Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Ο πλους στον Ατλαντικό Ωκεανό του Ορφέα και των Αργοναυτών (Ορφικά Αργοναυτικά)


Η πορεία στον Ατλαντικό περιλαμβάνει 4 στάδια: την Ιερνίδα (-ες) νήσο (-ους)  (Ιέρνη, 1181), το νησί της Δήμητρας (1187-1206), τη χώρα της Κίρκης (1207-1239), την περιοχή των Ηράκλειων στηλών κοντά στις εκβολές του Ταρτησσού και τα ιερά ακρωτήρια του Διονύσου (1242-1245), τα οποία πρέπει να ταυτίζονται με τα ιερά ακρωτήρια που προφητεύει η Αργώ (1167). Η Ιέρνη, γνωστή πιθανώς ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, ταυτίζεται κυρίως με την Ιρλανδία, αλλά εδώ πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως ένας γενικός χαρακτηρισμός για τα βρετανικά νησιά. Το νησί της Δήμητρας ανήκει στην ορφική παράδοση που τοποθετούσε την αρπαγή της Περσεφόνης στις ακτές του Ωκεανού (Kern F 43). Ο Στράβων (4.4.6), ακολουθώντας τον Αρτεμίδωρο, αναφέρει ένα νησί κοντά στη Βρετανία αφιερωμένο στη Δήμητρα. Το νησί της Κίρκης τοποθετείται από τον Όμηρο στα ανατολικά όρια του Ωκεανού (μ 3-4), ενώ ο Στράβων φαίνεται να υπονοεί ότι βρίσκεται στη δύση (1.2.10). Σύμφωνα με το Διόδωρο (4.45) η Κίρκη είχε εγκαταλείψει την Κολχίδα για ένα έρημο νησί στον Ωκεανό. Ο Απολλώνιος (3.309-313) τοποθετεί τη μάγισσα στα παράλια της Τυρρηνικής θάλασσας, αλλά προσθέτει ότι έφτασε εκεί με το άρμα του Ήλιου.
            Οι Ηράκλειες στήλες ασφαλώς θέτουν λιγότερα προβλήματα, καθώς είναι πολύ γνωστές, όπως και η πόλη και ο ποταμός Ταρτησσός στα βόρεια των Γαδείρων (Κάδιξ), στο δέλτα του Guadalquivir. Μόνο τα ιερά ακρωτήρια του Διονύσου παρουσιάζουν δυσκολία. Σύμφωνα με το κείμενο (1243-1245) δε βρίσκονται στα ατλαντικά παράλια της Ιβηρικής. Ίσως ο ποιητής προπαγανδίζει εδώ κάποια ορφικοβακχική παράδοση που έδινε το όνομα αυτό στον ίδιο το βράχο του Γιβραλτάρ, για να ανταγωνιστεί την παράδοση που τον συσχέτιζε με τον Ηρακλή. Η ίδια ορφικοβακχική παράδοση απέδιδε στο Διόνυσο την ανέγερση στηλών στην Ινδία, δηλαδή στην Ανατολή, παρόμοιων με τις Ηράκλειες της Δύσης:[1]

1180 Ο Αγκαίος περίτεχνα κινούσε τα πηδάλια,
περνούσαν την Ιερνίδα, το νησί· κι ερχόταν πίσω
ορμητικά και με βροντές κάποια θύελλα μαύρη.
Φούσκωσε αυτή τα πανιά· στο φουσκωμένο κύμα
το πλοίο έτρεχε· κανείς δεν έλπιζε να γλιτώσει.
1185 Γιατί ήταν δωδέκατη η αυγή που ανέτελλε.
Πού τέλος πάντων ήμασταν δε γνώριζε κανένας,
εάν στο τέλος του Ωκεανού που ήσυχα κυλούσε[2]
δεν ένιωθε ο Λυγκέας -μακριά έβλεπε εκείνος-
ένα πευκοφύτευτο νησί, της Δήμητρας παλάτια·
1190 γύρω απ’ αυτά μέγα σύννεφο ήταν σχηματισμένο.
       Μουσαίε συνετέ, το μύθο γι’ αυτά έχεις ακούσει
πώς την Περσεφόνη κάποτε που έκοβε λουλούδια
ξεγέλασαν συγγενείς της μες στο μεγάλο δάσος
και έπειτα ο Πλούτωνας άλογα με μαύρη χαίτη
1195 έζεψε· την κόρη αυτή ανέβασε στ’ αμάξι με νεύμα
κάποιου θεού και μες απ’ το κύμα την πήρε στο παλάτι.[3]
      Τότε εγώ (ο Ορφέας) εμπόδισα προς το νησί να πλεύσει,
σε κάποια ακρογιαλιά του, στο λαμπρό του παλάτι,
όπου με πλοίο δεν μπορούν άνθρωποι να περάσουν.
1200 Γιατί για πλοία αμφίκυρτα λιμάνι δεν υπάρχει,
μόνο βράχος απόκρημνος που περιβάλλει όλα
και δώρα καλά κι ευχάριστα αυτός εκεί παράγει.[4]
Τότε του μελανόπλευρου ο οδηγός του πλοίου
υπάκουσε, μετάστρεψε του πλοίου την πορεία
1205 στρίβοντας το πηδάλιο στ’ αριστερά· το κρατούσε
να μην πάει ολόμπροστα, στα δεξιά να τρέχει.
    [5]Την τρίτη μέρα φτάσαμε στης Κίρκης το παλάτι,          
στη Λυγκαία γη,[6] σε τόπους που θάλασσα τους δέρνει·  
στο γιαλό τότε αράξαμε πολύ καταθλιμμένοι.
1210 Σε βράχους δέσαμε σχοινιά. Ο Ιάσονας τότε
έστειλε τους συντρόφους του να φύγουν απ’ το πλοίο,
επειδή ήθελε να δει αν στη μεγάλη χώρα
κάποιος κατοικεί, να μάθει την πόλη, τους ανθρώπους.
Απ’ την αντίθετη φορά, καθώς έρχονταν, τους βρήκε
1215 μία κόρη, αδελφή του επαρμένου Αιήτη,
του Ήλιου κόρη· Κίρκη την λένε η Αστερόπη
η μάνα της, κι ο μακροθώρητος ο Υπερίων·[7]
γοργά στο πλοίο κατήλθε· θαύμαζαν βλέποντάς την·
από την κεφαλή της μετεωρίζονταν μαλλιά
1220 που έμοιαζαν ολόιδια μ’ ακτίνες φλογισμένες. [8]
Στο πρόσωπο έλαμπε· φλόγας πνοή λαμπύριζε…
…Τους είπε αυτά και πέταξε· και στη μέση του πλοίου
ήταν αγγεία με φαΐ και με ποτά γεμάτα.[9]
1240    Καθώς τότε βιαζόμασταν, φύσαγε ούριο αγέρι.      
Τα παλαμάρια λύσαμε απ’ το νησί εκείνο                           
και σχίζοντας τη θάλασσα πλησιάσαμε στο στόμα       
της Ταρτησσού κι αγγίξαμε του Ηρακλή τις στήλες.
Στου βασιλιά Διόνυσου τα Ιερά Ακρωτήρια
1245 μείναμε το βράδυ· φαγί ποθούσε η ψυχή μας.




[1] Στράβων 3.5.6, Διον. Περ. 623-626, 1164. Ο Διονύσιος ο Περιηγητής (450) εντοπίζει ανακριβώς τα Γάδειρα μεταξύ των στηλών του Ηρακλή και μοιάζει να τοποθετεί στο ίδιο μέρος το «ιερό ακρωτήριο» (561 κ.εξ.). Φαίνεται, λοιπόν, ότι στο Διονύσιο η Ταρτησσός, οι Ηράκλειες στήλες και το ιερό ακρωτήριο του Διονύσου δηλώνουν με τρία διαφορετικά ονόματα το στενό του Γιβραλτάρ.
[2] Η έκφραση «ο Ωκεανός που ήσυχα κυλούσε» έρχεται σε προφανή αντίφαση με το θύελλα που επικρατεί. Πιθανώς έχουμε να κάνουμε με έναν ευφημισμό ή αντίφραση.  
[3] Ο Κλαυδιανός (4ος αιώνας μ.Χ.) στο έργο του για την αρπαγή της Περσεφόνης (De raptu Proserpinae 1.214-234) αναφέρει ότι η Περσεφόνη έπεσε θύμα απαγωγής μέσω ενός περίπλοκου σχεδίου που εξύφανε η Αφροδίτη κατ’ εντολή του Δία. Η τελευταία φρόντισε η Περσεφόνη να συνοδεύεται από την Άρτεμη και την Αθηνά. Η Αθηνά και η Άρτεμη προσπάθησαν να αντιτεθούν στην αρπαγή, αλλά η τροφός της Κόρης τις κατηγόρησε για συνενοχή. Για την Αθηνά και την Άρτεμη ως συνοδούς της Περσεφόνης πβ. Ευρ., Ελ. 1312-1316, Διόδ. Σικ. 5.3.4.
[4] Το νησί της Δήμητρας είναι ένας παραδείσιος τόπος που παράγει πλούσια αγαθά (στ. 1202), όπως και άλλες περιοχές του Ωκεανού.  Περιγράφεται με έναν τρόπο που θυμίζει τον Κλαυδιανό (βλ. παραπ.). Για τον Κλαυδιανό η Δήμητρα έχει κρύψει την Κόρη στη Σικελία, ένα νησί απροσπέλαστο (De rapt. 1.142-152), όπου ζει σ’ ένα πραγματικό φρούριο (1.235-243, 3.117-120). Πβ. επίσης Κικέρων, Verr. 4.48 (107), ο οποίος παρουσιάζει την Έννα (πόλη στο κέντρο της Σικελίας) ως περιοχή απροσπέλαστη και ταυτόχρονα παραδείσια.
[5] Στ. 1207-1239. Ελλιμενισμός στο νησί της Κίρκης. Σ’ αυτό το επεισόδιο ο ποιητής μας χρησιμοποιεί τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, αν και πολύ ελεύθερα. Στον Απολλώνιο η Κίρκη μετά από ένα ανησυχητικό όνειρο πηγαίνει στην ακρογιαλιά, για να καθαρθεί. Εκεί συναντά τους ήρωες και μεταφέρει στην κατοικία της τον Ιάσονα και τη Μήδεια. Στα ορφικά Αργοναυτικά οι Αργοναύτες μετά από έναν αδιάκοπο πλου δεκαπέντε ημερών (1185, 1207) αποβιβάζονται σε ένα άγνωστο μέρος και σύμφωνα με ένα μοτίβο γνωστό και από την Οδύσσεια ο Ιάσων στέλνει μερικούς συντρόφους για κατόπτευση της περιοχής, τους οποίους και συναντά η Κίρκη. 
[6] Το Λυγκαῖον χέρσον είναι άγνωστο από αλλού και η γραφή Λυγκαῖον ίσως αποτελεί σφάλμα από την αναφορά στο Λυγκέα στο στ. 1188. Η αρχική γραφή θα μπορούσε να είναι Αἰαῖον (η Αιαία ήταν το νησί της Κίρκης) ή Κιρκαῖον. Ένα σχόλιο, πάντως, ερμηνεύει τη λέξη ως συνώνυμη του λυγαῖον (ζοφερό, σκοτεινό).
[7] Παραδοσιακά η γυναίκα του Υπερίονα είναι η Θεία ή η Ευρυφάεσσα. Σύμφωνα με τον Απολλώνιο (3.242) η πρώτη γυναίκα του Αιήτη και μητέρα του Άψυρτου λεγόταν Αστερόδεια. Ο Υπερίων ήταν αρχικά ένας ανεξάρτητος Τιτάνας, γιος του Ουρανού και της Γης και πατέρας της Σελήνης, του Ήλιου και της Ηούς. Σταδιακά ωστόσο το όνομά του έγινε συνώνυμο του Ήλιου, αφού σημαίνει «αυτός που περνά πάνω από (τη γη)».
[8] Οι απόγονοι του Ήλιου αναγνωρίζονταν κυρίως από το ακτινοβόλο παρουσιαστικό τους σύμφωνα με τον Απολλώνιο  4.683, 727-729. Τα ορφικά Αργοναυτικά προσθέτουν το ηλιακό φωτοστέφανο, το οποίο μαρτυρείται στην ύστερη αγγειογραφία.
[9] Πβ. Όμ. μ 17-19. Εδώ η Κίρκη συμπεριφέρεται σχεδόν ως νεράιδα. Ήδη, όμως, ο Όμηρος της αποδίδει τη δύναμη να δρα αοράτως από τους ανθρώπους (κ 571-574): τόφρα δ΄ ἄρ΄ οἰχομένη Κίρκη παρὰ νηῒ μελαίνῃ / ἀρνειὸν κατέδησεν ὄϊν θῆλύν τε μέλαιναν͵ / ῥεῖα παρεξελθοῦσα· τίς ἂν θεὸν οὐκ ἐθέλοντα / ὀφθαλμοῖσιν ἴδοιτ΄ ἔνθ΄ ἔνθα κιόντα;