Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ο πετεινός και η κότα στην αρχαία Ελλάδα

    


Gallus Gallinaceus
     Ἀλέκτωρ = ο πετεινός (ποιητική λέξη στην αττική διάλεκτο, αλλά η συνήθης λέξη εκτός Αττικής και στη μεταγενέστερη Ελληνική). Η λέξη  ἀλεκτρυών  χρησιμοποιείται τόσο για τον κόκορα όσο και για την κότα (αν και η λέξη ὄρνις συχνά την αντικαθιστά για την κότα, μερικές φορές μαζί με προσδιοριστικά επίθετα όπως «οικιακή» ή «θηλυκή»). Ἀλεκτορίς  = κότα (για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη) και ἀλεκτοριδεύς = κοτόπουλο. 

Ποιοι ήταν οι Βίκινγκς και τι σήμαινε το όνομά τους;


Ο όρος «Βίκινγκς» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αρχαία Αγγλική. Εμφανίζεται τρεις φορές στο Αγγλοσαξονικό Χρονικό, όπου χρησιμοποιείται για «ληστές», προφανώς παράκτιους επιδρομείς, και όχι για χερσαίες στρατιές. Δεν χρησιμοποιήθηκε σε άλλες χώρες που δέχτηκαν επιδρομές από τη Σκανδιναβία και οι δυτικοί λαοί έδωσαν στους επιδρομείς πολλά διαφορετικά ονόματα. Σε μερικές περιπτώσεις η θρησκεία ή η έλλειψή της ήταν σημαντική και αναφέρονται ως ειδωλολάτρες, παγανιστές ή εθνικοί. Στα ιρλανδικά Χρονικά συχνά θεωρούνται απλώς ως διαφορετικοί και ονομάζονταν «gaill» ή «ξένοι». Σε άλλα συμφραζόμενα αυτό που ενδιαφέρει είναι ο τόπος προέλευσής τους και αποκαλούνται Northmanni ή Dani, παρόλο που οι ονομασίες αυτές χρησιμοποιούνται συχνά χωρίς διακρίσεις, ανεξάρτητα από την πραγματική περιοχή προέλευσής τους. Τελικά, μπορεί να ήταν η δραστηριότητά τους αυτό που τους ξεχώριζε, ως πειρατές ή ναυτικούς.
Αρχικά οι Σκανδιναβοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως κατοίκους συγκεκριμένων περιοχών, όπως «οι άνθρωποι της Γιουτλάνδης», του Vestfold, του Hordaland και ούτω καθεξής. Θα ήταν πιστοί στους ηγέτες τους και όχι σε οποιαδήποτε εθνική ταυτότητα. Οι στρατοί τους περιλάμβαναν πολεμιστές από διάφορα μέρη της Σκανδιναβίας και αποκαλούνταν οι ακόλουθοι του Olaf, του Svein, του Thorkel ή του Cnut. Παρ’ όλα αυτά μιλούσαν την ίδια γλώσσα, την οποία οι γλωσσολόγοι ονομάζουν Αρχαία Νορβηγική, και μοιράζονταν πτυχές ενός κοινού πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένης της ενδυμασίας, της τέχνης και της θρησκείας. Καθώς η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας αναπτύχθηκε, διαδόθηκε και η χρήση εθνικών ονομάτων. Με την πάροδο του χρόνου, ο όρος Δανοί χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους νότιους Σκανδιναβούς, ενώ ο όρος Νορβηγοί χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει αυτούς από τις βόρειες περιοχές.
Η λέξη Βίκινγκς επανεμφανίζεται τον 11ο αιώνα στην Αρχαία Νορβηγική με διαφορετική έμφαση. Στην ελεγεία Knutsdrapa τα στρατεύματα του Cnut ονομάζονται víkingar για να τονιστεί η αγριότητά τους, και η ίδια λέξη εμφανίζεται στους ρούνους 11ου αιώνα για να περιγράψει αξιοσέβαστους γιους που κάνουν επιδρομές στο εξωτερικό καθώς και τοπικούς ενοχλητικούς παράγοντες. Από τον 13ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε στις ισλανδικές Sagas για πειρατές, αλλά δεν απαντά γενικά στις δυτικές ευρωπαϊκές πηγές κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Στη Σκανδιναβία εισήλθε στην κοινή χρήση μόνο κατά την άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων του 19ου αιώνα.
Η πραγματική προέλευση του όρου Βίκινγκς έχει συζητηθεί πολύ. Έχει προταθεί ότι τόσο η παλαιά αγγλική όσο και η παλαιά νορβηγική μορφή αποτελούν παράλληλες εξελίξεις από ένα κοινό γερμανικό ρήμα που σημαίνει «να αποσυρθεί, να φύγει ή να αναχωρήσει». Ή ότι o όρος σχετίζεται με το αρχαίο ισλανδικό vik, που σημαίνει τον κολπίσκο. Ή ότι αναφέρεται σε εκείνους από την περιοχή του Vik ή του Viken γύρω από το Oslofjord που ξεκίνησαν την επιδρομή κατά της Αγγλίας για να ξεφύγουν από τη δανική ηγεμονία. Ή ότι προέρχεται από το vika, μια αλλαγή βάρδιας κωπηλατών. Ή ότι προέρχεται από ένα παλαιό ισλανδικό ρήμα vikya, που σημαίνει «βάζω στην άκρη» ή το παλαιό αγγλικό wic, ένοπλο στρατόπεδο.
Όποια κι αν είναι η προέλευση, είναι σαφές ότι η πλειοψηφία των Σκανδιναβών δεν ήταν Βίκινγκς. Βίκινγκς κανονικά πρέπει να ονομάζουμε μόνο όσους εμπλέκονται σε επιδρομές ή άλλες πολεμικές δραστηριότητες. Σε άλλες περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιείται ο λιγότερο φορτισμένος όρος Σκανδιναβικός και, ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική, ο όρος Νορβηγοί πρέπει να χρησιμοποιείται για τους λαούς του σκανδιναβικού πολιτισμού στον Βόρειο Ατλαντικό, χωρίς απαραίτητα να υποτεθεί ότι προέρχονται ειδικά από τη Νορβηγία. Σε άλλες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακριβέστεροι όροι όπως Ιρλανδο-Νορβηγοί ή Αγγλο-Σκανδιναβοί, αντανακλώντας το γεγονός ότι αυτό που περιγράφεται είναι συχνά μια υβριδική ταυτότητα.
Η αρχή της εποχής των Βίκινγκς δεν μπορεί πλέον να οριστεί κατηγορηματικά στη δεκαετία του 790, επειδή υπάρχουν στοιχεία προηγούμενης επαφής με τη μορφή ιρλανδικών και αγγλικών αντικειμένων σε νορβηγικούς τάφους του 8ου αιώνα. Είτε πρόκειται για λάφυρα είτε για εμπορεύματα, αυτά τα αντικείμενα δείχνουν πρώιμα σημάδια διέλευσης της Βόρειας Θάλασσας. Οι κάτοικοι της Σουηδίας είχαν επίσης εμπλακεί σε προηγούμενη επέκταση στη Βαλτική και στη νότια Σκανδιναβία. 
Πολλά από τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την «εποχή των Βίκινγκς» αρχίζουν να αναδύονται στις αρχές του 8ου αιώνα. Περιλαμβάνουν την ανάπτυξη πόλεων, τη συγκέντρωση της εξουσίας, τη μετάβαση από τις ανταλλαγές στο πραγματικό εμπόριο, την αύξηση της παραγωγής και τις επαφές στο εξωτερικό. Η διαμάχη είναι κυρίως μεταξύ εκείνων που θεωρούν τις επιδρομές ως το βασικό χαρακτηριστικό της δραστηριότητας των Βίκινγκς και είναι απρόθυμοι να τις τοποθετήσουν νωρίτερα από τη δεκαετία του 790 και εκείνους που βλέπουν την εξωστρέφεια, τη διαμόρφωση του κράτους και άλλα θετικά χαρακτηριστικά να λαμβάνουν χώρα από τη δεκαετία του 710.
Η συχνότητα των επιδρομών εντάθηκε στη Δυτική Ευρώπη από τη δεκαετία του 830 και ένα στρατόπεδο Βίκινγκς ιδρύθηκε στο Δουβλίνο το 841. Υπήρξαν επιθέσεις στο κράτος των Φράγκων και στην Ισπανία κατά τη δεκαετία του 850 και επιδρομές και στη συνέχεια εγκατάσταση στη Ρωσία από τη δεκαετία του 860. Από τα τέλη της δεκαετίας του 870 οι Βίκινγκς εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αγγλία και επίσης ίδρυσαν αποικίες στη Νήσο του Μαν, στις Φαρόες και στην Ισλανδία. Η Γροιλανδία αποικίστηκε στη δεκαετία του 980 και γύρω στα 1000 έγιναν ταξίδια στη Βόρεια Αμερική. Εντούτοις, η χρονολογία για το τέλος της εποχής των Βίκινγκς είναι επίσης προβληματική. Συχνά συνδέθηκε με συγκεκριμένα γεγονότα: είτε όταν ο Harthacnut, ο τελευταίος Σκανδιναβός βασιλιάς της Αγγλίας, πέθανε το 1042, ή όταν ο Haraldr Handrada νικήθηκε το 1066. Ωστόσο, η σκανδιναβική παρουσία συνεχίστηκε στη Σκωτία, την Ιρλανδία και τη Νήσο του Μαν, παρόλο που η επιθετική στρατιωτική δραστηριότητα σταμάτησε από το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Ο σκανδιναβικός πολιτισμός συνεχίστηκε στον Βόρειο Ατλαντικό, στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία μέχρι τον 14ο και τον 15ο αιώνα και ορισμένες από αυτές τις περιοχές έχουν διατηρήσει μέχρι σήμερα την πολιτιστική ταυτότητα των Βίκινγκς.
[Πηγή: Julian D. Richards, The Vikings: A Very Short Introduction, Oxford 2005]

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Henry Kuttner, Ένας σταυρός αιώνων (Α cross of centuries)


Τον αποκαλούσαν Χριστό. Αλλά δεν ήταν ο Άνθρωπος που είχε μοχθήσει στον μακρύ δρόμο προς τον Γολγοθά πέντε χιλιάδες χρόνια πριν. Τον αποκαλούσαν Βούδα και Μωάμεθ. Τον αποκαλούσαν ο Αμνός και ο Ευλογητός του Θεού. Τον ονόμαζαν ο Πρίγκιπας της Ειρήνης και ο Αθάνατος.
Το όνομά του ήταν Ταϊρέλ.
Είχε ανέλθει έναν άλλο δρόμο τώρα -το απότομο μονοπάτι που οδηγούσε στο μοναστήρι πάνω στο βουνό- και στάθηκε για μια στιγμή ανοιγοκλείνοντας τα μάτια απέναντι στο έντονο φως του ήλιου. Το λευκό του ράσο ήταν σημαδεμένο με το τελετουργικό μαύρο χρώμα.
Το κορίτσι στο πλάι του τού άγγιξε το χέρι και τον ώθησε απαλά προς τα εμπρός. Προχώρησε μέσα στη σκιά της πύλης.
Τότε δίστασε και κοίταξε πίσω του. Ο δρόμος τον είχε οδηγήσει σε ένα επίπεδο ορεινό λιβάδι, όπου βρισκόταν το μοναστήρι, και το λιβάδι ήταν εκθαμβωτικά πράσινο νωρίς την άνοιξη. Αδύναμα, σαν από πολύ μακριά, ένιωσε μια επώδυνη θλίψη στη σκέψη να αφήσει όλη αυτή τη λαμπρότητα, αλλά αισθάνθηκε ότι τα πράγματα θα γίνονταν καλύτερα πολύ σύντομα. Και η λαμπρότητα ήταν πολύ μακριά. Δεν ήταν πια εντελώς πραγματική. 
Το κορίτσι άγγιξε ξανά το χέρι του και εκείνος ένευσε υπάκουα και βάδισε προς τα εμπρός. Αισθάνθηκε το ενοχλητικό άγγιγμα μιας απώλειας που πλησιάζει, την οποία τώρα ο κουρασμένος του νους δεν μπορούσε να καταλάβει.
«Είμαι πολύ παλαιός», σκέφτηκε.
Στην αυλή οι ιερείς έσκυψαν μπροστά του. Ο αρχηγός τους, ο Μονς, στεκόταν στην άλλη άκρη μιας πλατιάς πισίνας που αντανακλούσε το απύθμενο γαλάζιο του ουρανού. Πότε-πότε το νερό αναδευόταν από ένα δροσερό, απαλό αεράκι.
Παλιές συνήθειες έστειλαν τα μηνύματά τους κατά μήκος των νεύρων του. Ο Ταϊρέλ σήκωσε το χέρι του και τους ευλόγησε όλους.
Η φωνή του απήγγειλε ήρεμα τις απομνημονευμένες φράσεις:
«Ας υπάρξει ειρήνη. Σε όλη την ταραγμένη γη, σε όλους τους κόσμους και στον ευλογημένο ουρανό του Θεού ανάμεσά τους, ας υπάρξει ειρήνη. Οι δυνάμεις του…»
Το χέρι του ταλαντεύτηκε. Μετά θυμήθηκε:
«…οι δυνάμεις του σκότους δεν έχουν δύναμη απέναντι στην αγάπη και την κατανόηση του Θεού. Σας φέρνω το λόγο του Θεού. Είναι αγάπη, είναι κατανόηση, είναι ειρήνη».
Περίμεναν μέχρι να τελειώσει. Ήταν ο λάθος χρόνος και το λάθος τελετουργικό. Αλλά αυτό δεν είχε σημασία, αφού ήταν ο Μεσσίας.
Ο Μονς, στην άλλη άκρη της πισίνας, έδωσε το σήμα. Το κορίτσι πλάι στον Ταϊρέλ έβαλε τα χέρια του απαλά στους ώμους του ράσου του.
Ο Μονς φώναξε δυνατά: «Αθάνατε, θα αποβάλεις το μιασμένο ένδυμά σου και μαζί του τις αμαρτίες του χρόνου;»
Ο Ταϊρέλ κοίταξε αόριστα κατά μήκος της πισίνας. 
«Θα ευλογήσεις τους κόσμους με έναν ακόμη αιώνα της αγίας παρουσίας σου;»
Ο Ταϊρέλ θυμήθηκε μερικές λέξεις:
«Φεύγω εν ειρήνη, επιστρέφω εν ειρήνη», είπε.
Το κορίτσι τράβηξε απαλά το λευκό ράσο, γονάτισε και αφαίρεσε τα σανδάλια του Ταϊρέλ. Γυμνός, στάθηκε στο χείλος της πισίνας.
Έμοιαζε με αγόρι είκοσι ετών. Είχε ηλικία δύο χιλιάδων ετών.
Κάποιος βαθύς προβληματισμός τον άγγιξε. Ο Μονς σήκωσε το χέρι του, τον κάλεσε, αλλά ο Ταϊρέλ κοίταξε γύρω του μπερδεμένος και συνάντησε τα γκρίζα μάτια του κοριτσιού.
«Νερίνα;» μουρμούρισε.
«Πήγαινε στην πισίνα», ψιθύρισε. «Κολύμπησε κατά μήκος της».
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το δικό της. Εκείνη αισθάνθηκε αυτό το θαυμάσιο ρεύμα της ευγένειας που ήταν η αδάμαστη δύναμή του. Πίεσε το χέρι του σφιχτά, προσπαθώντας να τον φτάσει μέσα από τα σύννεφα του μυαλού του, προσπαθώντας να τον κάνει να καταλάβει ότι όλα θα είναι και πάλι καλά, ότι θα τον περιμένει, όπως περίμενε την ανάστασή του ήδη τρεις φορές ως τώρα, κατά τα τελευταία τριακόσια χρόνια.
Ήταν πολύ νεότερη από τον Ταϊρέλ, αλλά ήταν κι εκείνη αθάνατη.
Για μια στιγμή η ομίχλη καθάρισε από τα γαλάζια μάτια του.
«Να με περιμένεις, Νερίνα», είπε. Στη συνέχεια, σαν να επέστρεφε μια παλιά του ικανότητα, βούτηξε στην πισίνα με μια άμεμπτη κατάδυση.
Τον παρακολούθησε να κολυμπά σίγουρα και σταθερά. Δεν συνέβαινε κάτι κακό με το σώμα του, δεν συνέβη ποτέ, ανεξάρτητα από το πόσο είχε μεγαλώσει στα χρόνια. Ήταν μόνο ο νους του που σκλήραινε, βυθιζόμενος όλο και βαθύτερα στις σιδερένιες διαδρομές του χρόνου, και έχανε την τριβή του με το παρόν, με αποτέλεσμα η μνήμη του να θρυμματίζεται λίγο-λίγο. Αλλά οι παλαιότερες αναμνήσεις χάνονται τελευταίες και οι αυτοματισμοί της μνήμης χάνονται τελευταίοι όλων.
Γνώριζε για το δικό της σώμα, το νέο και ισχυρό και όμορφο, όπως θα ήταν πάντα. Το μυαλό της... Υπήρχε μια απάντηση και σ’ αυτό το ζήτημα. Κοιτούσε την ίδια την απάντηση.
«Είμαι πολύ ευλογημένη», σκέφτηκε. «Από όλες τις γυναίκες σε όλους τους κόσμους, εγώ είμαι η Νύφη του Ταϊρέλ και ο μόνος άλλος αθάνατος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ».
Με αγάπη και ευλάβεια τον παρακολούθησε να κολυμπά. Στα πόδια της βρισκόταν το πεσμένο ράσο του, στιγματισμένο με τις μνήμες εκατό ετών.
Δεν της φαινόταν ότι ήταν πολύς καιρός πριν. Μπορούσε να θυμηθεί πολύ καθαρά την τελευταία φορά που είχε δει τον Ταϊρέλ να κολυμπά στην πισίνα. Και υπήρξε ακόμη μια φορά πριν από αυτή - και εκείνη ήταν η πρώτη. Για την ίδια, όχι για τον Ταϊρέλ.
Ο Ταϊρέλ βγήκε στάζοντας από το νερό και δίστασε. Ένιωσε μια ισχυρή ταραχή, λόγω της εσωτερικής του μεταβολής από την ισχυρή βεβαιότητα στην σαστισμένη αμφιβολία. Αλλά ο Μονς ήταν έτοιμος. Προχώρησε και πήρε το χέρι του Ταϊρέλ. Οδήγησε τον Μεσσία προς μια θύρα στον ψηλό τοίχο του μοναστηριού και τον πέρασε μέσα από αυτή. Η Νερίνα νόμισε ότι ο Ταϊρέλ κοίταξε πίσω προς το μέρος της, με την τρυφερότητα που ήταν πάντα εκεί στη βαθιά, υπέροχη ηρεμία του.
Ένας ιερέας πήρε το λεκιασμένο ράσο από τα πόδια της και το απομάκρυνε. Θα το έπλεναν τώρα για να καθαρίσει και θα το τοποθετούσαν πάνω στον βωμό, στη σφαιρική κιβωτό που είχε το σχήμα του μητρικού κόσμου. Το ράσο θα γινόταν και πάλι εκπληκτικά λευκό, οι πτυχώσεις του θα κρέμονταν απαλά γύρω από τη Γη.
Θα καθαριζόταν απόλυτα, όπως θα καθαριζόταν επίσης και ο νους του Ταϊρέλ, ξεπλυμένος από την αποφρακτική εναπόθεση των μνημών που είχε φέρει ένας αιώνας.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ. (του Michael Bishop)



[Tίτλος πρωτοτύπου: Michael Bishop, Rogue Tomato, 1976]

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ.
Όταν ο Φίλιπ K. ξύπνησε, ανακάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας είχε διογκωθεί από μια αρκετά καλά διαμορφωμένη, αμφίπλευρα συμμετρική, ανθρώπινη ύπαρξη σε ...ένα ολοστρόγγυλο και χωρίς μέλη πλανητικό σώμα που περιστρεφόταν γύρω από κάποιο γιγαντιαίο, αιθέριο κόκκινο αστέρι. Στην πραγματικότητα, από την απλή αίσθηση, από τη συνολική αύρα που προβαλλόταν στους σπόρους της συνείδησής του, ο Φίλιπ Κ. συμπέρανε ότι ήταν μια ντομάτα. Μια ντομάτα περίπου ίδιων διαστάσεων και μάζας με τον πλανήτη Άρη. Αυτό ήταν στα σίγουρα: μια ντομάτα ποικιλίας θερμοκηπίου. 
Περιστρεφόμενος σε κατακόρυφο άξονα που είχε κλίση επτά ή οκτώ μοίρες σε σχέση με την κάθετη γραμμή, ο Φίλιπ Κ. λιαζόταν στο άγριο φως του μακρινού κόκκινου γίγαντα. Ενώ λιαζόταν, όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν μπερδεμένος. Αυτό δεν του είχε συμβεί ποτέ πριν. Ήταν ένα νηφάλιο άτομο που δεν ήταν δοσμένο στο ποτό ή άλλες μορφές ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς και το ότι έπρεπε να μετατραπεί με συνοπτικές διαδικασίες σε μια ντομάτα στο μέγεθος του Άρη τού φάνηκε ως μια αυστηρή και άδικη αλλαγή. Γιατί αυτόν; Και πώς; «Τουλάχιστον», σκέφτηκε, «ξέρω ακόμα ποιος είμαι». Ακόμη κι αν με το σχήμα μιας τεράστιας ντομάτας γύριζε τώρα γύρω από έναν άγνωστο ήλιο, η συνείδησή του ήταν αυτή ενός ανθρώπου και μάλιστα του εαυτού του. «Είμαι ο Φίλιπ Κ. και με κάποιο τρόπο εξακολουθώ να αναπνέω και πρέπει να υπάρχει μια επιστημονική εξήγηση γι' αυτό» είναι μια ακριβής περίληψη των επόμενων αρκετών ωρών των διαδικασιών σκέψης του (μια ώρα μετριέται, φυσικά, ως ένα εικοστό τέταρτο της περιόδου περιστροφής του ίδιου του Φίλιπ K.).

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Ernst Haeckel, Wanderbilder





Eugene Ivanov, zodiac signs












Salvador Dali, zodiac signs













Erhard Ratdolt, Flores astrologiae








Psalterium Hunterianum, zodiac signs













ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ