Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

JOSE ANTONIO MORENO JURADO, 4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ


[Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2017]

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

Πηγαινοέρχομαι τώρα * -μπροστά απ’ την τραχιά του χρόνου φωνή- * τις πολεμίστρες που καλύπτουν τα τείχη * τα αιώνια * κι απ’ τη μια κι απ’ την άλλη πλευρά * σαν εκείνον που περιμένει να ξυπνήσει απ’ το πιο παράλογο όνειρο

Ο εχθρός έχει διατρήσει το τείχος * με κακόβουλες τεχνικές * απ’ τη γη και τη θάλασσα * μας διώχνουν με τα δάχτυλα του μίσους πάνω στο στόμα * για το κακό της Αυτοκρατορίας της Ανατολής και * γιατί όχι * της Δύσης

Τα μάτια μου ακινητούν * -χωρίς να μπορούν να τον αποφύγουν- * στον δίχως τέλος τρούλο * -υπερήφανο και στερεό- * της Αγίας Σοφίας * για τελευταία φορά, * οχυρό της αγάπης και δόρυ των Ελλήνων μέχρι τα σύννεφα

Κανένας δεν άδει * ορθός * τον Ύμνο της χάριτος * σβήνουν, στο βάθος, της αρχαίας λειτουργίας οι ψίθυροι

Τα μάτια μου που ακόμα κοιτούν * πολύ πέρα απ’ το φως * και την ίδια την πραγματικότητα * υψώνουν την προσευχή του Ρωμανού * όπως σε εποχές ειρήνης και νικών
                   
«Χαρε, χρωτς το μο θεραπεία,
χαρε, ψυχς τς μς σωτηρία. 
Χαρε, Νύμφη νύμφευτε».

Τα πτώματα του Βοσπόρου * πλέουν μεταξύ των δύο πλευρών * πλήθος * και δεν μπορώ να ξεκρίνω το νερό απ’ το αίμα * μήτε το βαθύ κόκκινο απ’ το διαφανές

Δεν αισθάνομαι πλέον τα χέρια * ούτε το σπαθί * τα χείλη είναι ο κρατήρας ενός αόρατου πυρετού * ενώ σκαρφαλώνει στα μαλλιά μου * ξερή * των γενεών η χιλιόχρονη σκόνη

Απλώς ζητώ * -από όποιον μπορεί να το δώσει- * κανένας να μην καταστρέψει τον Άγιο Σωτήρα στη Χώρα * και η ευλάβεια να σεβαστεί την καμπύλη και τη ζωγραφιά, * τα τείχη του μελιού που στηρίζουν την ψυχή των αιώνων

Νιώθω πως με γκρέμισαν από το τείχος στο έδαφος * όλα έχουν τελειώσει * ο τελευταίος Βυζαντινός * τα μέλη μου είναι διάσπαρτα παντού * ο τελευταίος * ο λογισμός μου σβήνει * κρυμμένος ανάμεσα σε πτώματα χωρίς όνομα

Ο τελευταίος των Ελλήνων * έχει ήδη πέσει * για πάντα * η σκέψη * η μεγαλειότητα της ισορροπίας, * ενώ εγώ επιλέγω * την τελευταία * χειρονομία μου προς το θάνατο.

CONSTANTINO PALEÓLOGO EN LA MURALLA

 Recorro ahora   *   frente a la ronca voz del tiempo   *   las almenas que cubren las murallas   *   eternas   *   a uno y otro lado   *   como quien espera despertarse del más absurdo sueño  

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Νάσος Βαγενάς: ο Καβάφης σε μετάφραση


Ολοκληρώνω τη σειρά των άρθρων μου για την παγκόσμια σήμερα απήχηση της ποίησης του Καβάφη με την προσπάθεια να απαντήσω σε δύο βασικά επί του θέματος ερωτήματα που έχουν αναφυεί: Πώς κατορθώνει ο Καβάφης να περνάει ακέραιη (ή σχεδόν ακέραιη) την ποίησή του μέσα από τη μετάφραση, έτσι ώστε διαβάζοντας τις μεταφράσεις των ποιημάτων του να νιώθει κανείς πολύ λιγότερο απ' ό,τι όταν διαβάζει μεταφράσεις ποιημάτων άλλων ποιητών (ή να μη νιώθει καθόλου) ότι αυτό που διαβάζει είναι μετάφραση; Πώς κατορθώνει η χρονικώς παλαιά ποίηση του Καβάφη να δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι ποίηση όχι παλαιά, την αίσθηση που δίνει η ποίηση που γράφεται σήμερα;
Το πρώτο από τα δύο ερωτήματα το αντιμετώπισαν δύο ποιητές που αναγνώριζαν την οφειλή τους στον Καβάφη, ο Ωντεν και ο Μπρόντσκι. Ο Ωντεν οδηγήθηκε στη σκέψη ότι «υπάρχουν μερικά στοιχεία στην ποίηση» (λ.χ. οι εικόνες, τεχνικές συμβάσεις και λεκτικά τεχνάσματα, όπως μετρικά σχήματα και παρηχήσεις), «που μπορούν να χωριστούν από την αρχική λεκτική έκφρασή τους και να μεταφραστούν, και μερικά στοιχεία που είναι αξεχώριστα». Η ποίηση του Καβάφη «δεν περιέχει κανένα από τα μεταφράσιμα στοιχεία». Τι είναι, λοιπόν, εκείνο που υπάρχει στα ποιήματα του Καβάφη, αναρωτιέται ο Ωντεν, «το οποίο επιβιώνει στη μετάφραση και συγκινεί ποιητικά;». Ο Ωντεν απαντά με το συμπέρασμα ότι τα ποιήματα του Καβάφη αποκαλύπτουν ένα πρόσωπο που βλέπει τον κόσμο από μια «μοναδική προοπτική» και ότι «στον βαθμό που μια ποίηση είναι η έκφραση μιας μοναδικής ανθρώπινης ύπαρξης, είναι μεταφράσιμη».
Διαφορετική είναι η εξήγηση του προβλήματος από τον Μπρόντσκι: «Κάθε ποιητής χάνει στη μετάφραση, και ο Καβάφης δεν αποτελεί εξαίρεση. Σ' αυτό που αποτελεί εξαίρεση είναι ότι επίσης κερδίζει. Κερδίζει όχι μόνο γιατί είναι ως ένα βαθμό διδακτικός ποιητής, αλλά και γιατί από νωρίς άρχισε να απογυμνώνει τα ποιήματά του από όλα τα ποιητικά συνοδευτικά ­ από την πλούσια εικονογραφία, τη μετρική εκζήτηση και τις ομοιοκαταληξίες». Ο Μπρόντσκι θέλει να πει ότι το κέρδος του Καβάφη στη μετάφραση δεν είναι πραγματικό αλλά συγκριτικό· ότι ο Καβάφης χάνει λιγότερα απ' ό,τι χάνουν οι άλλοι ποιητές, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταφραστικό κέρδος. Ωστόσο αισθάνεται κανείς ότι η εξήγηση του Μπρόντσκι είναι μερική, γιατί περιορίζει τη μεταφραστική μη απώλεια του λόγου του Καβάφη στη συνενέργεια του διδακτικού στοιχείου και της έλλειψης ποιητικών συνοδευτικών. Αν ο Καβάφης είναι διδακτικός ποιητής, «ως ένα βαθμό», και αν ο διδακτισμός αποτελεί ­ όπως είναι γενικά αποδεκτό ­ ένα από τα λιγότερο ποιητικά στοιχεία, τότε πώς η ποίηση του Καβάφη κατορθώνει να δημιουργήσει και μέσα από τη μετάφραση ένα τόσο δραστικό ποιητικό αποτέλεσμα;

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Νάσος Βαγενάς: ο Καβάφης, ο Μπόρχες και ο Πεσσόα

     


     Ο Καβάφης είναι μαζί με τον Αργεντινό Μπόρχες και τον Πορτογάλο Πεσσόα ένας από τους τρεις ποιητές της λογοτεχνικής περιφέρειας που, παρότι δεν βρίσκονται εν ζωή, αποτελούν σήμερα σημεία αναφοράς παγκοσμίως. Η φήμη βέβαια του Μπόρχες απορρέει λιγότερο από τα ποιήματά του και περισσότερο από την πεζογραφία του, η οποία όμως είναι πεζογραφία ποιητικής φύσεως: και ο Μπόρχες, όπως ο Καβάφης, κάνει ποίηση με τα μέσα της πρόζας, μιας πρόζας που φορά ένα επιπλέον προσωπείο, εκείνο του δοκιμιοφανούς λόγου. Οι όροι για τη σύγκριση της διεθνούς απήχησης του Καβάφη με εκείνη του Μπόρχες προσφέρονται βέβαια μόνο για αναλογικές μετρήσεις. Και τούτο γιατί ο Καβάφης είναι ποιητής μιας ασθενούς γλώσσας, ασθενούς όχι μόνο με την έννοια ότι η ελληνική μιλιέται από λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά και επειδή, όπως λέγεται ­ και λέγεται σωστά ­ είναι γλώσσα ανάδελφη, ενώ ο Μπόρχες γράφει στη δεύτερη περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα του δυτικού ημισφαιρίου, σε μια γλώσσα που ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των λατινογενών γλωσσών (γι' αυτό και τον χαρακτηρισμό του ως συγγραφέα της περιφέρειας τον χρησιμοποιώ ως έναν βαθμό καταχρηστικώς). Η λογοτεχνία που γράφεται στην ισπανική γλώσσα έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες μετάφρασης και απήχησης απ' ό,τι η γραφόμενη στην ελληνική, αφού η μελέτη της στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία αποτελούν έναν σημαντικότατο δίαυλο διάδοσης της λογοτεχνίας μιας ξένης χώρας, γίνεται περισσότερο εκτεταμένα απ' ό,τι η μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και αφού η κατά πολύ ευρύτερη διάδοση της ισπανομάθειας την κάνει να έχει ευκολότερη πρόσβαση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

6 ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΚΑ


Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου
Η περιοχή του Βίκου-Αώου είναι από τις πιο σημαντικές και ιδιαίτερα εντυπωσιακές σε γεωλογικούς σχηματισμούς και γεωμορφολογία που συναντά κανείς στην Ελλάδα. Ο Δρυμός Βίκου - Αώου που κηρύχθηκε εθνικός το 1973, περιλαμβάνει δύο από τα ωραιότερα και μεγαλοπρεπέστερα φυσικά τοπία της πατρίδας μας: το φαράγγι του Βίκου και τη χαράδρα του Αώου. Το φαράγγι του Βίκου έχει μήκος 8 χλμ. με τις κάθετες πλευρές του - που σε ορισμένα σημεία ξεπερνούν τα 800 μ. ύψος - συνθέτουν μια υπέροχη φύση και ένα μεγαλειώδες θέαμα. Το φαράγγι είναι φημισμένο από την αρχαιότητα για τη μεγάλη ποικιλία των βοτάνων του, αλλά και σήμερα όμως η χλωρίδα του Βίκου είναι πλούσια σε σπάνια και απειλούμενα με εξαφάνιση φυτικά είδη. Η χαράδρα του Αώου βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά Γκαμήλα και Τραπεζίτσα και δεν υστερεί σε ομορφιά από το Βίκο. Στην περιοχή βρίσκουν καταφύγιο, η Αρκούδα, το Αγριόγιδο, ίσως ο Λύγκας, ο Αγριόγατος, ο Λύκος, το Αγριογούρουνο και στα νερά των ποταμών η σπάνια Βίδρα. Στην περιοχή του Δρυμού φωλιάζουν επίσης σπάνια αρπακτικά όπως ο Χρυσαετός, το Όρνιο, ο Ασπροπάρης, ο Φιδαετός, ο Πετρίτης κ.ά.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

11 ΕΙΔΗ ΜΑΝΙΤΑΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ


Lycoperdum perlatum
Λυκόπερδο το μαργαριτοφόρο (κοινά: φούσκες, αλεπουπορδές)

Μανιτάρι σχεδόν σφαιρικό ή αχλαδόμορφο, που κάνει τnv εμφάνισή τoυ, συνήθως σε πυκνές ομάδες, στα δάση και τα λιβάδια μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές. Αρχικά, η επιφάνειά τou είναι λευκή και διακοσμείται με προεξοχές σαν μικρά μαργαριτάρια, από όπου και τo όνομά του. Με την ωρίμανση η επιδερμίδα τoυ γίνεται λεία και τo χρώμα του κίτρινο καφετί. Η λευκή σάρκα τoυ μετατρέπεται σε μια πυκνή καφετιά μάζα μικροσκοπικών σπορίων, που ελευθερώνονται σαν σύννεφο σκόνης από μια μικρή οπή, μόλις οι πρώτες σταγόνες βροχής πέσουν πάνω στο μανιτάρι. Είναι εδώδιμα και σχετικά εύγευστα, αλλά μόνον όταν είναι νεαρά και n σάρκα τoυς λευκή.


Boletus edulis
Βωλίτης ο εδώδιμος (κοινά: βασιλομανίταρα, βασιλικούλες)

Οι βωλίτες είναι μανιτάρια τoυ δάσους που έχουν πόρους αντί για ελάσματα στην κάτω επιφάνεια τoυ πίλου τους. Είναι συνήθως σαρκώδη και μεγάλα μανιτάρια με όμορφα χρώματα και πολλά είδη τους έχουν τo χαρακτηριστικό να χρωματίζονται μπλε στο μέρη που θα χτυπηθούν ή όταν η σάρκα τους έρθει σε επαφή με τον αέρα. Το είδος αυτό ξεχωρίζει από τηv εύρωστη, ογκώδη μορφή τoυ, τα γήινα χρώματά τoυ, τους αρχικά λευκούς πόρους, που ωριμάζοντας γίνονται κιτρινωποί, τo στύπο με τη χαρακτηριστική λευκή δικτύωση στο ανώτερο τμήμα τoυ καθώς και από τη λευκή σάρκα τoυ. Συχνά τo μέγεθος τoυ πίλου μπορεί να ξεπεράσει τα 25 εκατοστά. Εμφανίζεται τo φθινόπωρο σε δάση κωνοφόρων και φυλλοβόλων δένδρων, κυρίως στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα. Είναι εκλεκτό εδώδιμο είδος, που συλλέγεται ευρέως στις άλλες χώρες της Ευρώπης, όπου γίνεται ανάρπαστο στις λαϊκές αγορές και τα μανάβικα.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

HOMERO ARIDJIS, ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Είπε: "Όλα συμβαίνουν το Σάββατο:
η γέννηση, ο θάνατος,
ο γάμος των παιδιών στον αέρα.
Το δέρμα σου, το δέρμα μου ήρθε το Σάββατο.
Είμαστε και οι δύο μας η αύρα, η σκιά εκείνης της μέρας".

Είπε: "Αν ο πατέρας σου πεθάνει,
πάω να πεθάνω κι εγώ.
Είναι μόνο θέμα Σαββάτου.
Κάποιο πρωί τα πουλιά
που αγάπησα και φρόντισα θα έρθουν για μένα".

Ήταν μαζί μου. Στην αρχή μου.
Ήμουν μαζί της όταν πέθανε, όταν γεννήθηκε.
Ο κύκλος έκλεισε. Και δεν ξέρω
πότε γεννήθηκε, πότε θα πεθάνω εγώ.
Του ομφαλού η ακτίνα μάς ένωσε για λίγο.

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Από τον Ελληνισμό της Ιταλίας: εγκώμιο βυζαντινού πρίγκιπα της Κάτω Ιταλίας (10ος αιώνας μ.Χ.)


Στα 1931 σε δύο διαδοχικά άρθρα του SILVIO GIUSEPPE MERCATI στο Archivio storico per la Calabria e la Lucania δημοσιεύτηκαν μερικές δεκάδες ιαμβικών στίχων σε αρχαΐζουσα γλώσσα, οι οποίοι βρέθηκαν στους κώδικες Vaticanus graecus 1257 (10ος αιώνας) και Vallicellianus graecus E 37 (του έτους 1317), υπό τον τίτλο (στον 2ο κώδικα) Ἐπιστολὴ εἰς φίλον φιλομαθῆ καὶ πεπαιδευμένον. Η σύνθεση ανάγεται στις αρχές του 10ου αιώνα στη νότια Ιταλία. Επαινείται με υπερβολικά εγκωμιαστικές λέξεις και φράσεις και στο πλαίσιο της παραδοσιακής βυζαντινής ρητορικής ένας νεαρός άρχοντας, για τον οποίο δεν ξέρουμε τίποτα από άλλες πηγές. Πέρα από την αναφορά στο όνομα της Καλαβρίας στον 1ο κώδικα και της Σικελίας στον 2ο, δηλαδή στη βυζαντινή διοίκηση της περιοχής, δεν υπάρχει άλλη ιστορική ή γεωγραφική αναφορά στους στίχους, για να μας διευκολύνει στο να εντοπίσουμε και να ταυτοποιήσουμε το πρόσωπο που επαινείται. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία, με βάση το ύφος, τη γλώσσα και την τεχνική, ότι όλοι οι στίχοι προέρχονται από τον ίδιο ποιητή.
Στον δεύτερο στίχο είναι αμφίβολο αν πρέπει να διαβάσουμε κύριο όνομα Τοῦλ(ι), δηλαδή Τούλλιε (πβ. κῦρι < κύριε) ή τη δεικτική αντωνυμία τοῦδ’ (τάδε στον 2ο κώδικα), διότι το Δ και το Λ βρίσκονται παλαιογραφικά κοντά μεταξύ τους. Προτίμησα στη μετάφραση την δεύτερη εκδοχή.
Κατά τα άλλα, οι ίαμβοι είναι αρκετά καλοί από τεχνική άποψη, καθώς τηρούν τους κανόνες του βυζαντινού δωδεκασύλλαβου και αποκαλύπτουν έναν ορισμένο βαθμό λογοτεχνικής κουλτούρας.

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Η γέννηση της Αφροδίτης από τον αφρό στην Κύπρο (ομηρικός ύμνος στην Αφροδίτη)


Ο σύντομος 6ος ομηρικός ύμνος στην Αφροδίτη, για τον οποίο μερικοί πιστεύουν ότι αποτελεί αυτόνομο έργο και άλλοι ότι ήταν προοίμιο μιας ευρύτερης σύνθεσης, περιγράφει τη γέννηση της Αφροδίτης από τη θάλασσα, τον καλλωπισμό της θεάς από τις Ώρες και τέλος την είσοδό της στη χορεία των άλλων θεών του Ολύμπου, οι οποίοι την καλωσορίζουν με μεγάλη χαρά.
Ο μύθος της γέννησης της Αφροδίτης από τον αφρό της θάλασσας εκτίθεται στην πλήρη του μορφή από τον Ησίοδο, Θεογονία 188-200: τα γεννητικά όργανα του Ουρανού, που ευνουχίζει ο γιος του Κρόνος, έπεσαν στη θάλασσα, όπου, αφού επέπλευσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετατράπηκαν σε λευκό αφρό, από τον οποίο γεννήθηκε η Αφροδίτη. Ωστόσο το πρωτόγονο στοιχείο του μύθου δεν πρέπει να αναζητηθεί στη γέννηση της θεάς από τον αφρό της θάλασσας, σύμφωνα με την ετυμολογική ερμηνεία που δίνεται από τον Ησίοδο, αλλά στην ίδια την προέλευσή της από τα ύδατα: η Αφροδίτη, θεά της γονιμότητας, δεν μπορεί παρά να έχει γεννηθεί στο νερό, μια παντοτινή πηγή ζωής για κάθε πλάσμα. 
Κατά τα άλλα, η ιστορία της γέννησης της θεάς από τον αφρό δεν γνώρισε διάδοση στην αρχαία λογοτεχνία, αφού ήδη στον Όμηρο, σε άλλους ομηρικούς ύμνους, στη Σαπφώ, η Αφροδίτη είναι κόρη του Δία. Η ηχώ της αρχαίας θαλάσσιας σύνδεσης μπορεί να εντοπιστεί στη λατρεία της θεάς ως προστάτιδας των ναυτικών.
Ο καλλωπισμός της Αφροδίτης από τις Ώρες, που περιγράφεται στους στίχους 5-13, ανακαλεί το ανάλογο χωρίο του άλλου ομηρικού Ύμνου στην Αφροδίτη (61-63), όπου οι Χάριτες ασχολούνται με την καθαριότητα και την επάλειψη της θεάς ενόψει της συνάντησής της με τον Αγχίση. Ακόμη περισσότερο, όμως, απηχεί δύο αποσπάσματα των Κυπρίων επών (Allen 4-5) και το γνωστό χωρίο του Ησιόδου (Έργα και Ημέρες 72-82) που περιγράφει τον στολισμό της Πανδώρας, στον οποίο επίσης συνεργάστηκαν οι Ώρες.
Όσον αφορά τη χρονολογία και τον τόπο σύνθεσης του έργου, κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει τη διατύπωση απόλυτα βέβαιων υποθέσεων. Αξίζει να σημειωθεί η ρητή αναφορά σ' ένα πλαίσιο ραψωδικών αγώνων στους στίχους 19-21, όπου ο ποιητής ζητά από τη θεά να του χορηγήσει τη νίκη. Σύμφωνα με ορισμένους φιλολόγους, δεν αποκλείεται αυτός ο διαγωνισμός να έγινε στην Κύπρο, όπως μας κάνει να σκεφτούμε η αναφορά στην εξουσία της Αφροδίτης στο νησί (στ. 2) και η συνήχηση με τα δύο αποσπάσματα των Κυπρίων επών, των οποίων ο συγγραφέας θεωρείται κυπριακής καταγωγής.

Την σεβαστή, χρυσοστέφανη, την όμορφη Αφροδίτη
θα ψάλω, που της έλαχαν όλης της Κύπρου οι προμαχώνες
της θαλασσινής. Εκεί την έφερε του Ζέφυρου η δύναμη
με την υγρή του πνοή, στο κύμα της πολύφλοισβης θάλασσας, 
σε αφρό μαλακό. Οι Ώρες που φορούν χρυσά διαδήματα
με χαρά την δεχτήκανε, την ντύσανε με θεία ενδύματα
και βάλανε στην κεφαλή την αθάνατη καλοφτιαγμένο στεφάνι
όμορφο, χρυσό. Στους τρυπημένους λοβούς τής φορέσανε
άνθη από χρυσάφι πολύτιμο και από ορείχαλκο
και γύρω από τον τρυφερό της λαιμό και το πάλλευκο στήθος της
την στόλισαν με χρυσά περιδέραια. Μ’ αυτά και οι ίδιες
οι Ώρες στολίζονται φορώντας χρυσά διαδήματα, όταν πηγαίνουν
στον ποθητό χορό των θεών και του Πατέρα τους τα δώματα.
Όταν κάλυψαν το σώμα της με κάθε στολίδι, στους αθάνατους
την οδήγησαν. Κι εκείνοι την ασπάστηκαν μόλις την είδαν,
την υποδέχτηκαν μ’ αγκαλιές κι ο καθένας την ήθελε
για νόμιμη σύζυγο να την πάρει στο σπίτι του,
θαυμάζοντας την όψη της Κυθερείας που ’ναι στεφανωμένη με ία.
Χαίρε, θεά με τα γυριστά βλέφαρα, γλυκιά και μειλίχια, δώσε μου
να πάρω τη νίκη σ’ αυτόν τον αγώνα, προετοίμασε το τραγούδι μου.
Κι εγώ θα σε μνημονεύσω και σ’ άλλο τραγούδι.


Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ο πετεινός και η κότα στην αρχαία Ελλάδα

    


Gallus Gallinaceus
     Ἀλέκτωρ = ο πετεινός (ποιητική λέξη στην αττική διάλεκτο, αλλά η συνήθης λέξη εκτός Αττικής και στη μεταγενέστερη Ελληνική). Η λέξη  ἀλεκτρυών  χρησιμοποιείται τόσο για τον κόκορα όσο και για την κότα (αν και η λέξη ὄρνις συχνά την αντικαθιστά για την κότα, μερικές φορές μαζί με προσδιοριστικά επίθετα όπως «οικιακή» ή «θηλυκή»). Ἀλεκτορίς  = κότα (για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη) και ἀλεκτοριδεύς = κοτόπουλο. 

Ποιοι ήταν οι Βίκινγκς και τι σήμαινε το όνομά τους;


Ο όρος «Βίκινγκς» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αρχαία Αγγλική. Εμφανίζεται τρεις φορές στο Αγγλοσαξονικό Χρονικό, όπου χρησιμοποιείται για «ληστές», προφανώς παράκτιους επιδρομείς, και όχι για χερσαίες στρατιές. Δεν χρησιμοποιήθηκε σε άλλες χώρες που δέχτηκαν επιδρομές από τη Σκανδιναβία και οι δυτικοί λαοί έδωσαν στους επιδρομείς πολλά διαφορετικά ονόματα. Σε μερικές περιπτώσεις η θρησκεία ή η έλλειψή της ήταν σημαντική και αναφέρονται ως ειδωλολάτρες, παγανιστές ή εθνικοί. Στα ιρλανδικά Χρονικά συχνά θεωρούνται απλώς ως διαφορετικοί και ονομάζονταν «gaill» ή «ξένοι». Σε άλλα συμφραζόμενα αυτό που ενδιαφέρει είναι ο τόπος προέλευσής τους και αποκαλούνται Northmanni ή Dani, παρόλο που οι ονομασίες αυτές χρησιμοποιούνται συχνά χωρίς διακρίσεις, ανεξάρτητα από την πραγματική περιοχή προέλευσής τους. Τελικά, μπορεί να ήταν η δραστηριότητά τους αυτό που τους ξεχώριζε, ως πειρατές ή ναυτικούς.
Αρχικά οι Σκανδιναβοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως κατοίκους συγκεκριμένων περιοχών, όπως «οι άνθρωποι της Γιουτλάνδης», του Vestfold, του Hordaland και ούτω καθεξής. Θα ήταν πιστοί στους ηγέτες τους και όχι σε οποιαδήποτε εθνική ταυτότητα. Οι στρατοί τους περιλάμβαναν πολεμιστές από διάφορα μέρη της Σκανδιναβίας και αποκαλούνταν οι ακόλουθοι του Olaf, του Svein, του Thorkel ή του Cnut. Παρ’ όλα αυτά μιλούσαν την ίδια γλώσσα, την οποία οι γλωσσολόγοι ονομάζουν Αρχαία Νορβηγική, και μοιράζονταν πτυχές ενός κοινού πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένης της ενδυμασίας, της τέχνης και της θρησκείας. Καθώς η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας αναπτύχθηκε, διαδόθηκε και η χρήση εθνικών ονομάτων. Με την πάροδο του χρόνου, ο όρος Δανοί χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους νότιους Σκανδιναβούς, ενώ ο όρος Νορβηγοί χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει αυτούς από τις βόρειες περιοχές.
Η λέξη Βίκινγκς επανεμφανίζεται τον 11ο αιώνα στην Αρχαία Νορβηγική με διαφορετική έμφαση. Στην ελεγεία Knutsdrapa τα στρατεύματα του Cnut ονομάζονται víkingar για να τονιστεί η αγριότητά τους, και η ίδια λέξη εμφανίζεται στους ρούνους 11ου αιώνα για να περιγράψει αξιοσέβαστους γιους που κάνουν επιδρομές στο εξωτερικό καθώς και τοπικούς ενοχλητικούς παράγοντες. Από τον 13ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε στις ισλανδικές Sagas για πειρατές, αλλά δεν απαντά γενικά στις δυτικές ευρωπαϊκές πηγές κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Στη Σκανδιναβία εισήλθε στην κοινή χρήση μόνο κατά την άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων του 19ου αιώνα.
Η πραγματική προέλευση του όρου Βίκινγκς έχει συζητηθεί πολύ. Έχει προταθεί ότι τόσο η παλαιά αγγλική όσο και η παλαιά νορβηγική μορφή αποτελούν παράλληλες εξελίξεις από ένα κοινό γερμανικό ρήμα που σημαίνει «να αποσυρθεί, να φύγει ή να αναχωρήσει». Ή ότι o όρος σχετίζεται με το αρχαίο ισλανδικό vik, που σημαίνει τον κολπίσκο. Ή ότι αναφέρεται σε εκείνους από την περιοχή του Vik ή του Viken γύρω από το Oslofjord που ξεκίνησαν την επιδρομή κατά της Αγγλίας για να ξεφύγουν από τη δανική ηγεμονία. Ή ότι προέρχεται από το vika, μια αλλαγή βάρδιας κωπηλατών. Ή ότι προέρχεται από ένα παλαιό ισλανδικό ρήμα vikya, που σημαίνει «βάζω στην άκρη» ή το παλαιό αγγλικό wic, ένοπλο στρατόπεδο.
Όποια κι αν είναι η προέλευση, είναι σαφές ότι η πλειοψηφία των Σκανδιναβών δεν ήταν Βίκινγκς. Βίκινγκς κανονικά πρέπει να ονομάζουμε μόνο όσους εμπλέκονται σε επιδρομές ή άλλες πολεμικές δραστηριότητες. Σε άλλες περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιείται ο λιγότερο φορτισμένος όρος Σκανδιναβικός και, ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική, ο όρος Νορβηγοί πρέπει να χρησιμοποιείται για τους λαούς του σκανδιναβικού πολιτισμού στον Βόρειο Ατλαντικό, χωρίς απαραίτητα να υποτεθεί ότι προέρχονται ειδικά από τη Νορβηγία. Σε άλλες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακριβέστεροι όροι όπως Ιρλανδο-Νορβηγοί ή Αγγλο-Σκανδιναβοί, αντανακλώντας το γεγονός ότι αυτό που περιγράφεται είναι συχνά μια υβριδική ταυτότητα.
Η αρχή της εποχής των Βίκινγκς δεν μπορεί πλέον να οριστεί κατηγορηματικά στη δεκαετία του 790, επειδή υπάρχουν στοιχεία προηγούμενης επαφής με τη μορφή ιρλανδικών και αγγλικών αντικειμένων σε νορβηγικούς τάφους του 8ου αιώνα. Είτε πρόκειται για λάφυρα είτε για εμπορεύματα, αυτά τα αντικείμενα δείχνουν πρώιμα σημάδια διέλευσης της Βόρειας Θάλασσας. Οι κάτοικοι της Σουηδίας είχαν επίσης εμπλακεί σε προηγούμενη επέκταση στη Βαλτική και στη νότια Σκανδιναβία. 
Πολλά από τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την «εποχή των Βίκινγκς» αρχίζουν να αναδύονται στις αρχές του 8ου αιώνα. Περιλαμβάνουν την ανάπτυξη πόλεων, τη συγκέντρωση της εξουσίας, τη μετάβαση από τις ανταλλαγές στο πραγματικό εμπόριο, την αύξηση της παραγωγής και τις επαφές στο εξωτερικό. Η διαμάχη είναι κυρίως μεταξύ εκείνων που θεωρούν τις επιδρομές ως το βασικό χαρακτηριστικό της δραστηριότητας των Βίκινγκς και είναι απρόθυμοι να τις τοποθετήσουν νωρίτερα από τη δεκαετία του 790 και εκείνους που βλέπουν την εξωστρέφεια, τη διαμόρφωση του κράτους και άλλα θετικά χαρακτηριστικά να λαμβάνουν χώρα από τη δεκαετία του 710.
Η συχνότητα των επιδρομών εντάθηκε στη Δυτική Ευρώπη από τη δεκαετία του 830 και ένα στρατόπεδο Βίκινγκς ιδρύθηκε στο Δουβλίνο το 841. Υπήρξαν επιθέσεις στο κράτος των Φράγκων και στην Ισπανία κατά τη δεκαετία του 850 και επιδρομές και στη συνέχεια εγκατάσταση στη Ρωσία από τη δεκαετία του 860. Από τα τέλη της δεκαετίας του 870 οι Βίκινγκς εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αγγλία και επίσης ίδρυσαν αποικίες στη Νήσο του Μαν, στις Φαρόες και στην Ισλανδία. Η Γροιλανδία αποικίστηκε στη δεκαετία του 980 και γύρω στα 1000 έγιναν ταξίδια στη Βόρεια Αμερική. Εντούτοις, η χρονολογία για το τέλος της εποχής των Βίκινγκς είναι επίσης προβληματική. Συχνά συνδέθηκε με συγκεκριμένα γεγονότα: είτε όταν ο Harthacnut, ο τελευταίος Σκανδιναβός βασιλιάς της Αγγλίας, πέθανε το 1042, ή όταν ο Haraldr Handrada νικήθηκε το 1066. Ωστόσο, η σκανδιναβική παρουσία συνεχίστηκε στη Σκωτία, την Ιρλανδία και τη Νήσο του Μαν, παρόλο που η επιθετική στρατιωτική δραστηριότητα σταμάτησε από το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Ο σκανδιναβικός πολιτισμός συνεχίστηκε στον Βόρειο Ατλαντικό, στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία μέχρι τον 14ο και τον 15ο αιώνα και ορισμένες από αυτές τις περιοχές έχουν διατηρήσει μέχρι σήμερα την πολιτιστική ταυτότητα των Βίκινγκς.
[Πηγή: Julian D. Richards, The Vikings: A Very Short Introduction, Oxford 2005]

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Henry Kuttner, Ένας σταυρός αιώνων (Α cross of centuries)


Τον αποκαλούσαν Χριστό. Αλλά δεν ήταν ο Άνθρωπος που είχε μοχθήσει στον μακρύ δρόμο προς τον Γολγοθά πέντε χιλιάδες χρόνια πριν. Τον αποκαλούσαν Βούδα και Μωάμεθ. Τον αποκαλούσαν ο Αμνός και ο Ευλογητός του Θεού. Τον ονόμαζαν ο Πρίγκιπας της Ειρήνης και ο Αθάνατος.
Το όνομά του ήταν Ταϊρέλ.
Είχε ανέλθει έναν άλλο δρόμο τώρα -το απότομο μονοπάτι που οδηγούσε στο μοναστήρι πάνω στο βουνό- και στάθηκε για μια στιγμή ανοιγοκλείνοντας τα μάτια απέναντι στο έντονο φως του ήλιου. Το λευκό του ράσο ήταν σημαδεμένο με το τελετουργικό μαύρο χρώμα.
Το κορίτσι στο πλάι του τού άγγιξε το χέρι και τον ώθησε απαλά προς τα εμπρός. Προχώρησε μέσα στη σκιά της πύλης.
Τότε δίστασε και κοίταξε πίσω του. Ο δρόμος τον είχε οδηγήσει σε ένα επίπεδο ορεινό λιβάδι, όπου βρισκόταν το μοναστήρι, και το λιβάδι ήταν εκθαμβωτικά πράσινο νωρίς την άνοιξη. Αδύναμα, σαν από πολύ μακριά, ένιωσε μια επώδυνη θλίψη στη σκέψη να αφήσει όλη αυτή τη λαμπρότητα, αλλά αισθάνθηκε ότι τα πράγματα θα γίνονταν καλύτερα πολύ σύντομα. Και η λαμπρότητα ήταν πολύ μακριά. Δεν ήταν πια εντελώς πραγματική. 
Το κορίτσι άγγιξε ξανά το χέρι του και εκείνος ένευσε υπάκουα και βάδισε προς τα εμπρός. Αισθάνθηκε το ενοχλητικό άγγιγμα μιας απώλειας που πλησιάζει, την οποία τώρα ο κουρασμένος του νους δεν μπορούσε να καταλάβει.
«Είμαι πολύ παλαιός», σκέφτηκε.
Στην αυλή οι ιερείς έσκυψαν μπροστά του. Ο αρχηγός τους, ο Μονς, στεκόταν στην άλλη άκρη μιας πλατιάς πισίνας που αντανακλούσε το απύθμενο γαλάζιο του ουρανού. Πότε-πότε το νερό αναδευόταν από ένα δροσερό, απαλό αεράκι.
Παλιές συνήθειες έστειλαν τα μηνύματά τους κατά μήκος των νεύρων του. Ο Ταϊρέλ σήκωσε το χέρι του και τους ευλόγησε όλους.
Η φωνή του απήγγειλε ήρεμα τις απομνημονευμένες φράσεις:
«Ας υπάρξει ειρήνη. Σε όλη την ταραγμένη γη, σε όλους τους κόσμους και στον ευλογημένο ουρανό του Θεού ανάμεσά τους, ας υπάρξει ειρήνη. Οι δυνάμεις του…»
Το χέρι του ταλαντεύτηκε. Μετά θυμήθηκε:
«…οι δυνάμεις του σκότους δεν έχουν δύναμη απέναντι στην αγάπη και την κατανόηση του Θεού. Σας φέρνω το λόγο του Θεού. Είναι αγάπη, είναι κατανόηση, είναι ειρήνη».
Περίμεναν μέχρι να τελειώσει. Ήταν ο λάθος χρόνος και το λάθος τελετουργικό. Αλλά αυτό δεν είχε σημασία, αφού ήταν ο Μεσσίας.
Ο Μονς, στην άλλη άκρη της πισίνας, έδωσε το σήμα. Το κορίτσι πλάι στον Ταϊρέλ έβαλε τα χέρια του απαλά στους ώμους του ράσου του.
Ο Μονς φώναξε δυνατά: «Αθάνατε, θα αποβάλεις το μιασμένο ένδυμά σου και μαζί του τις αμαρτίες του χρόνου;»
Ο Ταϊρέλ κοίταξε αόριστα κατά μήκος της πισίνας. 
«Θα ευλογήσεις τους κόσμους με έναν ακόμη αιώνα της αγίας παρουσίας σου;»
Ο Ταϊρέλ θυμήθηκε μερικές λέξεις:
«Φεύγω εν ειρήνη, επιστρέφω εν ειρήνη», είπε.
Το κορίτσι τράβηξε απαλά το λευκό ράσο, γονάτισε και αφαίρεσε τα σανδάλια του Ταϊρέλ. Γυμνός, στάθηκε στο χείλος της πισίνας.
Έμοιαζε με αγόρι είκοσι ετών. Είχε ηλικία δύο χιλιάδων ετών.
Κάποιος βαθύς προβληματισμός τον άγγιξε. Ο Μονς σήκωσε το χέρι του, τον κάλεσε, αλλά ο Ταϊρέλ κοίταξε γύρω του μπερδεμένος και συνάντησε τα γκρίζα μάτια του κοριτσιού.
«Νερίνα;» μουρμούρισε.
«Πήγαινε στην πισίνα», ψιθύρισε. «Κολύμπησε κατά μήκος της».
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το δικό της. Εκείνη αισθάνθηκε αυτό το θαυμάσιο ρεύμα της ευγένειας που ήταν η αδάμαστη δύναμή του. Πίεσε το χέρι του σφιχτά, προσπαθώντας να τον φτάσει μέσα από τα σύννεφα του μυαλού του, προσπαθώντας να τον κάνει να καταλάβει ότι όλα θα είναι και πάλι καλά, ότι θα τον περιμένει, όπως περίμενε την ανάστασή του ήδη τρεις φορές ως τώρα, κατά τα τελευταία τριακόσια χρόνια.
Ήταν πολύ νεότερη από τον Ταϊρέλ, αλλά ήταν κι εκείνη αθάνατη.
Για μια στιγμή η ομίχλη καθάρισε από τα γαλάζια μάτια του.
«Να με περιμένεις, Νερίνα», είπε. Στη συνέχεια, σαν να επέστρεφε μια παλιά του ικανότητα, βούτηξε στην πισίνα με μια άμεμπτη κατάδυση.
Τον παρακολούθησε να κολυμπά σίγουρα και σταθερά. Δεν συνέβαινε κάτι κακό με το σώμα του, δεν συνέβη ποτέ, ανεξάρτητα από το πόσο είχε μεγαλώσει στα χρόνια. Ήταν μόνο ο νους του που σκλήραινε, βυθιζόμενος όλο και βαθύτερα στις σιδερένιες διαδρομές του χρόνου, και έχανε την τριβή του με το παρόν, με αποτέλεσμα η μνήμη του να θρυμματίζεται λίγο-λίγο. Αλλά οι παλαιότερες αναμνήσεις χάνονται τελευταίες και οι αυτοματισμοί της μνήμης χάνονται τελευταίοι όλων.
Γνώριζε για το δικό της σώμα, το νέο και ισχυρό και όμορφο, όπως θα ήταν πάντα. Το μυαλό της... Υπήρχε μια απάντηση και σ’ αυτό το ζήτημα. Κοιτούσε την ίδια την απάντηση.
«Είμαι πολύ ευλογημένη», σκέφτηκε. «Από όλες τις γυναίκες σε όλους τους κόσμους, εγώ είμαι η Νύφη του Ταϊρέλ και ο μόνος άλλος αθάνατος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ».
Με αγάπη και ευλάβεια τον παρακολούθησε να κολυμπά. Στα πόδια της βρισκόταν το πεσμένο ράσο του, στιγματισμένο με τις μνήμες εκατό ετών.
Δεν της φαινόταν ότι ήταν πολύς καιρός πριν. Μπορούσε να θυμηθεί πολύ καθαρά την τελευταία φορά που είχε δει τον Ταϊρέλ να κολυμπά στην πισίνα. Και υπήρξε ακόμη μια φορά πριν από αυτή - και εκείνη ήταν η πρώτη. Για την ίδια, όχι για τον Ταϊρέλ.
Ο Ταϊρέλ βγήκε στάζοντας από το νερό και δίστασε. Ένιωσε μια ισχυρή ταραχή, λόγω της εσωτερικής του μεταβολής από την ισχυρή βεβαιότητα στην σαστισμένη αμφιβολία. Αλλά ο Μονς ήταν έτοιμος. Προχώρησε και πήρε το χέρι του Ταϊρέλ. Οδήγησε τον Μεσσία προς μια θύρα στον ψηλό τοίχο του μοναστηριού και τον πέρασε μέσα από αυτή. Η Νερίνα νόμισε ότι ο Ταϊρέλ κοίταξε πίσω προς το μέρος της, με την τρυφερότητα που ήταν πάντα εκεί στη βαθιά, υπέροχη ηρεμία του.
Ένας ιερέας πήρε το λεκιασμένο ράσο από τα πόδια της και το απομάκρυνε. Θα το έπλεναν τώρα για να καθαρίσει και θα το τοποθετούσαν πάνω στον βωμό, στη σφαιρική κιβωτό που είχε το σχήμα του μητρικού κόσμου. Το ράσο θα γινόταν και πάλι εκπληκτικά λευκό, οι πτυχώσεις του θα κρέμονταν απαλά γύρω από τη Γη.
Θα καθαριζόταν απόλυτα, όπως θα καθαριζόταν επίσης και ο νους του Ταϊρέλ, ξεπλυμένος από την αποφρακτική εναπόθεση των μνημών που είχε φέρει ένας αιώνας.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ. (του Michael Bishop)



[Tίτλος πρωτοτύπου: Michael Bishop, Rogue Tomato, 1976]

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ.
Όταν ο Φίλιπ K. ξύπνησε, ανακάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας είχε διογκωθεί από μια αρκετά καλά διαμορφωμένη, αμφίπλευρα συμμετρική, ανθρώπινη ύπαρξη σε ...ένα ολοστρόγγυλο και χωρίς μέλη πλανητικό σώμα που περιστρεφόταν γύρω από κάποιο γιγαντιαίο, αιθέριο κόκκινο αστέρι. Στην πραγματικότητα, από την απλή αίσθηση, από τη συνολική αύρα που προβαλλόταν στους σπόρους της συνείδησής του, ο Φίλιπ Κ. συμπέρανε ότι ήταν μια ντομάτα. Μια ντομάτα περίπου ίδιων διαστάσεων και μάζας με τον πλανήτη Άρη. Αυτό ήταν στα σίγουρα: μια ντομάτα ποικιλίας θερμοκηπίου. 
Περιστρεφόμενος σε κατακόρυφο άξονα που είχε κλίση επτά ή οκτώ μοίρες σε σχέση με την κάθετη γραμμή, ο Φίλιπ Κ. λιαζόταν στο άγριο φως του μακρινού κόκκινου γίγαντα. Ενώ λιαζόταν, όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν μπερδεμένος. Αυτό δεν του είχε συμβεί ποτέ πριν. Ήταν ένα νηφάλιο άτομο που δεν ήταν δοσμένο στο ποτό ή άλλες μορφές ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς και το ότι έπρεπε να μετατραπεί με συνοπτικές διαδικασίες σε μια ντομάτα στο μέγεθος του Άρη τού φάνηκε ως μια αυστηρή και άδικη αλλαγή. Γιατί αυτόν; Και πώς; «Τουλάχιστον», σκέφτηκε, «ξέρω ακόμα ποιος είμαι». Ακόμη κι αν με το σχήμα μιας τεράστιας ντομάτας γύριζε τώρα γύρω από έναν άγνωστο ήλιο, η συνείδησή του ήταν αυτή ενός ανθρώπου και μάλιστα του εαυτού του. «Είμαι ο Φίλιπ Κ. και με κάποιο τρόπο εξακολουθώ να αναπνέω και πρέπει να υπάρχει μια επιστημονική εξήγηση γι' αυτό» είναι μια ακριβής περίληψη των επόμενων αρκετών ωρών των διαδικασιών σκέψης του (μια ώρα μετριέται, φυσικά, ως ένα εικοστό τέταρτο της περιόδου περιστροφής του ίδιου του Φίλιπ K.).