Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

O Ορφέας ως αρνητής του Διόνυσου




Μια ενδιαφέρουσα εκδοχή του μύθου του Ορφέα διασώζει ο Ερατοσθένης στους λεγόμενους Καταστερισμούς (κεφ. 24):

διὰ δὲ τὴν γυναῖκα εἰς Ἅιδου καταβὰς καὶ ἰδὼν τὰ ἐκεῖ οἷα ἦν, τὸν μὲν Διόνυσον οὐκ ἔτι ἐτίμα͵ ὑφ΄ οὗ ἦν δεδοξασμένος͵ τὸν δὲ ῞Ηλιον μέγιστον τῶν θεῶν ἐνόμισεν͵ ὃν καὶ Ἀπόλλωνα προσηγόρευσεν· ἐπεγειρόμενός τε τὴν νύκτα κατὰ τὴν ἑωθινὴν ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Πάγγαιον ἀνιὼν προσέμενε τὰς ἀνατολάς͵ ἵνα ἴδῃ τὸν ῞Ηλιον πρῶτον· ὅθεν ὁ Διόνυσος ὀργισθεὶς αὐτῷ ἔπεμψε τὰς Βασσαρίδας͵ ὥς φησιν Αἰσχύλος ὁ τῶν τραγῳδιῶν ποιητής· αἳ διέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ μέλη ἔρριψαν χωρὶς ἕκαστον· αἱ δὲ Μοῦσαι συναγαγοῦσαι ἔθαψαν ἐπὶ τοῖς καλουμένοις Λειβήθροις.

«(Ο Ορφέας), αφού κατέβηκε στον Άδη για χάρη της γυναίκας του και είδε πώς είχαν τα πράγματα εκεί, δεν τιμούσε πια τον Διόνυσο, χάρη στον οποίο είχε αποκτήσει δόξα, αλλά θεώρησε ως μέγιστο των θεών τον Ήλιο, τον οποίο αποκάλεσε και Απόλλωνα. Σηκωνόταν μέσα στη νύχτα και κατά το πρωί ανέβαινε στο βουνό που λέγεται Παγγαίο και περίμενε την ανατολή, για να δει πρώτο-πρώτο τον Ήλιο. Γι’ αυτό ο Διόνυσος οργίστηκε και έστειλε εναντίον του τις Βασσαρίδες,[1] όπως λέει ο Αισχύλος, ο ποιητής των τραγωδιών. Αυτές τον διαμέλισαν και σκόρπισαν τα μέλη του, το καθένα και αλλού. Οι Μούσες συγκέντρωσαν (τα κομμάτια) και τα έθαψαν στα λεγόμενα Λείβηθρα».

Σχολιασμός
Ο Ερατοσθένης μοιάζει να αποδίδει την παράδοση που καταγράφει εδώ στον Αισχύλο, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί: στο κεφ. 29 ο Ερατοσθένης αναφέρεται στην Άλκηστη του Ευριπίδη, αλλά όσα παραθέτει εκεί δεν έχουν καμιά σχέση με τη σωζόμενη ευριπίδεια τραγωδία. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε πόσα από αυτά που λέγονται εδώ ανάγονται στον Αισχύλο. Σχολιάζοντας το χωρίο από την οπτική γωνία της ορφικής παράδοσης μπορούμε πρώτα να θυμίσουμε ότι μια Κατάβαση στον Άδη αναφέρεται ως τίτλος έργου αποδιδόμενου στον Ορφέα. Ο Ορφέας κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο για την Ευρυδίκη βλέπει πώς είναι τα πράγματα εκεί και έχει να δώσει χρήσιμες οδηγίες στους μύστες του. Εδώ στηρίζεται και η παράδοση των χρυσών ορφικών ελασμάτων που βρέθηκαν σε τάφους μυστών: περιέχουν οδηγίες, οι οποίες έχουν ως απώτερη πηγή τον Ορφέα και την κάθοδό του στον Άδη, για το τι θα δουν και το τι πρέπει να κάνουν οι ψυχές των μυστών μετά το θάνατό τους, για να κερδίσουν την μακάρια αθανασία. Ωστόσο ο μύθος μερικές φορές εμπεριέχει τη διδακτική παραδοξότητα μέσω της αντίθεσης: ο Ορφέας, αν και λάτρης του Διόνυσου και θεμελιωτής των μυστηρίων του (αυτό πρέπει να υπονοεί η φράση ότι απόκτησε δόξα χάρη στον Διόνυσο), άλλαξε από την επαφή του με τον Άδη. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε γιατί άλλαξε, αφού δε σώζεται η Κατάβαση.  Στην ορφική παράδοση ο Πλούτων, η Περσεφόνη και ο Διόνυσος αποτελούν την ιερή τριάδα που διαφεντεύει τον Κάτω Κόσμο. Μια υπόθεση είναι ότι ίσως ο Ορφέας απογοητεύτηκε από τις σκληρές τιμωρίες των μεγάλων αμαρτωλών, όπως τις περιγράφει λ.χ. ο Πλάτων. Πιο πιθανό μου φαίνεται ότι απογοητεύτηκε από την αποτυχία του να φέρει πίσω την Ευρυδίκη, κάτι που μπορεί να τον έκανε να στραφεί εναντίον του Διόνυσου. Μια άλλη υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι ο Ορφέας στον Κάτω Κόσμο έγινε δέκτης μιας αποκάλυψης για τη φύση του κόσμου και της θεότητας και τον καίριο ρόλο του Ήλιου ως ορατού συμβόλου του θείου φωτός στο Σύμπαν. Σε κάθε περίπτωση στο εξής ο Ορφέας παραμέλησε τον Διόνυσο και αφιερώθηκε στη λατρεία του Ήλιου-Απόλλωνα. Ο Διόνυσος στέλνει τις Βάκχες και τον διαμελίζουν. Ωστόσο, αν και δε λέγεται στο κείμενο, με κάποιο τρόπο ο Απόλλων έπρεπε να αποζημιωθεί για το θάνατο του λάτρη του. Η αποζημίωση ίσως να ερχόταν με την μορφή της εγκαθίδρυσης της λατρείας του Ήλιου μεταξύ των Θρακών. Από την άλλη ο θάνατος του Ορφέα με διαμελισμό τον κάνει ένα με τον Διόνυσο: στο πλαίσιο της ορφικής παράδοσης ο Διόνυσος διαμελιζόταν από τους Τιτάνες, προτού αναστηθεί ισχυρότερος από πριν. Επομένως ο Ορφέας με τον τραγικό του θάνατο επαναλαμβάνει τη μοίρα του θεού, ταυτίζεται μαζί του και κατά κάποιο τρόπο μέσω του βασανιστικού του τέλους θεώνεται.




[1] Βασσαρίδες ή Βασσάραι αποκαλούνταν οι Βάκχες από τη βασσάρα, θρακική λέξη για τον δερμάτινο ποδήρη χιτώνα που φορούσαν οι ιέρειες του Βάκχου στη Θράκη. Ομώνυμη τραγωδία είχε γράψει ο Αισχύλος.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Τα όργια του Διονύσου και της Κοτυτούς στους χαμένους Ηδωνούς του Αισχύλου



                Ο Στράβων (10.3.16) στο κεφάλαιο που αφιερώνει στις σχέσεις και τις ομοιότητες που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι Θράκες και οι Φρύγες χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τις μεγάλες ομοιότητες στη λατρεία, ιδιαίτερα ανάμεσα στην οργιαστική θρακική της Κοτυτούς ή Κότυος και τη φρυγική του Διονύσου. Αξιόπιστος μάρτυρας γι’ αυτό, σύμφωνα με τον Στράβωνα, είναι ο Αισχύλος με τους Ηδωνούς του, ένα χαμένο έργο που ανήκε στην τετραλογία Λυκούργεια:[1]
τούτοις δ΄ ἔοικε καὶ τὰ παρὰ τοῖς Θραιξὶ, τά τε Κοτύτεια καὶ τὰ Βενδίδεια͵ παρ΄ οἷς καὶ τὰ Ὀρφικὰ τὴν καταρχὴν ἔσχε. τῆς μὲν οὖν Κοτυτοῦς ἐν τοῖς Ἠδωνοῖς Αἰσχύλος μέμνηται καὶ τῶν περὶ αὐτὴν ὀργιασμῶν <καὶ ταύτηι τὸν Διόνυσον συνάγων>. εἰπὼν γὰρ
σεμνὰ Κοτυτοῦς δ΄  ὄργια ἔχοντες  
τοὺς περὶ τὸν Διόνυσον εὐθέως ἐπιφέρει·
μὲν ἐν χερσὶν 
βόμβυκας ἔχων͵  τόρνου κάματον͵ 
δακτυλόδικτον  πίμπλησι μέλος͵ 
μανίας ἐπαγωγὸν ὁμοκλάν͵
ὁ δὲ χαλκοδέτοις  κοτύλαις ὀτοβεῖ ...
καὶ πάλιν·
... ψαλμὸς δ΄ ἀλαλάζει·
ταυρόφθογγοι δ΄  ὑπομυκῶνται 
ποθὲν ἐξ ἀφανοῦς  φοβεροὶ μῖμοι· 
τυμπάνου δ΄ ἠχὼ,  ὥσθ΄ ὑπογαίου 
βροντῆς, φέρεται  βαρυταρβής
ταῦτα γὰρ ἔοικε τοῖς Φρυγίοις· καὶ οὐκ ἀπεικός γε͵ ὥσπερ αὐτοὶ οἱ Φρύγες Θραικῶν ἄποικοί εἰσιν͵ οὕτω καὶ τὰ ἱερὰ ἐκεῖθεν μετενηνέχθαι. καὶ τὸν Διόνυσον δὲ καὶ τὸν Ἠδωνὸν Λυκοῦργον συνάγοντες εἰς ἓν τὴν ὁμοιοτροπίαν τῶν ἱερῶν αἰνίττονται.

 «Με αυτές τις τελετές (των Φρυγών) μοιάζουν και οι τελετές των Θρακών, τα Κοτύτεια και τα Βενδίδεια, από όπου έχουν την αρχή τους και τα ορφικά μυστήρια. Την Κότυν και τις οργιαστικές τελετές προς τιμήν της μνημονεύει ο Αισχύλος στους Ηδωνούς του και την συνδέει με τον Διόνυσο. Γιατί αφού λέει
                της Κοτυτούς τελώντας τα σεβαστά όργια
ευθύς αναφέρει τους ακολούθους του Διονύσου
                άλλος στα χέρια του
                τον αυλό κρατά, το έργο του τόρνου,
                και με τα δάχτυλά του παίζει τραγούδι,
                σάλαγο που φέρνει μανία.
                 Άλλος με το κύμβαλο το χαλκόδετο κροτεί
και ξανά
                Ψαλμός αλαλάζει
                και από κάπου, απ’ το αόρατο, φοβεροί ήχοι που μοιάζουν
                με ταύρου φωνή μουγκρίζουν υπόκωφα.
                Ηχώ τυμπάνου, ωσάν βροντή κάτω απ’ τη γη,
                σέρνεται προκαλώντας τρόμο βαρύ.
(Όλα) αυτά μοιάζουν με τις φρυγικές τελετές. Και τούτο δεν είναι κάτι το απίθανο, γιατί όπως οι ίδιοι οι Φρύγες είναι άποικοι των Θρακών, έτσι μεταφέρθηκαν από εκεί και οι ιερές τελετές. Συνδέοντας σε ένα τον Ηδωνό Λυκούργο και τον Διόνυσο υπαινίσσονται την ομοιότητα των ιεροτελεστιών».
                Το αναπαιστικό μέτρο αυτών των στίχων υποδεικνύει ότι το απόσπασμα ανήκει, κατά πάσα πιθανότητα, στην πάροδο του Χορού. Οι Ηδωνοί που αποτελούν τον Χορό αναφέρονται στα όργανα, με τα οποία οι λατρευτές του Βάκχου γιορτάζουν το θεό τους. Είναι τα ίδια τα οποία χρησιμοποιούνται και στην τέλεση των οργίων της δικής τους θεάς, της Κοτυτούς. Ο χορός περιγράφοντας το θορυβώδη χαρακτήρα του βακχικού θιάσου και συγκρίνοντάς τον με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της λατρείας της Κοτυτούς, πέρα από τις ομοιότητες που θα επισήμαινε, θα έτεινε να υποδεχθεί με τρόπο ευνοϊκό τη νέα λατρεία, αντίθετα προς το βασιλιά του. Παρόλα αυτά δε λείπει το στοιχείο του δέους από τα λόγια των Ηδωνών (φοβεροί ήχοι, τρόμος βαρύς), δηλώνει όμως περισσότερο μια διέγερση του χορού, σαν να παρασύρεται και αυτός πάνω στη σκηνή από τη μανία του θεού.    
                Έχει επανειλημμένα τονιστεί η σκληρή ομορφιά αυτών των στίχων. Σπάνια έχει συλληφθεί και παρασταθεί η ασυνήθιστη, αποτρόπαιη παραδοξότητα της φύσης του διονυσιασμού, όσο σ’ αυτούς τους ελάχιστους στίχους. Η αισχύλεια τέχνη παρουσιάζει εδώ τα χαρακτηριστικά που ξαναβρίσκουμε στα σωζόμενα έργα π.χ. τα πλασμένα από τον ίδιο τον ποιητή σύνθετα (δακτυλόδικτον, χαλκόδετος. ταυρόφθογγος, βαρυταρβής), οι μεγαλειώδεις μεταφορές και εικόνες, η επανάληψη του -ο- που εκφράζει τον βαθύ βροντώδη ήχο των οργάνων. Τέλος ας σημειωθεί ότι οι στίχοι του αποσπάσματος από την πάροδο μοιάζουν να μην απευθύνονται ειδικά σε κάποιο πρόσωπο. Φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια πάροδο, όπου ο χορός μόνος του στη σκηνή θα δικαιολογούσε την εμφάνισή του στους θεατές («ήρθαμε εδώ, γιατί συνέβη αυτό κι αυτό»), όπως συμβαίνει λόγου χάριν στους Πέρσες και στις Ικέτιδες.  




[1] Η Λυκούργεια του Αισχύλου φαίνεται ότι είχε περίπου την εξής υπόθεση: ο Διόνυσος με τον μανικό του θίασο από Βάκχες και Σατύρους φτάνει στη χώρα των Θρακών Ηδωνών, προκαλώντας αναστάτωση και απαιτώντας αναγνώριση της θεότητάς του. Ενώ οι Ηδωνοί γενικά φαίνεται να είναι θετικοί απέναντι στον Διόνυσο, αφού η καινούργια λατρεία τούς θυμίζει τα δικά τους όργια της Κοτυτούς, ο βασιλιάς των Ηδωνών Λυκούργος συλλαμβάνει, χλευάζει και φυλακίζει τον Διόνυσο. Με θαυμαστό τρόπο ο Διόνυσος απελευθερώνεται. Ο Λυκούργος συλλαμβάνεται ως θεομάχος και φυλακίζεται σε μια σπηλιά. Στο τέλος του έργου επερχόταν η συμφιλίωση: ο Λυκούργος αποδεχόταν τη θεότητα του Διονύσου και σε αντάλλαγμα μετά θάνατον ταυτιζόταν κατά κάποιο τρόπο με τον ίδιο τον θεό (βλ. παρακ. τη φράση του Στράβωνα «συνδέοντας σε ένα τον Λυκούργο και τον Διόνυσο»), γινόταν ένας ήρωας με χρησμοδοτικές ικανότητες. Η Λυκούργεια του Αισχύλου επηρέασε πολύ τις Βάκχες του Ευριπίδη και τη μορφή του θεομάχου Πενθέα εκεί. 

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Η φύση και η κβάντωση του χρόνου στο Λεύκιππο και το Δημόκριτο



Ο χρόνος κατά την άποψη των ατομικών φιλοσόφων είναι αδημιούργητος. Δεν έχει αρχή και δε θα έχει τέλος. Η αντίληψη των Ατομικών για το χρόνο αποτελεί αναγκαία συνέπεια του ίδιου του ορισμού τους για τα άτομα: εφόσον τα τελευταία είναι εξ ορισμού αναλλοίωτα και άφθαρτα, δεν μπορεί παρά και ο χρόνος να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά μ’ αυτά. Αλλιώς θα έπρεπε να δεχτούμε ότι τα άτομα έχουν γεννηθεί ή ότι θα έχουν ένα τέλος, γεγονός ανεπίτρεπτο για πράγματα που έχουν τις ιδιότητες του παρμενίδειου όντος. Φαίνεται ότι ο Δημόκριτος ανέπτυξε την άποψή του για την αιωνιότητα του χρόνου σε αντίθεση προς τους Πυθαγόρειους και τους Ελεάτες. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι όλα τα πράγματα στον κόσμο, μαζί και ο χρόνος, αποτελούν απομιμήσεις και παράγωγα των αριθμών, ενώ οι Ελεάτες νόμιζαν ότι ο χρόνος ως μορφή ύπαρξης της ύλης είναι απατηλός, όπως όλα τα δεδομένα των αισθήσεών μας. Πάντως, οι πηγές δε μας πληροφορούν ρητά για το αν ο Δημόκριτος θεωρούσε το χρόνο ως κάτι ανεξάρτητο από την ύλη ή ως μια ιδιότητά της. Ίσως ο Δημόκριτος να μην είχε συλλάβει το σχετικό πρόβλημα.
            Μια άλλη διάσταση του προβλήματος του χρόνου σχετίζεται με την υφή του, αν δηλαδή είναι συνεχής ή διακρίνεται κι αυτός σε άτμητα μέρη όπως η ύλη.[1] Αν και δεν έχουμε επαρκή πληροφόρηση για τη σχετική άποψη των Ατομικών, εντούτοις κάποιες μαρτυρίες του Αριστοτέλη και των σχολιαστών του αφήνουν να διαφανεί το ενδεχόμενο ότι ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος είχαν καταλήξει όχι μόνο στη γνωστή άποψή τους για την κβάντωση της ύλης, αλλά και στην κβάντωση του χρόνου. Ο Αριστοτέλης προσπαθώντας να ερμηνεύσει την ατομική θεωρία των ειδώλων (Περί αισθήσεως 440a20 κ.εξ.) αναφέρεται στην ανάγκη ύπαρξης άτμητων χρονικών στιγμών, προκειμένου η ατομική θεωρία να είναι συνεπής με τον εαυτό της. Βέβαια η μαρτυρία του Αριστοτέλη δε μνημονεύει ρητά το Δημόκριτο, ο σχολιαστής όμως του Αριστοτέλη Αλέξανδρος δεν έχει ενδοιασμούς. Όπως λέει ο ίδιος (ad loc. 56, 13 κ.εξ.): «...τέτοιοι ήταν οι οπαδοί του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, οι οποίοι παρήγαγαν την εντύπωση των ενδιάμεσων χρωμάτων από τη συμπαράθεση των αόρατων, λόγω μικρότητας, σωμάτων... (60, 8) Όλοι όσοι ισχυρίζονται ότι η όραση δημιουργείται μ’ αυτόν τον τρόπο παραδέχονται αναγκαστικά την ύπαρξη ανεπαίσθητων χρονικών στιγμών. Και όσοι αποδίδουν τη διαφορά μεταξύ των χρωμάτων στη συμπαράθεση ανεπαίσθητων σωματιδίων... παραδέχονται αναγκαστικά... όχι... μόνο ότι υπάρχουν ανεπαίσθητα μεγέθη, αλλά και χρονικές στιγμές ανεπαίσθητες. Είναι δυνατόν, ως ειδικό συμπέρασμα, να πρέπει να παραδεχτούν την ύπαρξη ανεπαίσθητων χρονικών στιγμών όσοι αποδίδουν τη διαφορά των χρωμάτων στη συμπαράθεση, σε μικρά διαστήματα, σωματιδίων: μ’ αυτόν τον τρόπο, αν και θα είναι πολλά αυτά που βλέπει κανείς, θα τα αντικρίζει ως ένα, αν λανθάνει η καθαυτό απορροή καθενός απ’ αυτά πέφτοντας στα μάτια και φαίνεται ως μία και μοναδική...». Στο έργο Περί ατόμων γραμμών (970b5 κ.εξ. ), το οποίο είναι μάλλον ψευδοαριστοτελικό, αναφέρεται ρητά ότι η ίδια θεωρία που δέχεται την ύπαρξη ατόμων ύλης δέχεται και την ύπαρξη άτμητων χρονικών στιγμών: «Γιατί με τον ίδιο τρόπο θα τμηθεί και ο χρόνος και η γραμμή... (8) Στην ίδια θεωρία ανήκει η άποψη, όπως ειπώθηκε, ότι όλα αυτά αποτελούνται από αμερή[2]... (971a16) Ίσως, όμως, και ο χρόνος να αποτελείται από (άτμητα) «τώρα»...»[3]. Τέλος, πρέπει να αναφερθούν και οι παράδοξες επιπτώσεις σε σχέση με την κίνηση που προκύπτουν από μια τέτοια θεώρηση του χρόνου. Σ΄ αυτές αναφέρεται και πάλι ο Αλέξανδρος (Φυσικαί απορίαι 45, 31): «Επακόλουθο της άποψης ότι και το μέγεθος και ο χρόνος αποτελούνται από αμερή είναι το να κινούνται όλα τα κινούμενα ισοταχώς σε σχέση με το αμερές. Γιατί αν το ένα κινούνταν γρηγορότερα και το άλλο βραδύτερα σε σχέση με το αμερές, τότε αυτό που κινείται γρηγορότερα θα διανύσει το αμερές στον αδιαίρετο χρόνο, ενώ εκείνο που κινείται βραδύτερα θα το διανύσει αναγκαστικά σε χρόνο περισσότερο και διαιρετό. Αν, όμως, το διένυσε σε χρόνο διαιρετό, τότε και η απόσταση (=το μέγεθος), πάνω στην οποία έγινε η κίνηση, είναι διαιρετή. Γιατί αν ισχυρίζεται κανείς ότι το βραδέως κινούμενο δεν κινείται σε σχέση με το αμερές και σε αμερή χρόνο, τότε αυτός είναι σαν να λέει ότι το βραδύ ούτε καν κινείται, αν βέβαια όλα τα μεγέθη και όλος ο χρόνος αποτελούνται από αμερή... Γι’ αυτό και όλα όσα κινούνται σε σχέση με το αμερές θα κινούνται ισοταχώς. Και αν κινούνται ισοταχώς σε σχέση με το αμερές, τότε θα κινούνται και ισοταχώς σε σχέση με όλα τα μεγέθη, αν βέβαια όλα τα μεγέθη συντίθενται από αμερή. Αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή όλα τα σώματα κινούνται ομοίως και ισοταχώς σε σχέση με το αμερές, αλλά φαίνονται ότι κινούνται το ένα πιο αργά από το άλλο, εξαιτίας της αντίστασης που προβάλλουν τα άτομα μέσα του, είναι φαντασίωση. Επιπλέον, πώς δε φαίνονται να κινούνται μη ομαλά όσα κινούνται μ’ αυτόν τον τρόπο;...  Γιατί αν αυτό που κινείται γρηγορότερα διάνυσε το διάστημα σε μια ώρα, ενώ το βραδύτερο διάνυσε το ίδιο διάστημα σε πέντε ώρες, τότε το τελευταίο θα πρέπει να κινούνταν για μια ώρα, ενώ τις άλλες τέσσερις θα στεκόταν. Είναι, όμως, κάπως παράδοξο αυτό που την περισσότερη ώρα στέκεται να μη φαίνεται ότι στέκεται, αλλά ότι κινείται και τις πέντε ώρες και μάλιστα ομαλά» .





[1] Την άποψη ότι σε βαθύτερο επίπεδο ο χρόνος, αλλά και ο χώρος, είναι κβαντωμένοι, τείνουν να δεχτούν και οι πλέον σύγχρονες θεωρίες της φυσικής, όπως η περίφημη θεωρία των χορδών, αλλά και η κβαντική βαρύτητα βρόχων. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι προς το παρόν οι υποθέσεις αυτές είναι ακόμη αναπόδεικτες.
[2] Δηλαδή από τμήματα, τα οποία δεν έχουν μέρη και επομένως δεν μπορούν να διαιρεθούν.
[3] Το ψευδοαριστοτελικό έργο για τις αδιαίρετες γραμμές στρεφόταν εναντίον του Πλατωνικού Ξενοκράτη, ο οποίος μετά το Δημόκριτο παραδεχόταν την ύπαρξη αδιαίρετων γραμμών. Δε γνωρίζουμε, εντούτοις, αν ο Ξενοκράτης δεχόταν τη δημοκρίτεια θεωρία για την ατομική δομή του χρόνου. Οι αντιρρήσεις που προβάλλονται στο έργο αυτό εναντίον του Ξενοφάνη συμπίπτουν με τις περιεχόμενες στα γνήσια έργα αντιρρήσεις του Αριστοτέλη εναντίον της ατομικής θεωρίας. Με παρόμοιο τρόπο, όταν ο Αριστοτέλης έκανε πολεμική ενάντια στο Ζήνωνα, δεν είχε υπόψη μόνο τα σοφίσματα του Ζήνωνα, αλλά και τη σκέψη του Δημόκριτου.  

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

5 Επιγράμματα για τη μάχη των Θερμοπυλών


Τέτοιες μέρες, στα τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου του 480 έγινε η αθάνατη μάχη στις Θερμοπύλες. Στο πολυάνδριον (ομαδικός τάφος) των Θερμοπυλών, όπως μας πληροφορεί ο Στράβων (9.4.2), είχαν στηθεί πέντε στήλες με επιγραφές. Επιγράμματα για τους νεκρούς σώζονται μέσω της λογοτεχνικής παράδοσης.

Ηρόδοτος 7.228 -επίγραμμα του Σιμωνίδη για τον μάντη Μεγιστία που έπεσε στη μάχη των Θερμοπυλών:

Μνῆμα τόδε κλεινοῖο Μεγιστία͵ ὅν ποτε Μῆδοι
Σπερχειὸν ποταμὸν κτεῖναν ἀμειψάμενοι͵
μάντιος͵ ὃς τότε Κῆρας ἐπερχομένας σάφα εἰδὼς
οὐκ ἔτλη Σπάρτης ἡγεμόνα προλιπεῖν.

Τούτο είναι το μνήμα του ένδοξου Μεγιστία. Αυτόν κάποτε οι Μήδοι
τον σκότωσαν περνώντας του Σπερχειού το ποτάμι.
Ήταν μάντης και γνώριζε καλά του θανάτου την μοίρα που τότε ερχόταν.
Αλλά τον βασιλιά της Σπάρτης να εγκαταλείψει δεν άντεξε.  

Επίγραμμα των Πελοποννησίων (Ηρόδ. 7.228):
        
Μυριάσιν ποτὲ τᾷδε τριακοσίαις ἐμάχοντο
ἐκ Πελοποννάσου χιλιάδες τέτορες.

Εδώ πολέμησαν κάποτε, ενάντια σε τρία εκατομμύρια,
τέσσερις χιλιάδες άντρες από την Πελοπόννησο.

Για τον Λεωνίδα και τους τριακόσιους του ήταν χαραγμένο το περιφημότερο όλων των επιγραμμάτων (Ηρόδ. 7.228):
         
Ὦ ξεῖν΄͵ ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε
κείμεθα͵ τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ
αναπαυόμαστε νεκροί, πιστοί στις προσταγές τους.

Επίγραμμα για τους Θεσπιείς (Στέφ. Βυζ., λήμμα Θέσπεια):

ἄνδρες τοί ποτ΄ ἔναιον ὑπὸ κροτάφοις Ἑλικῶνος͵
λήματι τῶν αὐχεῖ Θεσπιὰς εὐρύχορος.

Αυτοί οι άνδρες κάποτε κατοικούσαν στις πλαγιές του Ελικώνα.
Για το θάρρος τους καυχιούνται οι Θεσπιές οι απλόχωρες.

Για τους Οπούντιους Λοκρούς (Στράβων 9.4.2):
        
τούσδε ποθεῖ φθιμένους ὑπὲρ Ἑλλάδος ἀντία Μήδων͵
μητρόπολις Λοκρῶν εὐθυνόμων Ὀπόεις.

Τούτους, που πέθαναν για την Ελλάδα πολεμώντας τους Μήδους,
τους ποθεί ο Οπούς, η μητρόπολη των Λοκρών με τους δίκαιους νόμους.

[Για τους Κορίνθιους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας βλ. ΕΔΩ

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Οι Άγγελοι ως δεύτερο Φως και το αμέθεκτο της Θείας Ουσίας κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά


77. Σ' αυτή τη χάρη και τη λαμπρότητα και την ένωση με το Θεό οι Άγγελοι πλεονεκτούν από τους ανθρώπους. Γι' αυτό και είναι δεύτερες λαμπρότητες, λειτουργοί της άνω Λαμπρότητας. Ακόμη, οι νοερές δυνάμεις και τα λειτουργικά πνεύματα είναι φώτα δεύτερα, απαυγάσματα του Πρώτου Φωτός, και πρώτη φωτεινή φύση μετά την Πρώτη, γιατί φωτίζονται από εκεί. Ο Άγγελος είναι δεύτερο φως, απορροή ή μέθεξη του πρώτου Φωτός. Με την κυκλική τους κίνηση, οι θείοι νόες ενώνονται με τις άναρχες και ατελεύτητες ελλάμψεις του καλού και αγαθού. Γιατί για τους αιωνίους, φως είναι ο ίδιος ο Θεός και τίποτ' άλλο. Και ό,τι είναι για τα αισθητά ο ήλιος, αυτό είναι για τα νοητά ο Θεός. Αυτός είναι το πρώτο και υπέρτατο φως που φωτίζει όλη τη λογική φύση.

94. Όπως το φως του ηλίου είναι αχώριστο από τις ακτίνες του και από τη θερμότητα που μεταδίδεται μ' αυτές, αλλά για όσους απ' αυτούς που το δέχονται είναι τυφλοί, το φως είναι αμέθεκτο και μόνο η μέσω των ακτίνων θερμότητα γίνεται αντιληπτή έτσι και πολύ περισσότερο, κανένας απ' όσους δέχονται τη θεία λαμπρότητα δεν μπορεί να έχει μέθεξη της θείας ουσίας. Γιατί δεν υπάρχει απολύτως κανένα κτίσμα που να έχει δύναμη δεκτική της φύσεως του Δημιουργού.

(Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 312-331)
Περισσότερα ΕΔΩ


Το επιτάφιο επίγραμμα προς τιμήν των Κορινθίων ηρώων που έπεσαν στη Σαλαμίνα




       Στην τοποθεσία Αμπελάκι στο νησί της Σαλαμίνας βρέθηκε από τους αρχαιολόγους η μαρμάρινη επιγραφή που έστησαν οι Κορίνθιοι προς τιμήν των νεκρών τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το επίγραμμα περιλαμβάνει δύο στίχους γραμμένους στο αρχαϊκό κορινθιακό ή μεγαρικό αλφάβητο και σε κορινθιακή διάλεκτο:

῏Ο ξέν’, εὔhυδρόν ποκ’ ἐναίομες ἄστυ Qορίνθο,
νῦν δ’ hαμὲ Αἴαντος νᾶσος ἔχει Σαλαμίς.

Ωστόσο στη λογοτεχνική παράδοση (Πλούτ., Περί της Ηροδ. κακ. 39 και Δίων Χρυσ. 37, 18) παραδίδονται δύο επιπλέον στίχοι:

ξεῖν΄͵ εὔυδρόν ποτ΄ ἐναίομεν ἄστυ Κορίνθου͵
νῦν δ΄ ἅμ΄ Αἴαντος νᾶσος ἔχει Σαλαμίς.
ἐνθάδε Φοινίσσας νῆας καὶ Πέρσας ἑλόντες
καὶ Μήδους͵ ἱερὰν Ἑλλάδα ῥυσάμεθα.

Παρατηρούμε ότι στη χειρόγραφη παράδοση σε ένα βαθμό η κορινθιακή διάλεκτος του πρωτοτύπου εξομαλύνθηκε προς το ομηρικό γλωσσικό πρότυπο, ενώ το αλφάβητο είναι φυσικά το κοινό ιωνικό.

Μετάφραση:
Ξένε, κάποτε στης Κορίνθου την πόλη με τα ωραία νερά κατοικούσαμε.
Τώρα μας κρατά η Σαλαμίνα, η νήσος του Αίαντα.
Εδώ των Φοινίκων τα πλοία, Πέρσες και Μήδους
νικώντας, την ιερή Ελλάδα γλιτώσαμε.

Στον Ισθμό της Κορίνθου υπήρχε κενοτάφιο με το εξής επίγραμμα (Πλούτ. ό.π.):

ἀκμᾶς ἑστακυῖαν ἐπὶ ξυροῦ Ἑλλάδα πᾶσαν
ταῖς αὐτῶν ψυχαῖς κείμεθα ῥυσάμενοι.

Την Ελλάδα, που ολόκληρη στου ξυραφιού την κόψη στεκόταν,
αφού με την ίδια τη ζωή μας την σώσαμε, (εδώ) αναπαυόμαστε.

 Στην Παλατινή ανθολογία (7.250) σώζονται επιπλέον στίχοι, αλλά γενικά θεωρούνται νόθοι:

Ἀκμᾶς ἑστακυῖαν ἐπὶ ξυροῦ Ἑλλάδα πᾶσαν
ταῖς αὑτῶν ψυχαῖς κείμεθα ῥυσάμενοι
[δουλοσύνης· Πέρσαις δὲ περὶ φρεσὶ πήματα πάντα
ἥψαμεν, ἀργαλέης μνήματα ναυμαχίης.
ὀστέα δ΄ ἧμιν ἔχει Σαλαμίς· πατρὶς δὲ Κόρινθος
ἀντ΄ εὐεργεσίης μνῆμ΄ ἐπέθηκε τόδε].

Την Ελλάδα, που ολόκληρη στου ξυραφιού την κόψη στεκόταν,
αφού με την ίδια μας τη ζωή απ’ τη σκλαβιά την γλιτώσαμε,
(εδώ) αναπαυόμαστε. Στην καρδιά των Περσών κάθε είδους όλεθρο
ανάψαμε, μνήμη της σκληρής ναυμαχίας.
Τα οστά μας η Σαλαμίνα κατέχει. Η πατρίδα μας Κόρινθος
έστησε το μνημείο ετούτο ως ανταπόδοση στην ευεργεσία μας.