Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2017

Γιατί οι γερανοί πολεμούν με τους Πυγμαίους

[Αντωνίνος Λιβεράλης, Μεταμορφώσεις 16:]
Την ιστορία αφηγείται ο Βοίος στο δεύτερο βιβλίο της Ορνιθογονίας. Στους ανθρώπους εκείνους που ονομάζονται Πυγμαίοι γεννήθηκε ένα κορίτσι με το όνομα Οινόη, άμεμπτη στην όψη της, αχάριστη όμως ως προς το  ήθος της και αλαζονική. Δεν έδειχνε καμία φροντίδα για την Άρτεμη και την Ήρα. Παντρεύτηκε κάποιον Νικοδάμαντα, έναν  συνετό και κόσμιο πολίτη, και γέννησε ένα αγόρι, τον Μόψο.  Όλοι οι Πυγμαίοι τής έφεραν με φιλική διάθεση πάρα πολλά δώρα για τη γέννηση του παιδιού της. Η Ήρα, όμως, κατηγορώντας την Οινόη ότι δεν την τιμούσε, την μεταμόρφωσε σε γερανό και της τράβηξε τον αυχένα ώστε να γίνει μακρύς, δημιουργώντας ένα πουλί που πετά ψηλά. Η Ήρα επίσης την έκανε να πολεμά με τους Πυγμαίους. Η Οινόη,  λοιπόν, εξαιτίας του πόθου για το παιδί της, τον Μόψο, πετούσε γύρω γύρω από το σπίτι της και δεν το εγκατέλειπε. Οι Πυγμαίοι, πάλι, πήραν όλοι τα όπλα τους και την καταδίωκαν. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ακόμη και σήμερα υπάρχει πόλεμος ανάμεσα στ…

Πώς δημιουργήθηκε το γεράκι

[ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ ΛΙΒΕΡΑΛΗΣ, ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ 3:] Ἱέραξ ἐγένετο ἐν τῇ Μαριανδυνῶν γῇ δίκαιος ἀνὴρ καὶ ἐπιφανής. οὗτος ἱερὰ Δήμητρος ἱδρύσατο καὶ πλείστους αὐτῆς καρποὺς ἔλαβεν. ἐπεὶ δὲ Τεῦκροι κατὰ χρόνον τὸν ἱκνούμενον οὐκ ἀπεδίδοσαν ἱερὰ Ποσειδῶνι͵ ἀλλὰ ὑπ΄ ὀλιγωρίας ἐξέλειπον͵ χαλεπήνας Ποσειδῶν τοὺς μὲν ἐκείνης καρποὺς ἔφθειρε͵ κῆτος δ΄ ἐξαίσιον ἐκ τῆς θαλάσσης ἐφώρμησεν αὐτοῖς. οὐ δυνάμενοι δὲ πρὸς τὸ κῆτος καὶ τὸν λιμὸν ἀντέχειν ἀπέστελλον οἱ Τεῦκροι πρὸς τὸν Ἱέρακα καὶ ἐδέοντο πρὸς τὸν λιμὸν ἐπαμῦναι κἀκεῖνος ἔπεμπε καὶ πυρὸν καὶ ἄλλην τροφήν. Ποσειδῶν δὲ μηνίσας͵ ἐπεὶ κατέλυεν αὐτοῦ τὰς τιμάς͵ ἐποίησεν ὄρνιθα͵ ὃς ὀνομάζεται ἔτι νῦν ἱέραξ͵ καὶ τὸ ἦθος ἤλλαξεν ἀφανίσας· μέγιστα γὰρ ὑπ΄ ἀνθρώπων φιληθέντα πλεῖστον αὐτὸν ἐποίησεν ὑπὸ τῶν ὀρνέων μισηθῆναι καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους ἀποθανεῖν κωλύσαντα πλείστους ἐποίησεν [αὐτὸν] ὀρνίθων ἀποκτεῖναι.
"Στη χώρα των Μαριανδυνών ζούσε ο Ιεράξ, ένας άνθρωπος δίκαιος και επιφανής. Αυτός ίδρυσε ιερά στη Δήμητρα και έλαβε άφθονους τους καρπούς της. Αλλ…

Οι τέσσερις θυγατέρες του Κάδμου: Σεμέλη, Ινώ, Αγαύη, Αυτονόη

Σεμέλη O Κάδμος και η Αρμονία είχαν αποκτήσει τέσσερις θυγατέρες, τη Σεμέλη, την Ινώ, την Αγαύη και την Αυτονόη, κι ένα μοναχογιό, τον Πολύδωρο. Τη Σεμέλη την πόθησε ο Δίας και κατάφερε να σμίξει μαζί της κρυφά από την Ήρα. Η Ήρα όμως που ζήλευε, την εκδικήθηκε, αφού την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να φανε­ρωθεί μπροστά της όπως αυτός παρουσιαζόταν μπροστά στην Ήρα. Έτσι, όταν ο Δίας, μη μπο­ρώντας να αθετήσει σχετική υπόσχεσή του στη Σεμέλη, εμφανίστηκε πάνω στο άρμα του με αστραπές, βροντές και κεραυνούς, η άτυχη κοπέλα έχασε τη ζωή της μέσα στις φλόγες. Μόλις που πρόφτασε τότε ο Δίας ν' αρπάξει μέσα από το καμένο σώμα της το πρόωρα γεννημένο παιδί τους, να το ράψει πάνω στον δικό του το μηρό και να το κρατήσει ως την ώρα της κανονι­κής γέννησής του. Έτσι η Σεμέλη έγινε μάνα ενός μεγάλου θεού, του Διόνυσου, που με το κρασί του έφερε στους ανθρώπους τη χαρά και την ξεκούραση από τον αγώνα της ζωής. Όμως οι αδελφές της Σεμέλης, που τη φθονούσαν, διέ­δωσαν πως ο Διόνυσος δεν ήταν …

Ζωή-θάνατος-ζωή: στα ίχνη των Ορφικών της Ολβίας

Τα οστέινα πλακίδια από την Ολβία του Πόντου
Πρόκειται για μια σειρά από οστέινα ορθογώνια πλακίδια του 5ου αιώνα π.Χ., στιλβωμένα, με στρογγυλεμένες άκρες, με διαστάσεις 5x4 εκ. και πάχος 0,5 εκ.  Τρία από αυτά έφεραν σύντομες επιγραφές. Τα πλακίδια μαρτυρούν την ύπαρξη Διονυσιακής-Ορφικής κοινότητας και λατρείας στην πόλη της Ολβίας ήδη από την κλασική εποχή, επιβεβαιώνοντας έτσι τις σχετικές πληροφορίες του Ηροδότου (4.79) που αμφισβητούνταν από τους ιστορικούς. Περιέχουν σύντομες φράσεις που μπορεί να λειτουργούσαν ως μυστικά αναγνωριστικά συνθηματικά μεταξύ των μυστών σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και μετά θάνατον (σύμβολα). Εναλλακτικά μπορεί να αποτελούσαν ένα είδος σύντομης σύνοψης των βασικών δογμάτων της ορφικής ομάδας (breviarium) ή κάποιου ευρύτερου λειτουργικού κειμένου (ιερός λόγος). Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι μπορεί να λειτουργούσαν και ως μαγικά αντικείμενα ή ως μέρος μιας ορφικής τελετουργίας (τα χάραζαν επί τόπου -ίσως κάποιος ιερέας ή ορφεοτελεστής- και τα άφηναν εκεί μετά…

Ο χρυσός σκύλος του Δία

[Αντωνίνος Λιβεράλης, Μεταμορφώσεις 36]
Όταν η Ρέα, φοβούμενη τον Κρόνο, έκρυψε στη σπηλιά της Κρήτης τον Δία,[i] τότε τον ανέθρεψε μια κατσίκα,[ii] προσφέροντάς του το μαστάρι της. Την κατσίκα με εντολή της Ρέας την φύλαγε ένας χρυσός σκύλος.[iii] Όταν ο Δίας εξοστράκισε τους Τιτάνες και αφαίρεσε την εξουσία από τον Κρόνο, έκανε την κατσίκα αθάνατη. Μέχρι και σήμερα η εικόνα της βρίσκεται ανάμεσα στα άστρα.[iv] Τον χρυσό σκύλο, πάλι, τον έβαλε να φυλά το ιερό του στην Κρήτη.[v] Αυτόν τον σκύλο ο Πανδάρεος, γιος του Μέροπος,[vi] τον έκλεψε και τον πήγε στο βουνό Σίπυλο.[vii] Εκεί τον παρέδωσε στον Τάνταλο, γιο του Δία και της Πλουτούς,[viii] για να τον προσέχει. Όταν μετά από καιρό ο Πανδάρεος επέστρεψε στο Σίπυλο και ζήτησε πίσω τον σκύλο, ο Τάνταλος ορκίστηκε ότι ποτέ δεν τον πήρε.[ix] Τον Πανδάρεο ο Δίας ως τιμωρία για την κλοπή τον έκανε πέτρα στο σημείο που στεκόταν.[x] Τον Τάνταλο, πάλι, για την ψευδορκία του τον χτύπησε με κεραυνό και τοποθέτησε πάνω στο κεφάλι του το Σίπυλο.[xi…

Η οργή της Πασιφάης (από τους Κρήτες του Ευριπίδη)

[Σε φύλλο από περγαμηνή (P. Berol. 13217) του 2ου-3ου αιώνα μ.Χ. Η υπόθεση του έργου φαίνεται να ήταν η εξής: Ο Μίνωας, προκειμένου να αποδείξει ότι είναι ο νόμιμος βασιλιάς της Κρήτης με την ευλογία των θεών, καυχιέται ότι οι θεοί θα εκπληρώσουν ό,τι τους ζητήσει. Ζητά, λοιπόν, από τον Ποσειδώνα να στείλει έναν ταύρο από τη θάλασσα, με την υπόσχεση να τον θυσιάσει κατόπιν στο θεό. Ο Ποσειδώνας πράγματι στέλνει τον ταύρο, αλλά ο Μίνωας, εντυπωσιασμένος από το ζώο, δεν το θυσιάζει. Τότε η Πασιφάη, σύζυγος του Μίνωα, κυριεύεται από θεόσταλτο ερωτικό πάθος για τον ταύρο που αναδύθηκε από τη θάλασσα. Η Πασιφάη (που έχει τη βοήθεια μιας τροφού) πείθει τον Δαίδαλο να της φτιάξει ένα ξύλινο κούφιο ομοίωμα αγελάδας με τη δορά του ζώου από πάνω, μέσα στο οποίο κρύβεται και εκπληρώνει το ερωτικό της πάθος. Από την ένωση γεννιέται ο Μινώταυρος. Όταν ο Μίνωας μαθαίνει τα συμβάντα, κλείνει τον Μινώταυρο στο λαβύρινθο και αποφασίζει να τιμωρήσει την Πασιφάη, την τροφό και τον Δαίδαλο. Ο τελευταίος,…

Eρμοχάρης και Κτήσυλλα

[Αντωνίνος Λιβεράλης, Μεταμορφώσεις 1]
Η Κτήσυλλα ήταν Κεία [1] από οικογένεια της Ιουλίδος, [2] κόρη του Αλκιδάμαντα. Αυτήν, όταν την είδε ο Ερμοχάρης ο Αθηναίος να χορεύει στα Πύθια γύρω από το βωμό του Απόλλωνα, στην Καρθαία, [3] την ερωτεύτηκε, έγραψε κάτι πάνω σε ένα μήλο και το έριξε στο ιερό της Αρτέμιδος. [4] Η κοπέλα σήκωσε το μήλο και διάβασε τα γραμμένα. Ήταν ένας όρκος στο όνομα της Αρτέμιδος ότι θα παντρευτεί τον Ερμοχάρη τον Αθηναίο. Η Κτήσυλλα πέταξε μακριά το μήλο από ντροπή και το πήρε βαριά, όπως στην περίπτωση που ο Ακόντιος εξαπάτησε την Κυδίππη. Ο Ερμοχάρης, τώρα, ζήτησε το χέρι της και ο πατέρας της συμφώνησε και ορκίστηκε στο όνομα του Απόλλωνα, αγγίζοντας μια δάφνη. Όταν πέρασαν οι μέρες των Πυθίων, ο Αλκιδάμας ξέχασε τον όρκο που πήρε και ήταν έτοιμος να παντρέψει την κόρη του με κάποιον άλλο. Το κορίτσι, λοιπόν, έκανε θυσία στο ιερό της Αρτέμιδος, [5] ενώ ο Ερμοχάρης οργισμένος για την αποτυχία του στο γάμο εισέβαλε στο Αρτεμίσιο. [6] Η κοπέλα, μόλις τον είδε,

Παιδί που έχασε τον πετεινό του (τρυφερό ποιημάτιο από την ελληνορωμαϊκή εποχή)

Το ποίημα βρέθηκε σε πάπυρο του πρώτου μισού του 1ου αιώνα μ.Χ. Από τα δύο αποσπάσματά του το πρώτο είναι εντελώς κατεστραμμένο και μόνο λίγα γράμματα έχουν απομείνει απ' αυτό. Το δεύτερο είναι καλά αναγνώσιμο από το στίχο 13 κ.εξ. Κάποιο παιδί θρηνεί τον πετεινό του, ο οποίος έφυγε για χάρη μιας κλώσας. Μόνη παρηγοριά για το παιδί και ανάμνηση απομένει το κλωσόπουλο του πετεινού: .............το παιδί του το φύλαγε ο φίλος μου ο Τρύφων       σαν να 'τανε δικό του, μες στην αγκάλη του το φρόντιζε.       Δεν ξέρω πού να πάω. Το πλοίο μου συντρίφτηκε.       Κλαίω που έχασα τ' αγαπημένο πετεινάρι.       Μα να! το βλαστάρι του θα πάω να φροντίσω, 
      παιδί του μάχιμου, του αγαπητού Ελληνικού.       Χάρη σ' αυτόν περνιόμουν για σπουδαίος στη ζωή μου       μακάριο με λέγανε όσοι αγαπάν να τρέφουν ζώα.       Ψυχομαχώ. Το πετεινάρι μου με ξέχασε,       μια κλώσα αγάπησε κι εμένα μ' άφησε.       Μια πέτρα στην καρδιά μου πάω να βάλω       και να κάτσω ήσυχος. 
     Φίλοι μου σεις την…

Πότε δημιουργήθηκε η λέξη "δημοκρατία" και ποια ήταν η αρχική της σημασία;

Όπως έχει επισημανθεί πολλές φορές στην έρευνα, στις αισχύλειες Ικέτιδες (463 π.Χ.) έχουμε την αρχαιότερη εικόνα μιας δημοκρατίας σε δράση. Η εικόνα αυτή δεν μπορεί παρά να είναι επηρεασμένη από τη δημοκρατία της σύγχρονης Αθήνας, αφού ποιητής και κοινό δε θα μπορούσαν να κατασκευάσουν και να κατανοήσουν αντίστοιχα μια δημοκρατική κοινωνία της ηρωικής εποχής παρά μόνο με βάση τη δική τους καθημερινή εμπειρία. Έτσι το λεξιλόγιο της δημοκρατίας διαπερνά το έργο και χρησιμοποιείται και από (ή για) πρόσωπα που καταρχήν δε θα το περιμέναμε, όπως λ.χ. οι Δαναΐδες που καταφτάνουν από τη δεσποτική Αίγυπτο.Στις Ικέτιδες, όμως, δεν έχουμε απλά μια γενική εικόνα της δημοκρατίας σε δράση, αλλά και στοιχεία από την τεχνική ορολογία των δημοκρατικών διαδικασιών που ήταν σε χρήση την εποχή παράστασης του έργου. Μάλιστα, στις Ικέτιδες έχουμε την αρχαιότερη περίφραση που πλησιάζει πάρα πολύ στην ίδια τη λέξη δημοκρατία (604): δήμου κρατοῦσα χεὶρ. Η φράση δε σημαίνει «η πλειοψηφία των ψήφων του λαού», …

Μάτρων ο Πιτανεύς, Αττικό δείπνο: αθηναϊκή γαστρονομία και η παρωδία της

Ο Μάτρων, από την αιολική Πιτάνη της Μυσίας, έζησε κυρίως στην Αθήνα και υπήρξε σύγχρονος του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του (τέλος 4ου αιώνα π.Χ.). Ήταν συγγραφέας επικών ποιημάτων που παρωδούσαν το ομηρικό ύφος, κυρίως σε θέματα γαστρονομίας. Το κυριότερο έργο του υπήρξε το Δείπνον αττικόν. Δεν πρόκειται όμως για απλή παρωδία, αλλά και για μια προσπάθεια δοκιμής του εξάμετρου στίχου του έπους σε νέα θέματα.
1.Αττικόν δείπνον (SupplementumHellenisticum 534)


Tα δείπνα ψάλλε μου, Μούσα, τα πάρα πολλά και πολύτροφα,[1]
που σε μας ο ρήτορας Ξενοκλής[2] στην Αθήνα παρέθεσε.             Γιατί πήγα κι εκεί και μεγάλη πείνα πίσω μου ερχότανε.     Είδα εκεί πολύ ωραία ψωμιά και μεγάλα, πιο λευκά κι απ' το χιόνι,      σαν να έτρωγες ψωμάκια από στάρι ανάλεστο,
    που κι ο Δρομέας[3] τ’ αγάπησε, την ώρα που ψήνονταν.             Ο Ξενοκλής ο ίδιος στους καλεσμένους γυρνούσε ανάμεσα,             πήγε και στάθηκε στο κατώφλι και κοντά του βρισκόταν ο Χαιρεφών ο παράσιτος,[4]με πεινασμένο που έμοια…