Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο θεός των Δελφών ως θεός της διαλεκτικής και η σημασία του δελφικού Ε


Στο επόμενο χωρίο (κεφ. 5-6) από την περίφημη δελφική πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ ΕΙ τοῦ ἐν Δελφοῖς, ένας από τους ομιλητές, ο Θέωνας, στηριγμένος στη σύνδεση του δελφικού Ε με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ (=εάν), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Απόλλωνας με τους αμφίσημους χρησμούς του καλεί τους ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν τη διαλεκτική μέθοδο και τη δύναμη του υποθετικού συλλογισμού για να τον κατανοήσουν σωστά. Δεν είναι, συνεπώς, απλώς μάντης, αλλά Διδάσκαλος που προτρέπει τον κάθε άνθρωπο να ακολουθήσει το δικό του δρόμο της φώτισης και της αλήθειας. Τούτο το είχε κατανοήσει ήδη ο Όμηρος και ακόμη νωρίτερα ο Ηρακλής, ο Χείρων και ο Άτλαντας:

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Πινκ Φλόιντ, "Λάμψε, τρελό διαμάντι" (Pink Floyd, Shine on you crazy diamond)


Λάμψε, τρελό διαμάντι.

Θυμάσαι όταν ήσουν νέος: έλαμπες σαν τον ήλιο.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Τώρα υπάρχει ένα βλέμμα στα μάτια σου, σαν μαύρες τρύπες στον ουρανό.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Πιάστηκες στα διασταυρούμενα πυρά της παιδικής ηλικίας και της φήμης,
παρασυρμένος από την κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα εσύ, στόχε του μακρινού γέλιου,
έλα ξένε, θρύλε, μάρτυρα, και λάμψε!
Προσπάθησες να μάθεις το μυστικό πολύ νωρίς,
αναζήτησες απελπισμένα το φεγγάρι.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Φοβισμένος απ’ τις σκιές τη νύχτα, εκτεθειμένος στο φως.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Ξόδεψες το καλωσόρισμά σου με άσκοπη ακρίβεια,
ιππεύοντας την κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα, ξέφρενε, θεατή οραμάτων,
έλα, ζωγράφε, αυλητή, δεσμώτη, 
και λάμψε!
***
Κανείς δεν ξέρει πού είσαι, πόσο μακριά ή κοντά.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Μάζεψε ακόμη πολλές στρώσεις και θα σε συναντήσω εκεί.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Και θ’ απολαύσουμε τον θρίαμβο της χτεσινής μέρας,
θ’ ανοίξουμε πανιά στην κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα, παιδί, αγόρι, νικητή κι ηττημένε,
έλα, εσύ που σκάβεις για να βρεις την αλήθεια και την αυταπάτη,
και λάμψε!


Shine on you crazy diamond
(Parts I-V)
Remember when you were young, you shone like the sun.
Shine on you crazy diamond.
Now there's a look in your eyes, like black holes in the sky.
Shine on you crazy diamond.
You were caught on the crossfire of childhood and stardom, 
blown on the steel breeze.
Come on you target for faraway laughter, 
come on you stranger, you legend, you martyr, and shine!
You reached for the secret too soon, you cried for the moon.
Shine on you crazy diamond.
Threatened by shadows at night, and exposed in the light.
Shine on you crazy diamond.
Well you wore out your welcome with random precision,
rode on the steel breeze.
Come on you raver, you seer of visions, 
come on you painter, you piper, you prisoner, and shine!

(Parts VI-IX)
Nobody knows where you are, how near or how far.
Shine on you crazy diamond.
Pile on many more layers and I'll be joining you there.
Shine on you crazy diamond.
And we'll bask in the shadow of yesterday's triumph, 
sail on the steel breeze.
Come on you boy child, you winner and loser, 
come on you miner for truth and delusion, and shine.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Το δαιμόνιο του Σωκράτη και τα γουρούνια των Αθηνών


[Πλούταρχος, Περί του Σωκράτους δαιμονίου 10]
[1]Τα πιο πολλά και σημαντικά γεγονότα πρέπει να τα πληροφορηθείτε από τον Σιμμία[2] και τους άλλους εταίρους του Σωκράτη. Όταν όμως ήμουν κι εγώ παρών (τότε που πήγα να συναντήσω το μάντη Ευθύφρονα[3]), έτυχε να βα­δίζει ο Σωκράτης -το θυμάσαι βέβαια, Σιμμία- προς τα πάνω, προς το Σύμβολο[4] και την οικία του Ανδοκίδη,[5] υ­ποβάλλοντας ταυτόχρονα σε ερωτήσεις και προκαλώντας σύγχυση στον Ευθύφρονα με παιχνιδιάρικη διάθεση. Ξαφ­νικά, όμως, αφού στάθηκε και σιώπησε, συγκεντρώθηκε στον εαυτό του για αρκετό χρονικό διάστημα. Κατόπιν γύρισε και πορευόταν μέσα από το δρόμο των κατα­σκευαστών κιβωτίων και καλούσε να γυρίσουν πίσω όσους από τους συντρόφους του είχαν ήδη προχωρήσει μπροστά, λέγοντας ότι τον επισκέφτηκε το δαιμόνιο. Οι περισσότεροι, λοιπόν, επέστρεψαν, ανάμεσα τους κι εγώ ακολουθώ­ντας από κοντά τον Ευθύφρονα. Κάποιοι νέοι, όμως, συ­νέχισαν την πορεία τους ευθεία μπροστά, με σκοπό να δεί­ξουν περιφρόνηση προς το δαιμόνιο του Σωκράτη, και τράβηξαν μαζί τους και το Χάριλλο,[6] τον αυλητή, που κι αυτός είχε έρθει μαζί μου στην Αθήνα να δει τον Κέβητα.[7] Κι ενώ πορεύονταν δια μέσου της οδού των αγαλματοποιών κοντά στα δικαστήρια,[8] συνάντησαν αγέλη χοίρων που ήταν γεμάτοι ακαθαρσίες και έσπρωχναν ο ένας τον άλλο εξαιτίας του πλήθους τους. Καθώς, λοιπόν, δεν υ­πήρχε δρόμος διαφυγής, άλλους τους έριξαν κάτω οι χοί­ροι πέφτοντας πάνω τους και άλλους τους καταβρώμισαν. Γύρισε σπίτι και ο Χάριλλος γεμάτος ακαθαρσίες στα σκέ­λη και τα ρούχα του, ώστε να θυμόμαστε πάντοτε με γέ­λιο το δαιμόνιο του Σωκράτη και συνάμα να νιώθουμε θαυμασμό που το θείο ποτέ δεν τον εγκατέλειψε και δεν τον άφησε αφρόντιστο.[9]



[1] Μιλά ο μάντης Θεόκριτος, ένας από τους ήρωες του διαλόγου.
[2] Θηβαίος μαθητής του Σωκράτη.
[3] Αθηναίος μάντης που έδωσε το όνομά του στον ομώνυμο πρώ­το διάλογο του Πλάτωνα για τη θρησκεία και την αγιότητα.
[4] Κυριολεκτικά το «Σταυροδρόμι», τοποθεσία στην αρχαία Αθήνα ΝΔ της Αγοράς.
[5] Αυτό το σπίτι βρισκόταν κοντά στην Αγορά απέναντι από τη Βασίλειο Στοά και κοντά στην Ποικίλη Στοά.
[6] Προσωπικότητα άγνωστη από αλλού.
[7] Μαθητής του Σωκράτη και του Φιλόλαου, φίλος του Σιμμία.
[8] Αυτή η οδός, όπως και εκείνη των κιβωτοποιών παραπάνω, βρισκόταν στον περίγυρο της Αγοράς.
[9] Η περιγραφή του Θεόκριτου τείνει προς το κωμικό. Ο Πλούταρχος φαίνεται να έχει αντλήσει το ανέκδοτο από το βίο του Σωκράτη που συνέγραφε ο Αριστόξενος. Εντούτοις, ο Θεόκριτος δε σκοπεύει να περιγελάσει το δαιμόνιο του Σωκράτη, αλλά απλώς να προσθέσει ένα παράδειγμα σ' αυτά που παρέχει ο Πλάτωνας για την επίδραση του δαιμόνιου στον μεγάλο φιλόσοφο.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Υπερφυσικά και αστρονομικά σημεία και τέρατα στo Βιβλίο των Θαυμάτων (The Book of Miracles, Augsburger Wunderbuch), 1550

Το Βιβλίο των Θαυμάτων, το οποίο έκανε την εμφάνισή του μερικά χρόνια πριν και τελικά κατέληξε σε μια ιδιωτική αμερικανική συλλογή, αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές νέες ανακαλύψεις στο πεδίο της αναγεννησιακής τέχνης. Πρόκειται για ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο και το οποίο δημιουργήθηκε στην Σουηβική ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη του Augsburg γύρω στα 1550. Αποτελείται από 123 φύλλα με 23 ενθέματα και εικόνες που απεικονίζουν θαυμαστά και συχνά παράξενα ουράνια φαινόμενα, αστερισμούς, πυρκαγιές, ουράνιους πολεμιστές,  κομήτες,   μετεωρίτες,  πολλαπλούς ήλιους και ουράνια τόξα, αιμάτινες βροχές, τερατώδεις γεννήσεις, λοιμούς, κατακλυσμούς και άλλες καταστροφές και συμβάντα. Περιλαμβάνει γεγονότα που από την άποψη της χρονολογίας κυμαίνονται από την αρχή της δημιουργίας και την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαία παράδοση και τα μεσαιωνικά χρονικά, έως και γεγονότα που συνέβησαν στο άμεσο παρόν του δημιουργού του βιβλίου. Επιπλέον υπάρχουν απεικονίσεις εμπνευσμένες από το βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, με αποτέλεσμα το βιβλίο τελικά να περιλαμβάνει και το μελλοντικό τέλος του κόσμου.
Ορισμένες από τις εικόνες μοιάζουν πολύ μοντέρνες και μερικές φορές θυμίζουν παραισθητικές εμπειρίες. Συνοδεύονται από χρονολογικές ενδείξεις και σύντομες περιγραφές σε γοτθική γραφή που αποκαλύπτουν με μοναδικό τρόπο τις αγωνίες και τα άγχη του 16ου αιώνα, καθώς και έναν αποκαλυπτικό και εσχατολογικό τρόπο σκέψης. Το βιβλίο εκδόθηκε πρόσφατα σε τρίγλωσση έκδοση (γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά) από τον εκδοτικό οίκο Taschen με τον τίτλο The Book of Miracles (Augsburger Wunderbuch). Οι εκδότες του βιβλίου το συσχετίζουν με μια σειρά από αντίστοιχα αποκαλυπτικού τύπου βιβλία, τα οποία άρχισαν να διαδίδονται και να αυξάνονται από τα τέλη του 15ου αιώνα και μετά στην Γερμανία και την Αυστρία και κατόπιν στη Γαλλία και την Ιταλία. Ίσως τα πλέον συγγενικά από όλα τα σχετικά βιβλία να είναι Οι Θαυμαστές Ιστορίες, Histoires Prodigieuses, του Pierre Boaistuau, εκδομένες το 1560, και το Βιβλίο των κομητών, Das Kometenbuch / The Book of Comets, 1587,
 Τα βιβλία αυτά συνδυάζουν το θρησκευτικό με το επιστημονικό ενδιαφέρον, αφού περιέχουν τόσο βιβλικά επεισόδια, όσο και αστρονομικά φαινόμενα, και εμφανίζουν μια πνευματικότητα πρόδρομη σε ένα βαθμό του Διαφωτισμού και της δίψας του για γνώση και κατανόηση.
Από την άποψη της εικονογράφησης ο καλλιτέχνης ή οι καλλιτέχνες που έφτιαξαν τις εικόνες του Βιβλίου των Θαυμάτων ακολουθούν συχνά σύγχρονά τους πρότυπα, όπως είναι για παράδειγμα η πλατιά διαδεδομένη λουθηρανική Βίβλος του 1545 και άλλα εικονογραφημένα χειρόγραφα που παρουσίαζαν ιστορίες υπερφυσικής δραστηριότητας, όπως το όραμα του Ιεζεκιήλ. Το χειρόγραφο στην πορεία του χρόνου διαλύθηκε, αλλά τα φύλλα του ξαναδέθηκαν κατά τον 19ο αιώνα. Μερικά ωστόσο λείπουν, παρά το γεγονός ότι ένα ή δύο από τα ελλείποντα φύλλα ξαναβρέθηκαν πρόσφατα. Μόνο το μπροστινό μέρος των φύλλων είναι εικονογραφημένο, ενώ το πίσω μέρος είναι κενό. Δεν γνωρίζουμε το εργαστήριο που δημιούργησε το χειρόγραφο ή τον πάτρωνα για χάρη του οποίου δημιουργήθηκε.
[Βασική πηγή: Marina Warner, ‘The Book of Miracles’, NYR Daily, May 1, 2014]

Παρακάτω έχω συγκεντρώσει και επεξεργαστεί στο μέτρο των τεχνικών ικανοτήτων μου τις μισές περίπου από τις εικόνες του βιβλίου.








Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ερμητική τελετουργική προσευχή στον Ύψιστο Πατέρα


Αυτή η σύντομη, σχεδόν άριστα διατηρημένη, ερμητική προσευχή εκφράζει σε προσεκτικά διατυπωμένη λειτουργική γλώσσα την ευγνωμοσύνη κάποιου που έχει λάβει θεοποιό γνώση. Σώζεται σε 3 εκδοχές: στο ελληνικό πρωτότυπο, σε μια λατινική και σε μια κοπτική μετάφραση. Το πλαίσιο της προσευχής είναι διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. Στο ελληνικό κείμενο, που ονομάζεται Πάπυρος Mimaut, είναι μέρος μιας ευρύτερης προσευχής ενσωματωμένης σε μια μαγική σύνθεση. Στον λατινικό Ασκληπιό αποτελεί την ολοκλήρωση της πραγματείας. Και στον κοπτικό κώδικα η προσευχή είναι προσαρτημένη ως είδος παραρτήματος σε ένα άλλο ερμητικό κείμενο που προηγείται, την πραγματεία Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος. Αυτό υποδηλώνει ότι η προσευχή ήταν αρχικά ένα ανεξάρτητο κομμάτι της παράδοσης.
Η προσευχή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα σαφή αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζει σχετικά με την ύπαρξη ερμητικών λατρευτικών πρακτικών. Η ίδια η προσευχή αντανακλά λειτουργική χρήση, όπως βεβαιώνει η ισορροπημένη της γλώσσα. Επιπλέον, στην κοπτική εκδοχή η καταληκτική δήλωση αναφέρει έναν τελετουργικό εναγκαλισμό (που απαντά επίσης στο Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος) μετά την προσευχή, καθώς και ένα λατρευτικό γεύμα. Αυτές οι αναφορές σε λατρευτικές πρακτικές δείχνουν ότι υπήρχαν ερμητικές κοινότητες αφιερωμένες στην ενθάρρυνση της οραματικής εμπειρίας και στη διατήρηση της μυστικής γνώσης που κοινωνείται μέσω της εν λόγω εμπειρίας. Η κοπτική κεφαλίδα «αυτή είναι η προσευχή που είπαν» ήταν μόνο μια εισαγωγική γραμμή. Μαζί με τη καταληκτική δήλωση σχηματίζει απλώς ένα αφηγηματικό πλαίσιο για την προσευχή.
Παρακάτω αποδίδεται το ελληνικό κείμενο, ενώ με μαύρα χοντρά γράμματα οι κοπτικές προσθήκες. Για το κοπτικό κείμενο συμβουλεύτηκα τη μετάφραση των James Brashler, Peter A. Dirkse και Douglas M . Parrott.
© ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 30-11-2016

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Ερμή του Τρισμέγιστου: πραγματεία περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος (από την απόκρυφη βιβλιοθήκη του Ναγκ Χαμαντί)


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Η πραγματεία Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος αποτελεί ένα από τα τρία ερμητικά κείμενα που βρέθηκαν στον 6ο κώδικα της κοπτικής βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί. Τα τρία ερμητικά έργα ακολουθούν το ένα το άλλο στο τέλος του κώδικα, ενώ τα κείμενα που προηγούνται έχουν ποικίλη προέλευση και έμπνευση. Το πρώτο από τα τρία κείμενα (NHC VI 6), ο διάλογος Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος, είναι ακριβώς το έργο το οποίο μεταφράζεται και σχολιάζεται παρακάτω. Το δεύτερο ερμητικό κείμενο (NHC VI 7) παραδίδεται χωρίς τίτλο και αποτελεί κοπτική μετάφραση μιας προσευχής που το ελληνικό της πρωτότυπο ανευρίσκεται στον μαγικό πάπυρο PGM III 591-609. Έχει ως επιπλέον παράλληλο την λατινική παράφραση του Ασκληπιού 41, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί τη λατινική μετάφραση του χαμένου ελληνόγλωσσου Τέλειου Λόγου. Το τελευταίο ερμητικό κείμενο του κοπτικού κώδικα (NHC VI 8) αποτελεί επίσης ένα απόσπασμα μεταφρασμένο από τον Τέλειο Λόγο και έχει ως παράλληλο τον λατινικό Ασκληπιό 21-29.
Το παρόν κείμενο είναι μοναδικό από την άποψη ότι δεν μας ήταν γνωστό από κάποια άλλη παράδοση πριν έρθουν στο φως τα κείμενα της κοπτικής βιβλιοθήκης. Ο τίτλος του έχει χαθεί, αλλά οι σύγχρονοι ειδικοί το έχουν ονομάσει με τον τρέχοντα τίτλο από μια φράση, η οποία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματεία. Το βιβλίο περιγράφει την διαδικασία με την οποία κάποιος πνευματικός οδηγός, δηλαδή μυσταγωγός, οδηγεί έναν μυούμενο σε μια μυστικιστική εμπειρία, μια πνευματική «άνοδο». Προκειμένου να κατανοήσουμε, στο βαθμό που είναι δυνατόν, το κείμενο πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι όροι «Ογδοάδα» και «Εννεάδα» αντιπροσωπεύουν την όγδοη και την ένατη σφαίρα που περιβάλλουν τη γη. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι οι επτά πρώτες σφαίρες, δηλαδή αυτές του ήλιου, της σελήνης και των πέντε πλανητών, έλεγχαν σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη ζωή, αλλά δεν ήταν αναγκαστικά φιλάνθρωπες. Η όγδοη και η ένατη σφαίρα αποτελούν επομένως την αρχή του πραγματικά καθαρού θεϊκού βασιλείου, πέρα από τον έλεγχο των κατώτερων δυνάμεων. Στον θάνατο η ψυχή ταξιδεύει μέσα από τις επτά σφαίρες και, αν το πέρασμα της είναι επιτυχές, φτάνει στην όγδοη και την ένατη, όπου και γνωρίζει την αληθινή μακαριότητα. Επιπλέον η όγδοη και η ένατη σφαίρα μπορούν συμβολικά να υποδεικνύουν προχωρημένα επίπεδα πνευματικής ανάπτυξης στην παρούσα ζωή. Η πραγματεία πιθανώς υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας ακόμη ανώτερης, δέκατης σφαίρας, όπου κατοικεί ο ίδιος ο Θεός, μολονότι αυτό δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο από τα λεγόμενα.
Η πραγματεία ξεκινά με μια εισαγωγική συζήτηση μέσω της οποίας ο υποψήφιος για μύηση εξασφαλίζει την αποδοχή από τον μυσταγωγό του αιτήματός του να βιώσει την εμπειρία της όγδοης και της ένατης σφαίρας. Η διαδικασία που θα οδηγήσει στην εμπειρία ξεκινά με μια σειρά οδηγιών που κορυφώνεται σε μια προσεκτικά διατυπωμένη προσευχή. Στην καρδιά της προσευχής βρίσκεται η απαίτηση για μια οραματική εμπειρία. Ακολουθεί ένας εναγκαλισμός μεταξύ των δύο συμμετεχόντων και στη συνέχεια ο μυσταγωγός έχει το όραμά του.  Κατόπιν, υπό την καθοδήγηση του  μυσταγωγού,  ο μαθητής εισέρχεται οραματικά στην όγδοη και στη συνέχεια στην ένατη σφαίρα. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν ευχαριστήριο ύμνο εκ μέρους του μαθητή, καθώς και με οδηγίες καταγραφής και διατήρησης της αφήγησης της εμπειρίας.
Το έργο προϋποθέτει την ύπαρξη πρωιμότερων επιπέδων πνευματικής ανάπτυξης. Δεν περιγράφονται λεπτομερειακά, άλλα δύο τουλάχιστον πράγματα πρέπει να έχουν συμβεί για να είναι κανείς έτοιμος για την εμπειρία της όγδοης και της ένατης σφαίρας: πρώτον να έχει επιτύχει καθαρότητα στη ζωή του σύμφωνα με το πρότυπο του θεϊκού νόμου και δεύτερον να έχει εξαλείψει την άγνοιά του μέσω της γνώσης που θα έχει κατακτήσει από τα ιερά ερμητικά βιβλία. Η επιτυχία των τελευταίων σταδίων της μύησης απαιτεί ο μυσταγωγός να έχει πρώτα την δική του  μυστικιστική εμπειρία-όραμα, προκειμένου να γίνει η ενσάρκωση του συμπαντικού Νου, ο οποίος αποτελεί την ένατη σφαίρα. Ο μαθητής τότε εισέρχεται στην όγδοη σφαίρα αναγνωρίζοντας την παρουσία του συμπαντικού Νου και ανταποκρίνεται σ’ αυτήν την αναγνώριση μετέχοντας στον  χορό των φωνών των πνευματικών όντων που κατοικούν στην όγδοη σφαίρα και ψάλλουν έναν σιωπηλό ύμνο στον παγκόσμιο Νου. Φτάνει στην ένατη σφαίρα, όταν έχει την εμπειρία της δικής του ενότητας μ’ αυτόν το Νου και όταν λάβει την επιβεβαιωτική ενόραση στην οποία ο χορός της όγδοης σφαίρας τραγουδά πια γι’ αυτόν τον ίδιο!
Αυτό και άλλα ερμητικά κείμενα μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο μικρών ομάδων αφιερωμένων στην απόκρυφη γνώση και τη μυστικιστική εμπειρία. Σε αυτές τις ομάδες οι προχωρημένοι θα δίδασκαν και θα καθοδηγούσαν τους νεόφυτους  με τη βοήθεια και ορισμένων τελετουργικών πράξεων, όπως προσευχών και  ύμνων,  τους οποίους άλλωστε συναντάμε σε πολλά ερμητικά κείμενα. Επίσης οι πραγματείες πιθανότατα χρησίμευαν ως βάση για συζήτηση μεταξύ των μελών των ομάδων, αλλά και ως κείμενα για προσωπικό διαλογισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο συγγενεύει με ελληνικά φιλοσοφικά σχήματα, πλατωνικά, στωικά και άλλα. Ωστόσο υπάρχει ένα αιγυπτιακό επίχρισμα με την αναφορά στην αιγυπτιακή πόλη της Διοσπόλεως, στα ιερογλυφικά και στους Θεούς με πρόσωπα ζώων, όλα αυτά προς το τέλος του κειμένου. Το έργο στην παρούσα μορφή του χρονολογείται πιθανότατα στον δεύτερο αιώνα μ.Χ.
Το κείμενό μας εμφανίζει συνηχήσεις με αρκετά κείμενα της ερμητικής παράδοσης, προπάντων όμως με την 1η και την 13η πραγματεία του Corpus Hermeticum. Επίσης εμφανίζονται θέματα που απαντούν και αλλού στην ερμητική παράδοση, όπως λόγου χάρη το θέμα της ομορφιάς, το οποίο εμφανίζεται επίσης στην 6η ερμητική πραγματεία (CH 6.4-5) καθώς και στους λεγόμενους αρμενικούς Ορισμούς (10.1). Το εκστατικό όραμα μέσω του οποίου ο εκλεκτός, έχοντας ήδη κατακτήσει την Εβδομάδα, φτάνει στη θέαση της Ογδοάδος καθώς και των ψυχών και των αγγέλων που τραγουδούν μέσα στη σιωπή ύμνους προς την Εννεάδα και τις δυνάμεις της καθώς και στον Θεό αγγίζοντας την αθάνατη ζωή, έχει την αντιστοιχία του με την 1η ερμητική πραγματεία, τον περίφημο Ποιμάνδρη (CH 1.25-26),  όπου ο άνθρωπος, υπερβαίνοντας την έβδομη σφαίρα, θεάται την φύση της όγδοης και των δυνάμεων που τραγουδούν ύμνους προς τιμήν του Πατέρα, προς τον οποίο στη συνέχεια ανέρχονται όσοι έχουν φτάσει στην Ογδοάδα και γίνονται κατόπιν θεοί. Αυτό το διάστημα, το οποίο στον Ποιμάνδρη είναι ανώτερο από την Ογδοάδα, πιθανότατα αντιστοιχεί στην Εννεάδα της παρούσας πραγματείας. Η οπτική είναι δίχως αμφιβολία ένα μείγμα κοσμολογίας και αστρολογίας, όπου στην Εβδομάδα μπορούμε να αντιστοιχίσουμε την σφαίρα του Κρόνου, στην Ογδοάδα τον ουρανό των απλανών αστέρων, ο οποίος αποτελεί ένα όνομα του Θεού σύμφωνα με τον μαγικό πάπυρο PGM XIII 743, 753, ενώ η Εννεάδα είναι κατά συνέπεια ο  συμβολικός τόπος για εκείνους οι οποίοι έχουν υπερβεί τον φυσικό κόσμο.
[Επειδή δεν γνωρίζω αρχαία κοπτικά, στηρίχτηκα αναγκαστικά στην ιταλική μετάφραση του Alberto Camplani και την αγγλική των James Brashler, Peter A. Dirkse και Douglas M . Parrott]
© ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 28-11-2016

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Cesare Pavese, Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου


Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου,
ετούτος ο θάνατος που σύντροφος είναι
απ' το πρωί ως το βράδυ, ακοίμητος,
κρυφός σαν τύψη αρχαία 
ή σαν αμάρτημα παράλογο. Τα μάτια σου
θα 'ναι μια λέξη κενή,
μια κραυγή σιωπηλή, μια σιγή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί,
καθώς σκύβεις μονάχη
στον καθρέφτη. Αγαπημένη ελπίδα,
κείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να παύεις ένα αμάρτημα,
σαν να βλέπεις μες στον καθρέφτη
ξανά ν’ αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα χείλι κλειστό.
Σιωπηλοί θα κατεβούμε στην άβυσσο.

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi-
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola
un grido taciuto, un silenzio.
Così li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.

Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti. 


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges), Ποίημα για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας


Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποίημα για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας

Πού να’ ναι τώρα η ανάμνηση των ημερών
που ήταν δικές σου πάνω στη γη και ύφαιναν συνάμα
τη χαρά και τον πόνο κι ήταν για σένα όλο το σύμπαν;
Ο ποταμός του αριθμού των χρόνων
τις έχει χάσει. Είσαι μια λέξη σ’ έναν κατάλογο.

Οι θεοί σε άλλους χάρισαν δόξα ατελεύτητη,
επιγραφές, ανάγλυφα, μνημεία κι εξαίρετους ιστορικούς.
Για σένα ξέρουμε μονάχα, φίλε ασήμαντε,
πως άκουσες το αηδόνι κάποιο απόγευμα.

Ανάμεσα στους ασφοδέλους της σκιάς, ο μάταιος ίσκιος σου
θα σκέφτεται ότι οι θεοί σταθήκαν φειδωλοί.
Ωστόσο οι μέρες είναι ένα δίχτυ από αθλιότητες κοινότυπες,
κι υπάρχει ανώτερη ευλογία παρά να είσαι η στάχτη
απ’ την οποία είναι πλασμένη η λησμονιά;

Σε άλλους ρίξανε οι θεοί το φως της δόξας αδυσώπητο
να επιτηρεί τα ενδότερα και ν’ αριθμεί ρωγμές
μιας δόξας που καταλήγει φθείροντας το λατρεμένο ρόδο της.
Με σένα, αδερφέ, υπήρξαν οι θεοί πιο ελεήμονες.
Στην έκσταση ενός δειλινού που ποτέ του δεν θα γίνει βράδυ
ακούς το λάλημα απ’ το αηδόνι του Θεόκριτου.

Ερμηνεία και ανάλυση
Το υπέροχο αυτό ποίημα με τον καβαφικό τόνο είναι αφιερωμένο σε κάποιον ανώνυμο και ελάσσονα ποιητή της λεγόμενης ελληνικής ανθολογίας, μιας μεγάλης σειράς από ελληνικά επιγράμματα. Το όνομα του ποιητή έχει ξεχαστεί, το ίδιο η ζωή και η ποίησή του. Σε άλλους ποιητές η μοίρα επιφύλαξε μεγαλύτερη δόξα. Ωστόσο αυτή η δόξα είναι αδυσώπητη, με την έννοια ότι υπόκειται στη διαρκή φθορά του χρόνου και της κριτικής, η οποία τελικά καταλήγει να διαλύει το αντικείμενο (ρόδο) της αρχικής λατρείας της. Ο ασήμαντος ποιητής αντίθετα δεν έχει να φοβάται κάτι τέτοιο, εφόσον ούτως ή άλλως είναι ήδη λησμονημένος. Από αυτή την άποψη δεν πρέπει να τα βάζει με τους θεούς που δεν τον δόξασαν, αλλά αντίθετα να τους ευγνωμονεί, επειδή υπήρξαν στην πραγματικότητα φιλάνθρωποι μαζί του, αφού δεν τον υπέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής φθοράς που γνωρίζει η μεγάλη ποίηση.  Ο ταπεινός ποιητής μας έχει τουλάχιστον το προνόμιο να ακούει παντοτινά, στο ατελεύτητο λυκόφως του χρόνου, τη φωνή των σπουδαιότερων ποιητών (αηδόνι), όπως αυτή του Θεόκριτου.
Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, 19-11-2016

A UN POETA MENOR DE LA ANTOLOGIA
¿Dónde está la memoria de los días 
que fueron tuyos en la tierra, y tejieron 
dicha y dolor y fueron para ti el universo?

El río numerable de los años
los ha perdido; eres una palabra en un índice.

Dieron a otros gloria interminable los dioses,
inscripciones y exergos y monumentos y puntuales historiadores;
de ti sólo sabemos, oscuro amigo,
que oíste al ruiseñor, una tarde.

Entre los asfodelos de la sombra, tu vana sombra 
pensará que los dioses han sido avaros.

Pero los días son una red de triviales miserias,
¿y habrá suerte mejor que ser la ceniza 
de que está hecho el olvido?

Sobre otros arrojaron los dioses
la inexorable luz de la gloria, que mira las entrañas y enumera las 
grietas,
de la gloria, que acaba por ajar la rosa que venera; 
contigo fueron más piadosos, hermano.

En el éxtasis de un atardecer que no será una noche, 

oyes la voz del ruiseñor de Teócrito.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

John Keats, Σονέτο στον Όμηρο (To Homer, 1818)



John Keats, Σονέτο στον Όμηρο

Εδώ που απόμακρος σε τεράστια άγνοια στέκομαι
για σένα ακούω και για τις Κυκλάδες,
σαν κάποιος που στέκει σ’ ακτή και ποθεί, αν του τύχει,
στα βάθη της θάλασσας να συναντήσει των κοραλλιών τα δελφίνια.

Ναι, ήσουν τυφλός -μα ύστερα εσχίστη το πέπλο,
ο Δίας τα ουράνια αποκάλυψε για να ζήσεις εσύ,
ο Ποσειδώνας σου έφτιαξε αφρισμένη σκηνή
κι ο Πάνας έκανε να τραγουδήσει για σένα η κυψέλη στο δάσος.

Ναι, στις ακτές του σκότους υπάρχει φως,
στις χαράδρες φανερώνεται γρασίδι ανέγγιχτο,
στα μεσάνυχτα εντός βλασταίνει το αύριο,
στα βάθη της τυφλότητας ζει μια όραση τριπλή.

Τέτοιο ήταν το βλέμμα σου, σαν αυτό που κάποτε έλαχε
η Άρτεμις, άνασσα της Γης, τ’ Ουρανού και της Κόλασης.

Ανάλυση και ερμηνεία


Στο σονέτο αυτό, αγγλικού τύπου (4, 4, 4, 2 στίχοι), γραμμένο το 1818, ο ποιητής μας εκφράζει τον θαυμασμό του για τον μέγιστο των αρχαίων ποιητών, τον Όμηρο. Έχοντας διαβάσει Όμηρο, συνειδητοποίησε την δική του ποιητική έλλειψη γνώσης για το τι αποτελεί πραγματικά μεγαλειώδες. Τώρα που έχει κατανοήσει αυτή την άγνοια, μοιάζει σαν κάποιον ο οποίος μέχρι τότε στεκόταν απλώς στην ακρογιαλιά, ενώ τώρα έχει κυριευθεί από την επιθυμία να βυθιστεί στα βαθιά νερά της θάλασσας και να αντικρίσει τα κοράλλια και τα δελφίνια της. Έχουμε εδώ έναν σαφή υπαινιγμό πως μέχρι τότε ο ποιητής μας έγραφε ρηχά, ενώ τώρα επιθυμεί να προσεγγίσει το ποιητικό βάθος και τους θησαυρούς του που κατέκτησε κάποτε ο Όμηρος. Η αναφορά στα δελφίνια δεν φαίνεται τυχαία, καθώς το ζώο θεωρείται ιερό του Απόλλωνος, προστάτη της ποιητικής, αλλά και της μαντικής έμπνευσης. Την υποψία μας ότι έχουμε εδώ έναν υπαινιγμό στον θεό Απόλλωνα την ενισχύει η αινιγματική αναφορά στις Κυκλάδες, στις οποίες ανήκει και η Δήλος, ο γενέθλιος τόπος του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος, η οποία κάνει την εμφάνισή της πράγματι στο τέλος του ποιήματος. 

Στη συνέχεια έχουμε αναφορά στην γνωστή από την παράδοση τυφλότητα του Ομήρου. Η τυφλότητα αυτή είναι μονάχα εξωτερική. Ο αρχαίος ποιητής, με τη βοήθεια των θεϊκών δυνάμεων, την υποκατέστησε από μια εσωτερική ενόραση, η οποία διεισδύει μέχρι τα βάθη της πραγματικότητας. Η εσωτερική όραση του Ομήρου, χάρισμα των θεών, του επιτρέπει να προσεγγίσει τα μυστικά του ουρανού, της θάλασσας και της γης. Η επιλογή του Πανός ως εκπροσώπου του βασιλείου της γης φαίνεται ότι γίνεται επιλεκτικά, στη θέση της Γαίας, προκειμένου να συμπληρωθεί η τριάδα των αρσενικών θεοτήτων που χαρίζουν την τριπλή όραση στον ποιητή. Η αναφορά επίσης στην κυψέλη είναι φανερό ότι παραπέμπει στην αρχαία μεταφορά της μέλισσας για την γλυκύτητα της ποίησης. 

Στη συνέχεια ακολουθεί το βαθύτερο ίσως κομμάτι του σονέτου, όπου ο ποιητής αγγίζει την λεκτική τελειότητα στο αγγλικό πρωτότυπο. Μέσα στο σκότος της τύφλωσης ο Όμηρος ανακαλύπτει το φως της έμπνευσης και της αλήθειας, του αποκαλύπτονται ολόφρεσκες χαράδρες απάτητες από οποιονδήποτε άλλο αοιδό ή άνθρωπο. Το σκοτάδι της νύχτας/τύφλωσης δεν είναι κάτι άγονο, γιατί εγκυμονεί το ίδιο το μέλλον. Η τριπλή όραση του ποιητή παραλλάσσεται στο τελευταίο δίστιχο και ταυτίζεται με την όρασή της Άρτεμης, στην τριπλή της ιδιότητα ως Άρτεμη, Σελήνη και Εκάτη. Ως Άρτεμη είναι βασίλισσα της γης, ως Σελήνη είναι βασίλισσα του ουρανού και ως Εκάτη είναι βασίλισσα της κόλασης ή του κάτω κόσμου. Δεν μπορούμε να μην υποψιαστούμε μια κάπως σκοτεινότερη παραλλαγή του μοτίβου της τριπλής όρασης στο τέλος ακριβώς του ποιήματος: ενώ η τριάδα Δίας, Ποσειδώνας και Πάνας μοιάζει να λειτουργεί στο φως, η μόνη Άρτεμις στην τριπλή της ιδιότητα λειτουργεί περισσότερο στο σκοτάδι. Συνεπώς ο Όμηρος, αλλά και ο ποιητής ο οποίος τον έχει ως πρότυπο του, κατορθώνει να προσεγγίσει και την φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά της βαθύτερης αλήθειας των πραγμάτων.
Σταύρος Γκιργκένης Θεσσαλονίκη, 17-11-2016

John Keats, To Homer


Standing aloof in giant ignorance
Of thee I hear and of the Cyclades,
As one who sits ashore and longs perchance
To visit dolphin-coral in deep seas.


So thou wast blind;–but then the veil was rent,
For Jove uncurtain’d Heaven to let thee live,
And Neptune made for thee a spumy tent,
And Pan made sing for thee his forest-hive;


Aye on the shores of darkness there is light,
And precipices show untrodden green,
There is a budding morrow in midnight,
There is a triple sight in blindness keen;


Such seeing hadst thou, as it once befel
To Dian, Queen of Earth, and Heaven, and Hell.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ονειροχώρα (Edgar Allan Poe, Dreamland)


Από δρόμο μοναχικό κι αδιόρατο,[1]
με νοσηρούς στοιχειωμένο μονάχα αγγέλους,
όπου είδωλο ένα με τ΄ όνομα Νύχτα
σε μαύρο θρόνο βασιλεύει ορθό,
μόλις έφτασα σε τούτη τη γη
απ’ την έσχατη δυσδιόρατη Θούλη,
από άγριο παράδοξο τόπο που έξοχος στέκει
έξω από χώρο και χρόνο.

Φαράγγια απύθμενα, δίχως όρια πλημμύρες,
χάσματα και σπηλιές και τιτάνια δάση,
με μορφές που κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει
απ’ τα δάκρυα που ολόγυρα στάζουν.
Βουνά που εσαεί καταρρέουν
σε θάλασσες χωρίς ακρογιάλια,
θάλασσες που παλεύουν ακούραστα
σ’ ουρανούς της φωτιάς να υψωθούν.
Λίμνες που αδιάκοπα απλώνουν
τα μοναχικά τους νερά -νεκρά και μόνα-
τα ακίνητά τους νερά -κρύα κι ακίνητα-
με τα χιόνια κρεμάμενων κρίνων.

Πλάι στις λίμνες που έτσι απλώνουν
τα μοναχικά τους νερά -νεκρά και μόνα-
τα θλιμμένα νερά τους -θλιμμένα και κρύα-
με τα χιόνια κρεμάμενων κρίνων.
Πλάι στα όρη, κοντά στο ποτάμι
που με τόνο χαμηλό ψιθυρίζει, παντοτινά ψιθυρίζει,
πλάι στα δάση τα γκρίζα, πλάι στον βάλτο
όπου μένουν ο φρύνος κι ο τρίτωνας,
πλάι στα κατηφή τα τέλματα και τις στέρνες,
όπου κατοικούνε οι δαίμονες-
κάθε σημείο και πιο ανόσιο-
κάθε γωνιά και πιο μελαγχολική-
εκεί ο ταξιδιώτης έμφοβος βρίσκει
καλυμμένες μνήμες του παρελθόντος,
σαβανωμένες μορφές που κινούν να στενάζουν
καθώς προσπερνούνε τον οδοιπόρο,
λευκοντυμένες μορφές φίλων δοσμένων καιρό
στον ουρανό και τη γη, μ’ αγωνία.

Στην καρδιά που αμέτρητοι οι πόνοι της είναι
είναι ετούτη η χώρα ειρηνική και παρήγορη,
για το πνεύμα που στο σκότος βαδίζει
είν' αυτή ένα Ελ Ντοράντο.
Μα ο ταξιδιώτης που μέσα απ’ αυτήν ταξιδεύει
είναι καλό να μην τολμήσει φανερά να την δει.
Τα μυστικά της ποτέ δεν εκτίθενται
στ’ ανοιχτά αδύναμα ανθρώπινα μάτια.
Έτσι είναι του βασιλιά η βουλή που απαγόρεψε
το ανασήκωμα των παρυφών του πέπλου.
Κι η θλιμμένη ψυχή που περνά από δω
την βλέπει, αλλά μέσα από γυαλί σκοτεινό.

Από δρόμο μοναχικό κι αδιόρατο,
με νοσηρούς στοιχειωμένο μονάχα αγγέλους,
όπου είδωλο ένα με τ΄ όνομα Νύχτα
σε μαύρο θρόνο βασιλεύει ορθό,
μόλις γύρισα από ταξίδι πίσω στο σπίτι,
απ’ αυτή την έσχατη δυσδιόρατη Θούλη.

Ανάλυση του ποιήματος
Το ποίημα ανοίγει με έναν μυστηριώδη  δρόμο ή μονοπάτι μέσω του οποίου πορευόμαστε από ένα μέρος σε ένα άλλο. Δεν ξεκαθαρίζεται ωστόσο με σαφήνεια από πού προέρχεται ο οδοιπόρος ή ποιος είναι ο τελικός προορισμός του ταξιδιού του. Η χρήση της λέξης obscure είναι αμφίσημη, αφού σημαίνει κάτι που είναι σκοτεινό, αλλά και κάτι που είναι δύσκολο να το βρεις ή να το προσδιορίσεις. Η μοναχικότητα του δρόμου υπονοεί και τη μοναξιά του ταξιδιώτη. Έτσι με λίγες λέξεις ο Πόε κατορθώνει να μας μεταδώσει μία συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Η χρήση της λέξης ill για τους αγγέλους που στοιχειώνουν την περιοχή είναι επίσης αμφίσημη. Μπορεί απλώς να υποδηλώνει έναν κακό άγγελο, αλλά ακόμη χειρότερα έναν αρρωστημένο άγγελο, ο οποίος ίσως λειτουργεί ως αντανάκλαση των εσωτερικών παθών του ομιλητή. Σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια νοσηρή ατμόσφαιρα. Ο βασιλιάς ή μάλλον η βασίλισσα της περιοχής είναι η Νύχτα ή καλύτερα το είδωλό της, το φάσμα της, το οποίο βασιλεύει  στητό (upright) και ακίνητο στον μαύρο του θρόνο. Μας θυμίζει  τα αγάλματα αρχαίων θεοτήτων τα οποία δεσπόζουν μέσα στην ακινησία τους. Αμέσως μετά ο αφηγητής μάς μιλά για την Θούλη, το αρχαίο όνομα ενός νησιού στην άκρη του κόσμου, το μακρινότερο μέρος στο οποίο μπορεί κανείς να πάει, ένα μέρος  έξω από τον γνωστό κόσμο, έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα μέρος υπερφυσικό.
Στη δεύτερη στροφή μαθαίνουμε περισσότερα για την τοπογραφία και τα στοιχεία της γεωγραφίας του τόπου στον οποίο κατέφτασε ο αφηγητής. Έχουμε τη χρήση μιας σειράς επιθέτων, τα οποία δηλώνουν την έλλειψη ορίων ή τον γιγαντισμό όσων υπάρχουν στην περιοχή, όπως τα τεράστια δάση. Οι μορφές των πραγμάτων είναι ακαθόριστες, γιατί παντού κυριαρχούν τα δάκρυα, τόσο στα μάτια του αφηγητή, όσο και στο γύρω περιβάλλον,[2] καθιστώντας ελλιπή την όραση και δίνοντας την εντύπωση ότι μετέχουμε σε μια παραίσθηση. Τα όρια των πραγμάτων συγχέονται, τα βουνά καταρρέουν, οι θάλασσες δεν έχουν ακτές, Προσπαθούν να αγγίξουν, όπως κανονικά κάνουν τα βουνά,[3] έναν πύρινο ουρανό. Σε αντίθεση με τις θάλασσες και τα βουνά και τον ουρανό που βρίσκονται σε διαρκή αναταραχή, οι λίμνες της περιοχής εκφράζουν αντιθετικά την ακινησία, την στασιμότητα, τη μοναξιά και τον θάνατο. Η ακινησία αυτή επισφραγίζεται από το χιόνι που καλύπτει τα πάντα και έχει το χρώμα του κρίνου.
Στην τρίτη στροφή επαναλαμβάνεται με μικρές παραλλαγές η εικόνα των λιμνών, δημιουργώντας ένα είδος  υπνωτικής επανάληψης. Αμέσως μετά εισερχόμαστε σε ένα καινούργιο μέρος αυτής της παράξενης χώρας. Εδώ υπάρχει ένα ποτάμι που δεν σταματάει να κυλά ποτέ, γκρίζα δάση, έλη και βάλτοι, στάσιμα νερά. Ο αρρωστημένος αυτός τόπος κατοικείται  από νοσηρά πλάσματα, δαίμονες και βρικόλακες. Εδώ επίσης κατοικούν φαντάσματα από μνήμες του παρελθόντος, από φίλους οι οποίοι παραδόθηκαν για πάντα στη γη και στον θάνατο. Οι φασματικές αυτές μορφές προσπερνούν τον ταξιδιώτη δίχως να τον αναγνωρίσουν, γεγονός που δείχνει ότι είναι στερημένες από τη μνήμη τους. Η περιγραφή είναι εμπνευσμένη εδώ από την κάθοδό του Οδυσσέα στον Άδη και τη συνάντηση του με τα είδωλα των νεκρών που περιπλανιούνται άσκοπα και χωρίς να θυμούνται τίποτα στα λιβάδια του Κάτω Κόσμου. Με μια παράδοξη ανατροπή της συναισθηματικής κατάστασης, ο αφηγητής μάς βεβαιώνει πως εδώ νιώθει καλύτερα, παρά την τρομακτική υφή του κόσμου που αντικρίζει. Ίσως γιατί η ψυχή του είναι εξίσου νοσηρή και βρίσκει ανακούφιση στη νοσηρότητα αυτού του αρρωστημένου κόσμου. Όσο όμως και αν ο ταξιδιώτης αισθάνεται μία ορισμένη εσωτερική ειρήνη εδώ που έχει φτάσει, ωστόσο δεν πρόκειται για τη χώρα του, γι’ αυτό και είναι απλώς περαστικός και δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει στην πληρότητά τους τα μυστικά αυτού του κόσμου, τα οποία τα βλέπει μονάχα μέσα από ένα θολό καθρέφτη, Πρόκειται για μια προφανή αναφορά στο διάσημο χωρίο  της επιστολής του αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 13.12,  βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι). Τα  μυστικά αυτά ίσως  να του αποκαλυφθούν οριστικά, όταν θα επιστρέψει  όχι ως  θλιμμένη περαστική ψυχή, αλλά ως μόνιμος κάτοικος, σαν τα φαντάσματα των νεκρών αυτού του κόσμου. Δεν είμαστε βέβαιοι αν ο βασιλιάς αυτής της περιοχής ταυτίζεται με το είδωλό της νύχτας που αναφέρθηκε στην αρχή του ποιήματος, αν και η ταύτιση αυτή ενισχύεται από την επανάληψη των αρχικών στίχων που αποτελεί και το τέλος του ποιήματος. Υπάρχει μόνο μια μικρή διαφορά. Ο ταξιδευτής έχει επιστρέψει πια στο  ανώνυμο σπίτι του.
Λαμβάνοντας υπόψη τον τίτλο του ποιήματος, Ονειροχώρα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλα όσα προηγήθηκαν αποτελούν το περιεχόμενο ενός συμβολικού ονείρου. Επομένως η υποθετική επιστροφή στο σπίτι αποτελεί στην  πράξη το ξύπνημα του ποιητικού υποκειμένου. Ωστόσο αυτό το όνειρο γειτονεύει ανησυχητικά και με την πραγματικότητα, όπως την βιώνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι, αλλά ενδεχομένως και με τη μεταφυσική αλήθεια, όπως θα την βιώσουμε μετά τον θάνατο. Συνεπώς η χώρα του ονείρου είναι ένας ενδιάμεσος τόπος και χρόνος, ένα είδος γεύσης του παρόντος και πρόγευσης του μέλλοντος.

Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, 14-11-2016


[1] By a route obscure and lonely,
Haunted by ill angels only,
Where an Eidolon, named NIGHT,
On a black throne reigns upright,
I have reached these lands but newly
From an ultimate dim Thule—
From a wild clime that lieth, sublime,
Out of SPACE— out of TIME.

Bottomless vales and boundless floods,
And chasms, and caves, and Titan woods,
With forms that no man can discover
For the tears that drip all over;
Mountains toppling evermore
Into seas without a shore;
Seas that restlessly aspire,
Surging, unto skies of fire;
Lakes that endlessly outspread
Their lone waters— lone and dead,—
Their still waters— still and chilly
With the snows of the lolling lily.

By the lakes that thus outspread
Their lone waters, lone and dead,—
Their sad waters, sad and chilly
With the snows of the lolling lily,—
By the mountains— near the river
Murmuring lowly, murmuring ever,—
By the grey woods,— by the swamp
Where the toad and the newt encamp—
By the dismal tarns and pools

Where dwell the Ghouls,—
By each spot the most unholy—
In each nook most melancholy—
There the traveller meets aghast
Sheeted Memories of the Past—
Shrouded forms that start and sigh
As they pass the wanderer by—
White—robed forms of friends long given,
In agony, to the Earth— and Heaven.

For the heart whose woes are legion
'Tis a peaceful, soothing region—
For the spirit that walks in shadow
'Tis— oh, 'tis an Eldorado!
But the traveller, travelling through it,
May not— dare not openly view it!
Never its mysteries are exposed
To the weak human eye unclosed;
So wills its King, who hath forbid
The uplifting of the fringed lid;
And thus the sad Soul that here passes
Beholds it but through darkened glasses.

By a route obscure and lonely,
Haunted by ill angels only,
Where an Eidolon, named NIGHT,
On a black throne reigns upright,
I have wandered home but newly
From this ultimate dim Thule.
[2] Επομένως συγχέεται ο εξωτερικός κόσμος (βροχή) με τον συναισθηματικό κόσμο (δάκρυα) και ταυτίζονται. Τα δάκρυα-βροχή σαν ομίχλη θολώνουν την όραση.
[3] Τα βουνά εδώ δεν μπορούν να αγγίξουν τον ουρανό, γιατί έχουν καταρρεύσει μέσα στις θάλασσες, οι οποίες παίρνουν τη θέση των βουνών και προσπαθούν να αγγίξουν αυτές τον ουρανό.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ