφάνη, τον Πλάτωνα και το μαθητή του Ξενοκράτη. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη ασαφώς τόσο για έναν «θεό» όσο και για έναν «θεϊκό απεσταλμένο». Στον Ησίοδο οι δαίμονες είναι ψυχές των ανθρώπων που ανήκαν σε προηγούμενα από το σημερινό σιδερένιο γένη. Οι ψυχές αυτές δρουν ως φύλακες των ανθρώπων πάνω στη γη. Στον Αισχύλο οι νεκροί γίνονται δαίμονες. Στον Θέογνη και τον Μένανδρο δαίμονας είναι ο φύλακας άγγελος ενός συγκεκριμένου ανθρώπου ή και μιας οικογένειας. Για τον Πλάτωνα, ο οποίος συνέβαλε πολύ στην ανάπτυξη των απόψεων για το δαίμονα, οι δαίμονες είναι ενδιάμεση, μεταξύ των ανθρώπων και των θεών, κατηγορία όντων. Ο ρόλος τους είναι να μεταφέρουν στους ανθρώπους τις οδηγίες, τις συμβουλές, τις προσταγές, τις χάρες των θεών και. αντίστροφα, στους θεούς τις προσευχές και τις προσφορές των ανθρώπων. Αποτελούν σύνδεσμο του ουρανού με τη γη, γιατί οι ίδιοι οι θεοί δεν αναμιγνύονται με τους ανθρώπους. Η μαντική, η μαγεία, τα όνειρα, τα οράματα όλα σχετίζονται με τους δαίμονες. Τις απόψεις του Πλάτωνα επεξεργάστηκε περαιτέρω ο μαθητής του Ξενοκράτης, αρχηγός της Ακαδημίας από το 339 π.Χ. Για τον Ξενοκράτη η ψυχή του κόσμου επιστατεί, τοποθετημένη από το θεϊκό πνεύμα, σε όλα τα πράγματα που υπόκεινται σε κίνηση και αλλαγή. Εμπνέει ψυχή στους πλανήτες, τον ήλιο και τη σελήνη, τα οποία επομένως είναι δαιμονικά ως προς τη φύση τους. Σε ένα χαμηλότερο επίπεδο ζωογονεί τους θεούς του Ολύμπου και τα στοιχεία. Σε ακόμη χαμηλότερη βαθμίδα υπάρχουν δαίμονες που προσκολλώνται σε οτιδήποτε ταιριάζει στη φύση τους, κάνοντάς το ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο, ανάλογα με το αν είναι καλοί ή κακοί. Όσο χαμηλότερα στην κλίμακα της ύπαρξης βρίσκεται ένα ον, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να καταληφθεί από έναν κακό δαίμονα.
Με την ιδέα του καλού δαίμονα η θρησκεία βρήκε το απαραίτητο ενδιάμεσο ανθρώπων και θεών, αφού τους τελευταίους η φιλοσοφία τους είχε απομακρύνει έξω από το ανθρώπινο πεδίο δράσης. Στην ιδέα του κακού δαίμονα βρήκε την πηγή του κακού στον κόσμο: σε κάθε τι κακό κρυβόταν ένας κακός δαίμονας. Οι κακοί δαίμονες ήταν υπεύθυνοι για τη διαστροφή μύθων, λατρειών και τελετουργιών, οι οποίες στην πρώτη αρχή τους είχαν προέλθει από έναν θεό. Ο άνθρωπος έπρεπε, συνεπώς, να κάνει διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια (ό,τι προέρχεται από το θεό είναι καλό) και τη διαστροφή της (τα κακά προέρχονται από τους κακούς δαίμονες). Ο Πλούταρχος, ο οποίος δεχόταν αυτές τις απόψεις, πίστευε ότι έτσι μπορούσε να αποκαθάρει και να διαφυλάξει την παραδοσιακή ελληνική θρησκεία και λογοτεχνία.
Στο Περί των ἐκλελοιπότων χρηστηρίων του Πλουτάρχου ο Κλεόμβροτος θεωρεί ότι η ιδέα των δαιμόνων προήλθε είτε από τον Ζωροάστρη και τους Μάγους, είτε από τη Θράκη και τον Ορφέα, είτε από την Αίγυπτο ή τη Φρυγία. Θυμίζει ότι ο Ησίοδος πίστευε πως υπήρχαν τέσσερα είδη όντων: θεοί, δαίμονες, ήρωες και άνθρωποι. Οι βαθμίδες αυτές της ύπαρξης δεν είναι κλειστές: ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει ήρωας, δαίμονας, θεός. Ένας δαίμονας μπορεί να εκπέσει σε άνθρωπο. Οι δαίμονες ζουν πολύ, αλλά δεν είναι αθάνατοι. Οι διάφορες τελετουργίες που αφορούν το θρήνο και τις θυσίες σχετίζονται με δαίμονες και όχι με θεούς. Το ίδιο και οι ιστορίες για περιπλανήσεις, τιμωρίες, εγκλήματα, θανάτους και αναστάσεις θεϊκών υπάρξεων. Ακόμη και στην περίπτωση των Δελφών η ιστορία της μάχης του Απόλλωνα με το φίδι Πύθωνα είναι ανάξια για έναν θεό. Οι προφητείες και οι χρησμοί προέρχονται από τους δαίμονες. Όταν ένα μαντείο παρακμάζει, αυτό σημαίνει ότι το εγκατέλειψε ο δαίμονάς του. Οι δαίμονες πρέπει να είναι θνητοί, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει λόγος διάκρισής τους από τους θεούς.
Ο Πλούταρχος φαίνεται ότι ένιωσε την ανάγκη να ασχοληθεί εκτεταμένα και σε πολλά έργα (π.χ. Περί του Σωκράτους δαιμόνιου, Περί ’Ίσιδος και Όσίριδος κ.ά.) με το θέμα των δαιμόνων, επειδή η φιλοσοφία είχε απομακρύνει το Θεό από τους ανθρώπους και τον είχε μετατρέψει σε έ-να απαθές, αφηρημένο Ον που δεν ασχολείται με τις ανθρώπινες υποθέσεις. Έτσι οι δαίμονες παρουσιάζονται στο προσκήνιο από την ανάγκη να καλυφθεί το ενδιάμεσο κενό. Αυτοί οι μεσάζοντες πρέπει να γίνουν αντικείμενο κολακείας και να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις τους, αν ο άνθρωπος επιθυμεί να επιτύχει το σκοπό του. Από την άλλη, κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι μπορούν ακόμη και να χειριστούν τους δαίμονες προς όφελος τους.  

Στην πραγματικότητα η ιδέα των δαιμόνων ήταν κυρίαρχη στη λαϊκή πίστη της εποχής εκείνης, αν και μερικές φορές οι μελετητές την παραβλέπουν, επειδή δεν άφησε μεγαλειώδη ίχνη στη λογοτεχνία και τις τέχνες. Οι δαίμονες ήταν πανταχού παρόντες στη σκέψη των ανθρώπου στην Ελλάδα ήδη από την εποχή του Ομήρου και οι διάφορες λατρείες τους συνυπήρχαν και πολλές φορές ήταν πιο σημαντικές για τον απλό άνθρωπο από τις επίσημες λατρείες της πόλης. Αλλά και σε άλλους λαούς και θρησκείες η μνήμη τους παρέμεινε ζωντανή: στην εβραϊκή Βίβλο υπάρχουν πλήθος ίχνη τους, παρά τη μονοθεϊστική αναθεώρηση των Γραφών. Η χριστιανική Βίβλος είναι επίσης γεμάτη από αναφορές σ’ αυτούς, ενώ στους χριστιανούς πατέρες αποκτούν μια άλλη διάσταση: είναι οι κακοί πειρασμοί με τους οποίους μάχονται οι πιστοί και ιδιαίτερα οι μοναχοί, ενώ οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί μπορούν να ταυτιστούν μ’ αυτούς.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Ωρίων: ο αστερισμός, ο κυνηγός και η σημασία του ονόματός του


Από την εποχή των ομηρικών επών ο Ωρίων παρουσιάζεται ως ήρωας του παλιού καιρού και ως αστερισμός ταυτόχρονα. Μάλιστα στον Όμηρο είναι ο μόνος ήρωας που θεωρείται καταστερισμένος. Ο Όμηρος δεν αναφέρει βέβαια κάπου με λεπτομέρειες την ιστορία του καταστερισμού, αλλά είναι σαφές ότι την γνωρίζει. Η γνώση και η παρατήρηση των άστρων ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τον γεωργικό και ποιμενικό κόσμο. Η ετυμολογία του ονόματος του Ωρίωνος, όπως θα δούμε, τον συνδέει ιδιαίτερα με το καλοκαίρι και επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η ηλιακή επιτολή του Ωρίωνος συμπίπτει λίγο-πολύ με το θερινό ηλιοστάσιο. Για τους Έλληνες το καλοκαίρι είναι καλή περίοδος για το θερισμό και τον τρύγο, αλλά και εποχή υπερβολικής ζέστης που φέρνει αρρώστιες και πυρετούς. Ο αστερισμός του Ωρίωνος και ο συνακόλουθος μύθος του ήρωα μοιάζει να εκπροσωπεί αυτή την αρνητική όψη του θέρους. Είναι ο υπερβολικός κυνηγός που θέλει να καταστρέψει την άγρια ζωή και ό,τι σχετίζεται με τη σφαίρα της Άρτεμης. Είτε την ερωτεύεται, είτε συγκρούεται μαζί της, αλλά σε κάθε περίπτωση πεθαίνει.
            Ο μύθος παρουσιάζει διάφορες εκδοχές, ενίοτε συγκρουόμενες μεταξύ τους. Σε μια παράδοξη παράδοση ο Ωρίων θεωρείται ότι γεννήθηκε από την κοινή εκσπερμάτιση τριών θεών (Ποσειδώνας, Ζευς, Ερμής) πάνω σε μια δορά ταύρου για λογαριασμό του άτεκνου Υριέως στην Βοιωτία. Αποτελεί, λοιπόν, δώρο της ευγονίας των θεών. Από τον Ποσειδώνα λαμβάνει την ικανότητα να επιπλέει στα κύματα. Στη Σικελία συνδέεται με τη Ζάγκλη. Στη Χίο ενώνεται με τη Μερόπη, για την οποία ο βασιλιάς και πατέρας της Οινοπίων δείχνει μια στοργή, όπως ο Οινόμαος για τη δική του κόρη στην Πίσα, περισσότερο από πατρική.  Ο Οινοπίων τον τυφλώνει, αλλά ο Ωρίων βρίσκει ξανά την όρασή του χάρη στη συνδυασμένη βοήθεια του Ηφαίστου, του Κηδαλίωνα και του Ήλιου (ή του Ασκληπιού, ο οποίος σε άλλη εκδοχή τον ανασταίνει). Στην Κρήτη δείχνει υπερβολικό πάθος για το κυνήγι, αλλά η Άρτεμη τον ερωτεύεται. Στο τέλος, όμως, τον σκοτώνει άλλοτε με το τόξο, συνήθως με σκορπιό που στέλνει η ίδια ή η Γη. Σε άλλες εκδοχές κυνηγά τις Πλειάδες ή τον ερωτεύεται η Ηώς. Στο τέλος καταστερίζεται από την Άρτεμη ή τον Δία.
            Στο ομηρικό έπος εμφανίζεται έξι φορές και σε ένα έβδομο χωρίο δεν ονοματίζεται. Στην Ιλιάδα, στην αρχή της ραψωδίας Ε (4-6) δεν αναφέρεται άμεσα, αλλά ανακαλείται μέσω του σκύλου του, του Σείριου. Στη ραψωδία Χ 25-32 ο Αχιλλέας παρομοιάζεται επίσης με τον Σείριο του Ωρίωνος, ο οποίος καλείται κακόν σῆμα, κακό σημάδι: ο Έκτορας θα πεθάνει στην ίδια ραψωδία. Στη ραψωδία Σ 483-489 ο Ωρίων εμφανίζεται στο κέντρο της ασπίδας που φτιάχνει ο Ήφαιστος για τον Αχιλλέα. Στην Οδύσσεια, ε 271-275, ο Οδυσσέας αφήνοντας το νησί της Καλυψώς κοιτά τον νυχτερινό ουρανό και τον Ωρίωνα. Η Καλυψώ παραπονιέται ότι οι θεοί του Ολύμπου ζηλεύουν τις κατώτερες θεότητες, όταν ερωτεύονται θνητούς: η Άρτεμη σκότωσε τον αγαπημένο της Ηούς Ωρίωνα (ε 121-124). Στη Νέκυια ο Οδυσσέας βλέπει τον Ωρίωνα ως κυνηγό στον Κάτω Κόσμο (λ 572-575). Και ενώ για τον Ηρακλή (λ 602) λέγεται σαφώς ότι στον Άδη είναι μόνο το είδωλό του, ενώ στον Όλυμπο βρίσκεται ο αθάνατος Ηρακλής, δεν αναφέρεται το ίδιο, όπως θα περιμέναμε, για τον Ωρίωνα, ο οποίος απαθανατίστηκε ως αστερισμός. Χωρίς να συγκαταλέγεται ρητά ανάμεσα στους μεγάλους αμαρτωλούς Σίσυφο, Τάνταλο, Τιτυό, εντούτοις ασχολείται ματαίως στον Άδη με το κυνήγι, όπως ο Σίσυφος με τον λίθο του. Τέλος στο χωρίο λ 309-310 οι Αλωάδες, Ώτος και Εφιάλτης, συγκρίνονται στο μέγεθος με τον Ωρίωνα.
            Το όνομα του Ωρίωνος εμφανίζεται στην παράδοση και ως Ωαρίων (με α και ι βραχέα). Η δεύτερη εκδοχή είναι η αρχαιότερη και παραπέμπει σε ένα ουσιαστικό (*ὦσαρ > *ὦhαρ >) *ὦαρ. Η λέξη πρέπει να δήλωνε το θέρος. Πράγματι υποθέτουμε ότι σε κάποια φάση της Ελληνικής υπήρχε παραλλαγή αυτού του ουσιαστικού *ὄαρ (< ὄhαρ < ὄσαρ)  που επίσης δεν επιβίωσε, αλλά πρόλαβε να δώσει ως δεύτερο συνθετικό τη λέξη ὀπώρα (<*ὀπόαρα), όπου πρώτο συνθετικό είναι η αιολική μορφή της πρόθεσης/επιρρήματος ἐπι- = ὀπι-. Πβ. ὄπισθεν, ὀπίσω = πίσω, μετά.  Δηλαδή ὀπώρα = μετά το θέρος = φθινόπωρο.[1] Η συναίρεση του Ωα- σε Ω- έγινε κατά την αιολική περίοδο της επικής ποίησης. Η κυριαρχία της εκδοχής Ωρίων με μακρό /ι/ μπορεί να διευκολύνθηκε κατά την ιωνική φάση της δημιουργίας του ηρωικού και διδακτικού έπους από την ύπαρξη ανθρωπωνυμίων σε -ιων με μακρό /ι/.

[Βλ. Renaud Jean-Michel, «Le catastérisme chez Homère. Le cas d'Orion», Gaia: revue interdisciplinaire sur la Grèce Archaïque, 7 2003, 205-214.]



[1] Αν υποθέσουμε ότι αρχικά η ρίζα είχε και δίγαμμα, wosar, τότε από μια παραλλαγή wesar μπορεί να προκύπτει και η λέξη >wehar>wear>ἔαρ, η άνοιξη! 

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Γοργόνες, Γραίες, Μέδουσα: σύντομο ετυμολογικό σημείωμα



Οι Γοργόνες σχετίζονται ετυμολογικά και εννοιολογικά άμεσα με τις Γραίες μέσω κοινής ρίζας. Ας δούμε γιατί. Το όνομά τους έχει ρίζα γορ-, η οποία αναδιπλασιάζεται, αλλά συντομευμένη: Γορ-γ-ώ. Η γενική στον Όμηρο είναι τῆς Γοργοῦς, ενώ εμφανίζεται αιτιατική πληθυντικού τάς Γοργούς στον Ησίοδο. Ωστόσο συνήθως το ουσιαστικό μετά τον Ησίοδο περνά δευτερογενὠς στην κλίση των ρινικών: Γοργόνες. Η ρίζα δεν σχετίζεται με την ταχύτητα, όπως υποθέτει κανείς εκ πρώτης όψεως, αλλά με την αδυναμία, την εξασθένιση, τα γηρατειά, την αποξήρανση. Στη μορφή γορ- έχει ενεργητική σημασία: Γοργώ είναι αυτή που προκαλεί εξασθένιση, αρρώστια, αδυναμία, γήρας.[1] Αντίθετα στη μορφή γερ-/γρα-/γηρ- έχει παθητική σημασία. Εδώ ταιριάζουν οι Γραῖαι, οι οποίες είναι αυτές που υποφέρουν από αδυναμία, γηρατειά κ.τ.λ. Η Γοργόνα Μέδουσα εξουδετερώνει την αντίθεση Γοργόνων / Γραιών, επειδή υποφέρει από θνητότητα, σε αντίθεση με τις αδελφές της, ενώ από την άλλη πετρώνει τους ανθρώπους, διαθέτει δηλαδή την απόλυτη ικανότητα αποξήρανσης. Κατά έναν συμβολικό τρόπο, χαρακτηριστικό του ελληνικού μύθου, η θνητή αυτή γοργόνα είναι παραδόξως μέδουσα, δηλαδή η αρχηγός των άλλων γοργόνων (<μέδω = βασιλεύω, εξουσιάζω).
[1] Το επίθετο γοργός έχει πρωταρχική σημασία "αυτός που προκαλεί φόβο, τρόμο με την όψη ή το βλέμμα του". Μετά αποκτά τη σημασία "γρήγορος".

[Βλ. Alain Blanc et al., « Chronique d'étymologie grecque 9», Revue de philologie, de littérature et d'histoire anciennes 2004/1 (Tome LXXVIII), p. 155-179]

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Η αινιγματική ετυμολογία των λέξεων ἄναξ και βασιλεύς


Μολονότι στο παρελθόν έχουν προταθεί πειστικές ετυμολογικές προσεγγίσεις για τις λέξεις ἄναξ και βασιλεύς, η κυρίαρχη άποψη, όπως τουλάχιστον εκφράζεται στα βασικά ετυμολογικά λεξικά της αρχαίας Ελληνικής μέχρι και πρόσφατα, είναι πως οι λέξεις αποτελούν δάνεια από κάποια προελληνική γλώσσα. Ωστόσο υπάρχει κάθε δυνατότητα να δώσουμε μια ελληνική ερμηνεία και για τους δύο όρους.
         Ο όρος ἄναξ μαρτυρείται ήδη στις πινακίδες Γραμμικής Β΄ και δηλώνει την κεφαλή της μυκηναϊκής ανακτορικής κοινωνίας. Η μορφή του όρου στην Ελληνική της 2ης χιλιετίας π.Χ. έχει στην αρχή της λέξης το κληρονομημένο δίγαμμα: wάναξ. Ο φθόγγος αυτός χάθηκε στις περισσότερες διαλέκτους της 1ης χιλιετίας, αλλά διατηρήθηκε στις πιο συντηρητικές, όπως στη δωρική. Ωστόσο αυτό που προβληματίζει τους γλωσσολόγους δεν είναι το δίγαμμα, αλλά η εμφάνιση ενός -τ- στις πλάγιες πτώσεις, π.χ. γενική τοῦ ἄνακτος. Μόνο άλλες δύο λέξεις της αρχαίας Ελληνικής παρουσιάζουν το ίδιο φαινόμενο: ἡ νύξ, τῆς νυκτός και τό γάλα (<*γάλακ), τοῦ γάλακτος. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα ποιο είναι το πρωταρχικό θέμα: χωρίς την επέκταση -τ- (wάνακ-) ή με την επέκταση (wάνακτ-); Το πιθανότερο σενάριο είναι η λέξη να διέθετε εξαρχής το -τ-, αλλά να το έχασε στην ονομαστική από αναλογία προς τα συγγενή τριτόκλιτα του τύπου ὁ κόραξ, τοῦ κόρακος. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε την προσπάθεια ετυμολογίας με αυτό το δεδομένο κατά νου. Τότε μπορούμε να χωρίσουμε τη λέξη στα εξής συστατικά μέρη: wan-ag-t-s. Στην περίπτωση αυτή η λέξη είναι σύνθετη: ένα πρώτο συνθετικό wan- που μπορεί ίσως να συνδεθεί με το σπάνιο ρήμα αἵνω / ἀνέω (ἀφανέω) < ρίζα wαν-. Το σπάνιο αυτό ρήμα δηλώνει συνήθως το λίχνισμα ή την εκκαθάριση από κάτι περιττό, αλλά ο λεξικογράφος Ησύχιος συνδέει το ρήμα με την έννοια «κόπτω», χτυπώ. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε μια παλιά σημασία σε πολεμικά συμφραζόμενα (χτυπώ στη μάχη, εκκαθαρίζω τον εχθρό) που χάθηκε αργότερα. Το δεύτερο συνθετικό ag- σημαίνει «οδηγώ, άγω». Εδώ προστίθεται η επέκταση -t- που δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί (π.χ. νικητής, μαθητής κ.τ.λ.) και φυσικά η κατάληξη -s. Συνεπώς η λέξη σήμαινε αρχικά «αυτός που οδηγεί στο χτύπημα (στη μάχη)».
Και η λέξη βασιλεύς μαρτυρείται στην μυκηναϊκή εποχή, αλλά δηλώνει αξίωμα κατώτερο του άνακτος. Στη μυκηναϊκή εποχή έχει τη μορφή gwασιλεύς,[1] αφού κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. η Ελληνική διατηρεί ακόμη τα λεγόμενα χειλοϋπερωικά σύμφωνα kw, gw, gwh [2] που θα τραπούν μετά το τέλος της Εποχής του Χαλκού σε χειλικά (π, β, φ), όπως εδώ, ή οδοντικά (τ, δ, θ, π.χ. kwέλος > τέλος). Και αυτή η λέξη μπορεί να θεωρηθεί σύνθετη: το πρώτο συνθετικό gwασι- (<*gwhati-)[3] που δηλώνει τη μάχη, τη σφαγή, τον πόλεμο. Το δεύτερο συνθετικό είναι μια συντομευμένη παραλλαγή της ρίζας της λέξης λαός (δωρ.), ληός (ιων.). λεώς (αττ.), η οποία συγχωνεύθηκε με μια επέκταση -υ- ή -ευ- που δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί. Για την επέκταση βλ. π.χ. το ουσιαστικό φονεύς και τις παραλλαγές Θησεύς / Θῆσυς, Τυδεύς / Τῦδυς στις παλιές αττικές επιγραφές. Συνεπώς βασιλεύς = «ο αρχηγός του λαού/στρατού στον πόλεμο».

[Βλέπε ενδεικτικά Lothar Willms, “On the IE Etymology of Greek (w)anax”, Glotta 86 2011, 232-271 και Vladimir Georgiev, “Griech. ἄναξ Herrscher, Herr, Fürst und βασιλεύς König”, IF 89 1984, 125–8].



[1] Πβ. και τη μετοχή gwασιλέwjοντες, η οποία θα ισοδυναμούσε στη μεταγενέστερη Ελληνική σε *βασιλείοντες ωσάν να προκύπτει από ρήμα *βασιλείω. Μετά την Εποχή του Χαλκού επικράτησε το βασιλεύω και φυσικά η μετοχή βασιλεύοντες στην αττική διάλεκτο.
[2] Για να καταλάβετε την ποιότητα των ήχων αυτών δοκιμάστε να πείτε το κ και το γκ με τα χείλη στρογγυλεμένα.
[3] Η μυκηναϊκή ανήκει στις λεγόμενες ανατολικές ελληνικές διαλέκτους (όπως και η αττικοϊωνική), οι οποίες κατά κόρον μετέτρεψαν την κληρονομημένη ακολουθία -τι- σε -σι-. Πβ. λ.χ. αττικό τριακόσιοι, αλλά δωρικό τριακάτιοι. Το πρώτο συνθετικό περιέχει πιθανώς τη ρίζα των λέξεων φόνος (<gwhonos) και θείνω (<gwhenjo, σκοτώνω). Από την ίδια ρίζα ή παραλλαγές: πε-φν-εῑν (με αναδιπλασιασμό και στη συνέχεια ανομοιωτική αποδάσυνση <φεφνεῖν), πέφνε, ἐπέφατο (<ἐφέφατο), θενεῖν, θείνας (μετοχή αορίστου), θενῶ (μέλλων), πέφαται (<φέφαται), πεφάσθαι, πεφήσεται. Το ρηματικό επίθετο -φατός (<gwhn-to-s) μόνο ως δεύτερο συνθετικό (π.χ. ἀρηΐφατος = σκοτωμένος από τον ίδιο τον Άρη ή γενικότερα σκοτωμένος στον πόλεμο). 

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Οι ιδιότητες του ελαφοκερατίτη λίθου σύμφωνα με τον Ορφέα (Λιθικά 244 κ.εξ.)


Δώσε βάση κι έχοντας θαυμαστό κέρατο ελαφιού
πλησίαζε τους αθάνατους·[1] διότι ο νους των ουράνιων
χαμογελά, όταν βλέπουν περίτεχνο έργο της φύσης.
Μοιάζει με κέρατο σαν αυτά που φυτρώνουν
απ’ το κεφάλι μακρόποδου ελαφιού. Δε φυτρώνει βέβαια
πέτρα στον κρόταφο, όμως είναι κι αυτό λίθος ισχυρός.
Δε θα γνωρίσεις ποτέ αν αυτό είναι κέρατο ή λίθος,
προτού ψηλαφώντας να βρεις πως είναι πέτρα αληθινή.
Πάντοτε πυκνή κόμη πάνω στο κεφάλι θα βάζει ο λίθος,
ακόμη κι αν είσαι φαλακρός· διότι, αν τον τρίψεις
στο λάδι κι αλείφεις τους κροτάφους σου καθημερινά
γύρω στο βρέγμα σου θ’ ανθήσουν πυκνές τρίχες.[2]
Αν κάποιος άντρας ρωμαλέος κόρη πρωτόγαμη
σε κλίνη οδηγήσει, ας φέρει μάρτυρα της τέρψης του
τον λίθο αυτό· με άρρηκτη ομόνοια και τους δυο
για πάντα ως τα έσχατα γηρατειά θα τους κρατά.





[1] Ο ελαφοκερατίτης είναι λίθος που μιμείται στη μορφή τα κέρατα του ελαφιού. Μπορεί να πρόκειται για απολίθωμα ή για φυσικό σχηματισμό του οποίου το σχήμα οφείλεται στην τύχη. Πβ. το ψευδοαριστοτελικό Περί θαυμ. ακουσμ. 835b, τὰς ἐν Ἠπείρῳ ἐλάφους κατορύττειν φασὶ τὸ δεξιὸν κέρας͵ ὅταν ἀποβάλωσι͵ καὶ εἶναι πρὸς πολλὰ χρήσιμον.  
[2] Βρέγμα είναι το μέρος του κρανίου πάνω από το μέτωπο. Το κέρας του ελαφιού όντως χρησιμοποιούνταν στην ιατρική (Πλίνιος, ΝΗ 28.178). Κατά τον Αιλιανό, Π. ζ. ιδ. 9.20 (πβ. Καλπούρνιος ο Σικελός, Buc. 5.86-94) απόδιωχνε τα φίδια.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΙΑΡΤΑΜΑΝΕΞΑΡΞΑΝΑΠΙΣΣΟΝΑΣΑΤΡΑ: μια πραγματική περσική φράση στον Αριστοφάνη;


ΙΑΡΤΑΜΑΝΕΞΑΡΞΑΝΑΠΙΣΣΟΝΑΣΑΤΡΑ

Στην κωμωδία του Αριστοφάνη Αχαρνείς, στον στίχο 100, ο Πέρσης απεσταλμένος του Μεγάλου Βασιλιά Ψευδαρτάβας [1] εκφέρει έναν ακατάληπτο στίχο που μέχρι σήμερα αποτελεί αντικείμενο διαφωνιών μεταξύ των ειδικών. Η γενικά κρατούσα άποψη είναι ότι πρόκειται για μια σειρά δίχως νόημα συλλαβών και φθόγγων που έχουν σκοπό απλώς να μιμηθούν τον ήχο της αρχαίας Περσικής, όπως ακουγόταν στην αντίληψη των Ελλήνων. [2] Ωστόσο η βελτίωση των γνώσεών μας για την αρχαία Περσική με την ανακάλυψη νέων επιγραφών τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει μια μερίδα φιλολόγων στην άποψη ότι ο στίχος αποτελεί πράγματι μια περσική φράση. Ο Αριστοφάνης πιθανότατα συμβουλεύτηκε κάποιον Πέρση στην Αθήνα ή κάποιον δούλο ή Έλληνα, ο οποίος είχε λόγους να γνωρίζει σε ένα βαθμό την Περσική (π.χ. να είναι έμπορος). Ότι μια ξένη γλώσσα για κωμικούς λόγους μπορούσε να εισαχθεί στην κωμωδία είναι φανερό και από το παράδειγμα του Λατίνου Πλαύτου, ο οποίος στην κωμωδία του Poenulus παρεμβάλλει μεταξύ των λατινικών του στίχων αποσπάσματα σε γνήσια φοινικική γλώσσα (καρχηδονιακή διάλεκτο). Σε ελληνιστική φάρσα που διατηρήθηκε αποσπασματικά σε πάπυρο (POxy 413) μια μάλλον φανταστική ινδική γλώσσα ομιλείται από κάποιους χαρακτήρες.

Ο Ψευδαρτάβας έχει κληθεί για να απαντήσει στην Εκκλησία του Δήμου αν ο Πέρσης βασιλιάς θα δώσει χρυσό στους Αθηναίους εναντίον των Λακεδαιμονίων. Τότε εκφέρει τα εξής λόγια, όπως παραδίδονται στα χειρόγραφα:
ιαρταμανεξαρξαναπισσονασατρα

Λίγο παρακάτω (στίχος 104) σε σπαστά Ελληνικά  ο Ψευδαρτάβας λέει:
οὐ λῆψι χρυσό, χαυνόπρωκτ’ Ἰαοναῦ (= οὐ λήψει χρυσόν, χαυνόπρωκτ’ Ἴων)
(Δεν θα πάρεις χρυσάφι, χαυνόπρωκτε Ίωνα = Αθηναίε).[3]

Είναι φανερό ότι η απάντηση του Βασιλιά είναι αρνητική: δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσει τους Αθηναίους εναντίον των Σπαρτιατών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χειρόγραφο του Αριστοφάνη, το πρωτότυπο όλων, είχε τον στίχο χωρίς χωρισμό λέξεων ή τόνους, αλλά σε ενωμένα κεφαλαία, όπως ήταν η πρακτική της κλασικής εποχής. Η διαίρεση σε λέξεις που βρίσκουμε σε μεσαιωνικά χειρόγραφα ή στις νεότερες κριτικές εκδόσεις είναι απλώς υποθέσεις των φιλολόγων ή των αντιγραφέων.

Σχετικά πρόσφατα ο ειδικός στη γλώσσα του Αριστοφάνη Andreas Willi παρουσίασε μια λεπτομερή και πειστική ανάλυση της φράσης, για την οποία πιστεύει ότι αντιπροσωπεύει πράγματι μια αρχαία Περσική φράση.[4] Συνοπτικά τα επιχειρήματά του και τα συμπεράσματά του είναι τα εξής:  

1) το αρχικό ι- αντιπροσωπεύει την περσική εκδοχή της αναφορικής αντωνυμίας  hi που χρησιμοποιείται και σε ρόλο άρθρου = «αυτός που», «ο». Θυμίζει στη χρήση την ελληνική δεικτική αντωνυμία / άρθρο ὁ, ἡ, τό στον Όμηρο.  

2) Το αρταμαν φαίνεται να αντιστοιχεί σε περσικό σύνθετο (a)rtamana που σημαίνει «ευμενής». To πρώτο συνθετικό το βρίσκουμε και στο όνομα Αρταξέρξης (Artašaça). Επίσης βρίσκουμε κύριο όνομα Αρταμένης σε ελληνικές πηγές.

3) Το εξάρξα αποτελεί απόδοση του ονόματος šayaršan = Ξέρξης με την προσθήκη ενός προθετικού φωνήεντος ε- για τη διευκόλυνση της προφοράς [πβ. από λατινικό stella = άστρο > γαλλικό étoile (<estoile) και καταλανικό estela]. O περσικός όρος σατράπης, ξατράπης αποδίδεται σε ελληνικές επιγραφικές πηγές και στον Θεόπομπο ως ἐξατράπης. Ομοίως στην ύστερη Βαβυλωνιακή (ašadrapanu = σατράπης), την Ελαμιτική (Ik-she-ir-ish-sha = Ξέρξης) και άλλες γλώσσες της περιοχής. Παρατηρούμε επίσης ότι ο Αριστοφάνης αποδίδει το /ε/ του συνήθους τύπου Ξέρξης με /α/ (= Εξαρξα). Σε πρώιμο στάδιο, μετά την εποχή του Δαρείου Α΄, η ακολουθία -aya- στην Περσική είχε συναιρεθεί σε α.[5]  Η κανονική απόδοση, λοιπόν, θα ήταν Ξάρξας, όπως στο αριστοφανικό Εξάρξα, αλλά κοντά στο επόμενο /ρ/ η προφορά μπορούσε να ανοίξει προς το /ε/ (æ), γεγονός εξηγεί τον συνήθη τύπο «Ξέρξης», καθώς και την αντιστοιχία του ελληνικού Πέρσης με το περσικό Parsa.

4) Το ναπισσ’ πρέπει να αντιπροσωπεύει γ΄ ενικό πρόσωπο παρελθοντικού χρόνου και να αντιστοιχεί σε περσικό τύπο niyapinθa ή nipinθa= έγραψε. Το n παραλείπεται, επειδή κάνει απλώς ένρινη την προφορά του προηγούμενου φωνήεντος (όπως στα γαλλικά, π.χ. ils sont = ilson),[6] ενώ το διπλό -σσ- προσπαθεί να αποδώσει το τριβόμενο περσικό /θ/ σε μια εποχή που το αττικό γράμμα Θ προφερόταν ακόμη ως δασύ th (περίπου τχ). Με όμοιο τρόπο ο Αριστοφάνης αποδίδει ορθογραφικά το λακωνικό Θ, που είχε πάρει ήδη την σημερινή τριβόμενη προφορά /θ/, με το γράμμα Σ. Π.χ. σιός = θεός.[7]

5) Το /ν/ του παραδομένου ονας ο Willi το ερμηνεύει ως απλό ορθογραφικό αντιγραφικό λάθος αντί του /υ/ και διορθώνει σε ουας (δηλαδή owas ή ovas), το οποίο παραλληλίζει με το περσικό avaθ(a) ή ovaθ(a) που σημαίνει «τάδε, τα εξής».

6) Τέλος το ατρα αντιστοιχεί σε επίρρημα atra που έχει τοπική ή χρονική σημασία ανάλογα με τα συμφραζόμενα (εδώ, τώρα, πού, όπου, ενταύθα). Ο τύπος atra/aθra αντιστοιχεί στην μηδική μορφή της ιρανικής και όχι την καθαυτό περσική,[8] όπου είναι aça. Έτσι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πηγή του Αριστοφάνη μιλούσε την μηδική και όχι την περσική διάλεκτο, αν και για τους Έλληνες η διάκριση δεν είχε σημασία, αφού Πέρσες και Μήδοι θεωρούνταν ένας λαός και οι Περσικοί Πόλεμοι ονομάζονταν και Μηδικοί. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες λέξεις που πέρασαν στην Ελληνική από την επαφή με τον ιρανικό πολιτισμό προέρχονται από την μηδική και όχι την περσική: οι τύποι σατράπης, Μίθρας, Βάκτρα είναι μηδικοί, αφού οι αντίστοιχοι περσικοί θα ήταν šaçapava, Miça, Baçiš. Ο Ηρόδοτος δίνει ως περσική λέξη για την σκύλα τον μηδικό τύπο spaka αντί για το περσικό saka.

Η τελική αποκατάσταση του Willi έχει ως εξής:
hi artamanešǣrša niyapinθ’ ovaθ’ aθra
εὐμενής Ξέρξης ἔγραψε τάδε ἐνταῦθα

Είναι φανερό ότι ο Ψευδαρτάβας έχει κάποιο έγγραφο στο χέρι του με γραπτές οδηγίες του Πέρση βασιλιά, μια συνήθεια που επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές για τους Πέρσες απεσταλμένους. Βλ. π.χ. Θουκ. 4.50.1-2, για ένα περιστατικό μόνο λίγους μήνες μετά την αριστοφανική παράσταση. Το κείμενο του Θουκυδίδη, όπως και ο περσικός στίχος του Αριστοφάνη, δείχνει ότι μπορούσε να βρει κανείς στην πολύβουη κοσμοπολίτικη Αθήνα ανθρώπους που μπορούσαν να μεταφράσουν ή και να μιλήσουν ανατολικές γλώσσες: θα επρόκειτο είτε για ανατολίτες εμπόρους στην Αθήνα ή για Έλληνες εμπόρους, τεχνίτες, καλλιτέχνες, μεταφραστές που είχαν οικονομικές ή άλλου είδους επαφές με την περσική Ανατολή.




[1] Το Ψευδαρτάβας είναι υβρίδιο από την ελληνική λέξη ψευδής και το τυπικό περσικό όνομα Αρτάβας (πβ. Αισχύλος, Πέρσες 318), το οποίο αποτελεί συντόμευση του Αρτάβανος.
[2] Οι αρχαίες ινδοϊρανικές διάλεκτοι είχαν συγχωνεύσει πολλές προγενέστερες διφθόγγους και φωνήεντα σε τρία βασικά: α,ε,ι. Αυτό είναι ολοφάνερο και στο κείμενό μας, όπου κυριαρχεί ιδιαίτερα ο φθόγγος /α/, ο οποίος πιθανότατα ήταν ό,τι χαρακτηριστικότερο άκουγαν οι Έλληνες στην περσική γλώσσα. Πβ. την κυριαρχία του φθόγγου /ι/ στη Νεοελληνική μετά τη συγχώνευση των ι, η, ει, οι, υ, υι, ῃ.
[3] Τα σπαστά Ελληνικά του Ψευδαρτάβα είναι άμεσα κατανοητά, σε αντίθεση με τον ακατάληπτο λόγο του στίχου 100, γεγονός που δείχνει ότι δεν πρόκειται για παρόμοιες περιπτώσεις.
[4] Α. Willi, “Old Persian in Athens Revisited”, Mnemosyne 57 2004, 657-681.
[5] Αντίθετα Darayavauš χωρίς συναίρεση > Δαρεῖος ή Δαρειαῖος (όχι Δαρέος ή Δαράος).
[6] Γι’ αυτό και στο στίχο 104 έχουμε τον τύπο χρυσό αντί χρυσόν.
[7] Δηλαδή η πραγματική προφορά του λακωνικού σιός στον Αριστοφάνη ήταν θyός με συνίζηση του /ιὀ/ > /yό/, ενώ η αττική προφορά ήταν περίπου /τχεός/.
[8] Μια άλλη μορφή της αρχαίας Ιρανικής ήταν η Αβεστική, στην οποία γράφτηκε η Αβέστα, το ιερό βιβλίο των οπαδών του Ζωροάστρη. 

Wilhelm Zahn, Die schönsten Ornamente und merkwürdigsten Gemälde aus Pompeji, Herculanum und Stabiae, bd. 2, 1842





Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Η αρχαία ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας




Στην αρχή της ρωμαϊκής εποχής η πόλη της Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε σχετική παρακμή, αλλά αποτελούσε ακόμη ένα ισχυρό προπύργιο του ελληνιστικού πολιτισμού με τους ναούς, το Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη. Και άλλοι παράγοντες ευνοούσαν την ισχυρή θέση της Αλεξάνδρειας στην έναρξη της ρωμαϊκής περιόδου: ήταν η πιο σημαντική πόλη της ανατολικής Μεσογείου, σχεδόν ένας αντίζηλος της Ρώμης στην περιοχή. Ήταν το κέντρο της ρωμαϊκής διοίκησης στην Αίγυπτο, ένα σημαντικό λιμάνι, ένα σημείο συνάντησης λαών και παραδόσεων απ’ όλη την Εγγύς Ανατολή.
Οι Ιουδαίοι της Παλαιστίνης εγκαταστάθηκαν στην Αλεξάνδρεια από την αρχή ήδη της πτολεμαϊκής περιόδου. Η ιουδαϊκή κοινότητα της πόλης ήταν η πλέον πολυπληθής κοινότητα Ιουδαίων της διασποράς. Στην πραγματι­κότητα κατά την εποχή του φιλοσόφου Φίλωνα η Αλεξάνδρεια ήταν η μεγαλύτερη ιουδαϊκή πόλη.

19 ΕΞΟΧΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΜΠΗΙΑ ΤΟΥ WILHELM ZAHN 1842

ΒΑΚΧΗ ΚΑΙ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ




Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Οι ιδιότητες του κρυστάλλου σύμφωνα με τον Ορφέα (Λιθικά 170 κ.εξ.)



Επειδή λοιπόν τώρα ανεβαίνεις στην κορφή για θυσία,                        

για ν’ ακούσει ο θεός την ευχή σου θα σου δώσω αυτό:

πάρε στα χέρια σου τον κρυστάλλινο,[1] τον διαυγή                  

το λίθο, απόρροια της αθάνατης λάμψης που φέγγει σαν φωτιά.

Με τη λάμψη του χαίρεται πολύ η άφθαρτη καρδιά των θεών.

Αν λοιπόν πλησιάσεις σε ναό έχοντάς τον στα χέρια σου,

κανένας από τους θεούς δεν θα αρνηθεί τις προσευχές σου.

Κι άκουσε, για να μάθεις τη δύναμη του λαμπρού λίθου.

Αν θέλεις ν’ ανάψεις φλόγες χωρίς τη δυνατή φωτιά,

σε προτρέπω να τον τοποθετήσεις πάνω από ξύλα ξερά·

αμέσως αυτός, καθώς θα είναι απέναντι απ’ τον ήλιο

που καταυγάζει, θα ρίξει μικρή ακτίνα στα ξύλα·

κι εκείνη σ’ επαφή με ξερή κι άφθονη ύλη

θα δώσει καπνό, έπειτα λίγη φωτιά κι ύστερα φλόγα πολλή·[2]

οι παλιοί αυτή τη χαρακτηρίζουν «ιερό πυρ».[3]

Νομίζω ότι άλλες φλόγες περισσότερο από αυτές

δεν καίνε τόσο ευχάριστα για τους θεούς μεριά.

Κι ακόμη, φίλε μου, σου λέω αυτό το μεγάλο θαύμα:

αυτόν, της φλόγας που ’ναι αίτιος, αν τον σύρεις γρήγορα

απ’ τη φωτιά, ψυχραίνεται, όταν τον αγγίξεις,

και, αν δεθεί στα νεφρά, τον άρρωστο θα σώσει.[4]





[1] Η λέξη κρύσταλλος (<κρύο) δήλωνε αρχικά τον πάγο, αλλά μετά τον Θεόφραστο (Περί λίθων 30) δηλώνει και το διαυγές υλικό που και σήμερα ονομάζουμε «κρύσταλλο» (SiO2). O κρύσταλλος έχει τη διαφάνεια του νερού. Βλ. Μιχαήλ Ψελλός στο Περί λίθων δυνάμεων (Opusc. Min. 34.61 Duffy), κρύσταλλος ἔοικε μὲν ὕδατι…. Αλλού συγκρίνεται με την πάχνη (Διον. Περ. 781-782). Ο κρύσταλλος θεωρούνταν ως νερό που πάγωσε με το χιόνι και σκλήρυνε με το πέρασμα των αιώνων (βλ. λ.χ. Σενέκας, QN 3.25.12, Πλίνιος, ΗΝ 37.23 και 25). Κατά τον Ποσειδώνιο (= Διόδ. 2.52. Πβ. Στράβων 2.3.4) οι κρύσταλλοι σχηματίζονται από καθαρό νερό που έπηξε όχι από το κρύο, αλλά από τη ζέστη.
[2] Ήδη κατά την εποχή του Αριστοφάνη (Νεφ. 766-772) οι φαρμακοπῶλαι της Αθήνας πωλούσαν έναν διαφανή λίθο (ὕελος) που χρησίμευε για το άναμμα της φωτιάς με τη βοήθεια των ακτίνων του ήλιου. Κοντά στο κείμενό μας βρίσκεται η αραβική μετάφραση του Ξενοκράτη (σελ. 59 Ullmann): «ο κρύσταλλος είναι μια λευκή πέτρα, καθαρή, με αξιοσημείωτη διαφάνεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ακτίνες του ήλιου, όταν τον αγγίζουν, να συγκεντρώνονται πάνω του, να εκτρέπονται και, πέφτοντας πάνω σε ένα ευαίσθητο υλικό, όπως το μαλακό βαμβάκι, ίσκα, λεπτό και μαύρο ύφασμα ή ροκανίδια, να του βάζουν αμέσως μια ζωηρή φωτιά». Πβ. Πλίνιος, ΗΝ 16.13.1, 37.28.
[3] Εδώ έχουμε έναν υπαινιγμό στην τεχνική, με την οποία οι Πέρσες Μάγοι ανανέωναν την άσβεστη ιερή φωτιά πάνω στους βωμούς. Βλ. λ.χ. Παυσ. 5.27.6: ἐσελθὼν δὲ ἐς τὸ οἴκημα ἀνὴρ μάγος καὶ ξύλα ἐπιφορήσας αὖα ἐπὶ τὸν βωμὸν πρῶτα μὲν τιά ραν ἐπέθετο ἐπὶ τῇ κεφαλῇ͵ δεύτερα δὲ ἐπίκλησιν ὅτου δὴ θεῶν ἐπᾴδει βάρβαρα καὶ οὐδαμῶς συνετὰ Ἕλλησιν· ἐπᾴδει δὲ ἐπιλεγόμενος ἐκ βιβλίου· ἄνευ τε δὴ πυρὸς ἀνάγκη πᾶσα ἁφθῆναι τὰ ξύλα καὶ περιφανῆ φλόγα ἐξ αὐτῶν ἐκλάμψαι.
[4] Οι αρρώστιες των νεφρών θεωρούνταν ότι ήταν αποτέλεσμα της ζέστης, την οποία αναψύχει ο κρύσταλλος. Βλ. Ψευδο-Ιπποκράτης, Περί ενεργών λίθων 27, λίθος κρύσταλλος τοὺς νεφραλγοῦντας περιδεθεὶς ἰᾶται. Ο Ψελλός (Opusc. Min. 34.64 Duffy) θεωρεί το τρίψιμο του κρυστάλλου χρήσιμο για τη θεραπεία του μυϊκού τρόμου: οὗτος τρόμους ἀπερύκει καὶ ἐκλύσεις νεύρων ἀνατριβόμενος.