Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Σίβυλλα (John Howard Payne, Sibyl)


Σίβυλλα
Ετούτη η λάμψη του αρχαίου κόσμου είναι.
Τα θυμαρίσια αρώματα του Υμηττού γεμίζουν τον αέρα
και στο γρασίδι όμορφα είναι τα λούλουδα του νάρκισσου.
Ρυάκι φουσκωμένο αναμεσίς στριφογυρνά στις φτέρες, αναζητά
των μελισσών κεχριμπαρένιους τόπους. Κι απάνω στην κορφή
του μαλακού του λόφου, αντίκρυ στον χρυσαφί ουρανό,
στέκει Eκείνη, όνειρο περασμένων ημερών.
Μην την παρακαλείτε! Δεν θα μιλήσει!
Τα μάτια της είναι γεμάτα όνειρα, στ’ αυτιά της
το θρόισμα αθάνατων φτερών ηχεί.
Κάποτε η σιγανή η αύρα φέρνει
μούρμουρο μυστικό των τραγουδιών που ψάλλει.
Μην την παρακαλείτε -δεν σας βλέπει και δεν ακούει τίποτα
παρά μονάχα όψεις κι ήχους ανοίξεων παλαιών.

Sibyl
This is the glamour of the world antique:
The thyme-scents of Hymettus fill the air,
And in the grass narcissus-cups are fair.
The full brook wanders through the ferns to seek
The amber haunts of bees; and on the peak
Of the soft hill, against the gold-marged sky,
She stands, a dream from out the days gone by.
Entreat her not. Indeed, she will not speak!
Her eyes are full of dreams; and in her ears
There is the rustle of immortal wings;
And ever and anon the slow breeze bears
The mystic murmur of the songs she sings.
Entreat her not: she sees thee not, nor hears
Aught but the sights and sounds of bygone springs.