Η αντιπάθεια του Πλάτωνα για το θέατρο και η περίπτωση του Φρύνιχου


Η ιστορική σύνδεση της διαμόρφωσης της ελληνικής τραγωδίας με την ανάδυση της αθηναϊκής πόλεως και ιδιαίτερα της αθηναϊκής δημοκρατίας έλκυσε το ενδιαφέρον των φιλολόγων αλλά και των πολιτικών στοχαστών από παλιά. Οι κλασικιστές κατέφυγαν στην ανάλυση του έργου συγκεκριμένων τραγωδών ή στην αναζήτηση ορισμένων θεματικών, διανοητικών ή γλωσσικών μοτίβων μέσα στα επιμέρους δράματα. Η πολιτική σημασία της τραγωδίας αναδύθηκε μέσα από την ερμηνευτική ανάλυση των ίδιων των θεατρικών έργων (σε σχέση πάντα με το πλαίσιο της καταγωγής τους) ως φορέων πολιτικών ή κοινωνικών νοημάτων.  Έτσι, η πολιτική φύση της τραγωδίας θεωρείται εμμέσως ότι προκύπτει από το μιμητικό της χαρακτήρα.[1]
Ειδικά ο Πλάτωνας, ο αυστηρότερος κριτής της τραγωδίας, μαρτυρεί στους Νόμους του (701Α) τη συνύφανση τραγωδίας και δημοκρατίας, όταν παραλληλίζει την πολιτική στο πλαίσιο της δημοκρατίας με τη θεατροκρατία, δηλαδή την κυριαρχία του θεατή και του κοινού στο θέατρο. Η κυριαρχία αυτή, που προκαλεί την απέχθεια του Πλάτωνα, συνίσταται στην εξύψωση του πολίτη-θεατή σε κριτή και δικαστή. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι βέβαια το γεγονός ότι στο ίδιο έργο (817Α-Β) ο Πλάτωνας σημειώνει πως η πολιτεία που προτείνει με το λόγο του έχει δομηθεί ως δραματοποίηση της ευγενούς και τέλειας ζωής και ότι ο φιλοσοφικός του διάλογος είναι η πιο αληθής από τις τραγωδίες.
Ο Πλάτωνας μπορεί να εγκατέλειψε την τραγωδία για χάρη της φιλοσοφίας συναντώντας το Σωκράτη, αλλά δεν εγκατέλειψε το πρότυπο του ποιητή ως παιδαγωγού της Αθήνας. Ο Πλάτων προσπάθησε να γράψει καλύτερους φιλοσοφικούς διαλόγους από τον Ευριπίδη, παντρεύοντας το τάλαντο του ποιητή με την κληρονομιά του Σωκράτη.
            H κριτική του Πλάτωνα για την κυριαρχία των θεατών στο θέατρο δεν μπορεί να μη
σχετίζεται με θεατρικά γεγονότα γνωστά από την αθηναϊκή ιστορία του 5ου αιώνα. Τα γεγονότα αυτά με τη σειρά τους αποτελούν εύγλωττους δείκτες συνάφειας ανάμεσα στην τραγωδία, την πόλη και την πολιτική: το 493 π.Χ., λίγο καιρό μετά την καταστροφή της Μιλήτου από τους Πέρσες, ο Φρύνιχος ανέβασε το έργο του Μιλήτου άλωσις, μια ποιητική αναπαράσταση των συμφορών που έπληξαν τους Μιλησίους. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (6, 21, 2) οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα, τιμώρησαν το Φρύνιχο με 1000 δραχμές πρόστιμο και απαγόρευσαν τη μελλοντική χρησιμοποίηση του έργου,[2] επειδή ο ποιητής τους θύμισε οικεία κακά. Το περιστατικό είναι πολύ σημαντικό, επειδή δείχνει με τριπλό τρόπο το πώς η τραγωδία από πολύ νωρίς μπορούσε να αγγίζει θέματα επίκαιρου πολιτικού χαρακτήρα: 1) το έργο ασχολούνταν με ένα πολύ πρόσφατο ιστορικό γεγονός, το οποίο σχετιζόταν με την απόφαση της πόλης να εμπλακεί στην εξωτερική της πολιτική σε αγώνα κατά των Περσών. 2) Συνδεόταν με τις ιδεολογικές συνιστώσες της αθηναϊκής συλλογικής ταυτότητας και με τη μετέπειτα κρατική προπαγάνδα σχετικά με την αθηναϊκή καταγωγή των Ιώνων. 3) Φανερώνει πως το αθηναϊκό κοινό αντιλαμβανόταν με ευκολία την πολιτική διάσταση της τραγωδίας.[3] Όταν αργότερα (476 π.Χ.) ο ίδιος ποιητής θα παρουσιάσει στις Φοίνισσες τον ελληνικό θρίαμβο στη Σαλαμίνα με τον ίδιο πολιτικό για χορηγό (Πλούτ., Θεμ. 5) θα κερδίσει το 1ο βραβείο.[4]




[1] Ανάμεσα στους πολιτικούς στοχαστές η προσέγγιση που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση είναι της Hannah Arendt. Κατά την Arendt η πολιτική ουσία του θεάτρου προκύπτει από την προφιλοσοφική αναπαράσταση των ανθρωπίνων υποθέσεων, όπου προφιλοσοφική σημαίνει ότι το θέατρο είναι μια εμπειρία λόγου και δράσης, μέσα από την οποία κάθε ηθοποιός-ήρωας αποκαλύπτει ποιος είναι μιλώντας και δρώντας ανάμεσα σε άλλους. Το θέατρο είναι επίσης προπολιτικό με την έννοια ότι είναι η αλληλεπίδραση η εγγεγραμμένη στο λόγο και τη δράση εν μέσω ενός πλήθους που ανοίγει το δρόμο για την πόλη. Έτσι δεν είναι η μιμητική δύναμη του έργου καθαυτή που αποτελεί το πολιτικό στοιχείο του θεάτρου, αλλά το γεγονός ότι η τραγωδία μιμείται τον άνθρωπο στη σχέση του με τους άλλους.
[2] Η ηροδότεια έκφραση στο σημείο αυτό είναι αρκετά σκοτεινή: μηκέτι μηδένα χρᾶσθαι τούτῳ τῷ δράματι. Η απαγόρευση αποκλείεται να αφορά την ενδεχόμενη αναδιδασκαλία του δράματος, αφού η σχετική δυνατότητα ψηφίστηκε μετά το θάνατο του Αισχύλου. Επομένως, ο Ηρόδοτος ίσως εννοεί ότι απαγορεύτηκε η δημόσια ανάγνωση του κειμένου, η άντληση υλικού από αυτό, η κυκλοφορία του ως βιβλίου και γενικά κάθε δραστηριότητα που θα είχε ως βάση το κείμενο του δράματος.
[3] Έχει υποστηριχθεί ότι ο Φρύνιχος συνδεόταν πολιτικά με το Θεμιστοκλή (ήταν άρχων το 493 χρονιά ανεβάσματος της Μιλήτου αλώσεως καθώς και χορηγός του Φρυνίχου στις Φοίνισσες) και ότι ο τελευταίος χρησιμοποίησε τον τραγωδό για να προωθήσει με τη Μιλήτου άλωσιν την άποψή του ότι οι Αθηναίοι έπρεπε να ετοιμάζονται για πόλεμο με τους Πέρσες και για να ντροπιάσει τους συμπολίτες του για την προσπάθεια εξευμενισμού των Περσών στα μέσα της δεκαετίας 500-490. Η επιλογή του Φρυνίχου για το θέμα της Μιλήτου αλώσεως μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια έμμεσης καταδίκης εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που συνετέλεσαν στην ανάκληση των αθηναϊκών πλοίων από τη Μικρά Ασία. Οι δυνάμεις αυτές ήταν βασικά ολιγαρχικές και τυραννόφιλες. Μετά την καταστροφή θα κυριαρχήσει η αντιπερσική πολιτική των δημοκρατικών, υπέρ των οποίων φαίνεται να τάσσεται ο Φρύνιχος. Όσον αφορά τις Φοίνισσες (476 π.Χ. -χορηγός κατά πάσα πιθανότητα ο Θεμιστοκλής) φαίνεται ότι  με το έργο αυτό ο τραγωδός προσπάθησε δοξάσει τον ήρωα της Σαλαμίνα ή να αποσείσει την κατηγορία εναντίον του Θεμιστοκλή για μηδισμό: αν δώσουμε βάση σε μια πληροφορία του Διοδώρου (11, 54), ο οποίος την αντλεί από τον Έφορο, ο Θεμιστοκλής αντιμετώπισε επιτυχώς μια πρώτη κατηγορία για μηδισμό και συνεργία με τον Παυσανία ήδη από το 476.
[4] Είναι απίθανο ότι η τύχη έφερνε κοντά έναν ποιητή με το χορηγό του: οι χορηγοί ορίζονταν, δεν προέκυπταν με κλήρωση (Αθην. πολ. 56) ή προσφέρονταν εθελοντικά (Λυσίας 21, 1-5). Δεν είναι γνωστή η διαδικασία με την οποία τους ανέθεταν έναν ποιητή, αλλά μπορεί να διάλεγαν οι ίδιοι τον τραγωδό που επιθυμούσαν με σειρά επιλογής που προέκυπτε από κλήρωση.