Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Το φάντασμα του Λύση και η κοινότητα των Πυθαγορείων της Ιταλίας


[Σ’ αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το Περί του Σωκράτους δαιμονίου (13, 16) μαθαίνουμε ταυτόχρονα για την τύχη των πυθαγορείων μετά τους διωγμούς εναντίον τους, αλλά και πολλά πράγματα για τις δοξασίες τους. Συνομιλούν ο Θεάνωρ, νεαρός πυθαγόρειος που έχει έρθει σταλμένος από την Ιταλία, για να πάρει το σώμα του πυθαγόρειου Λύση από τη Θήβα πίσω στην πατρίδα, ο Σιμμίας, στενός φίλος του Σωκράτη και γνώριμος του πυθαγόρειου Φιλόλαου, ενώ αναφέρεται και ο Πόλυμνης, πατέρας του Επαμεινώνδα, του σπουδαίου στρατηγού των Θηβαίων. Ο διάλογος υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται στη Θήβα στα 379 π.Χ.:]

(Θεάνωρ): «Όταν, λοιπόν, κατέρρευσαν οι κατά πόλεις εταιρείες των πυθαγορείων, οι οποίοι είχαν ηττηθεί στην εμφύλια διαμάχη, μια ομάδα τους στο Μεταπόντιο,[1] συσπειρωμένη ακόμη, συνεδρίαζε σε κάποιο σπίτι. Τότε οι οπαδοί του Κύλωνα[2] τους έβαλαν από γύρω φωτιά και μεμιάς τους αφάνισαν όλους, εκτός από το Φιλόλαο[3] και το Λύση που ήταν νέοι ακόμη και σώθηκαν απ’ τη φωτιά χάρη στη ρώμη και την ευκινησία τους. Ο Φιλόλαος, λοιπόν, αφού διέφυγε στους Λευκανούς επανήλθε σώος προς τους άλλους φίλους, οι οποίοι άρχισαν ήδη να συγκεντρώνονται και πάλι και να υπερισχύουν των οπαδών του Κύλωνα. Για το Λύση, όμως, δεν ήταν γνωστό για πολύ καιρό πού είχε πάει, έως ότου ο Γοργίας ο Λεοντίνος,[4] επιστρέφοντας με πλοίο από την Ελλάδα στη Σικελία, ανακοίνωσε με βεβαιότητα στον κύκλο του Αρεσά[5] ότι συναντήθηκε με το Λύση που περνούσε τον καιρό του στη Θήβα. Κίνησε, λοιπόν, ο Αρεσάς, όπως είχε, να πάει ο ίδιος με το πλοίο, εξαιτίας του πόθου του να δει αυτόν τον άνθρωπο. Επειδή, όμως, του έλειπαν, εξαιτίας του γήρατος και της αδυναμί­ας του, εντελώς οι δυνάμεις για κάτι τέτοιο, παρήγγειλε σε μας να φέρουμε το Λύση κατά προτίμηση ζωντανό στην Ι­ταλία ή τα λείψανά του, αν είχε πεθάνει. Οι πόλεμοι, ό­μως, που έγιναν στο μεταξύ, οι εμφύλιες διαμάχες και οι τυραννίδες εμπόδισαν τους φίλους του να εκτελέσουν την αποστολή αυτή, όσο ο Αρεσάς ζούσε. Το δαιμόνιο του Λύση, αφού αυτός είχε πεθάνει πια, μας υπέδειξε εναργώς το θάνατό του και όσοι ήταν καλά πληροφορημένοι μας ανήγγειλαν τις φροντίδες σας και τη ζωή του κοντά σε σας, Πόλυμνη, ότι δηλαδή είχε την τύχη να τον γηροκομήσετε πλούσια στο φτωχό σας σπίτι και ότι πέθανε μακαριστός, αφού πήρε τον τίτλο του πατέρα των γιων σου. Τότε στάλθηκα εγώ, νέος και ένας από πολλούς και πρεσβύτερους, οι οποίοι έχουνε χρήματα και θέλουν να δώσουν σε σας που δεν έχετε και να πάρουν ως αντάλλαγ­μα άφθονη την ευγνωμοσύνη και τη φιλία σας. Ο Λύσης βέβαια έχει ενταφιαστεί καλά από σας, όμως ακόμη ανώ­τερη γι' αυτόν και από τον ωραίο τάφο είναι η ευγνωμο­σύνη που ανταποδίδεται στους φίλους του από τους φίλους και τους οικείους του»…


(Σιμμίας): «Αλλά σχετικά με το Λύση -αν είναι θεμιτό να το ακούσουμε- τι από τα δύο θα κάνεις: Άραγε θα τον μετακινήσεις από τον τάφο του και θα τον μετοικίσεις στην Ιταλία ή θα τον αφήσεις να παραμείνει εδώ σε μας και να μας έχει ευμενείς και φίλους συνοίκους, όταν θα πάμε κι εμείς εκεί;»
Και ο Θεάνωρ μειδίασε και είπε: «Φαίνεται πως ο Λύ­σης, Σιμμία, αγαπά αυτό το μέρος, αφού δεν του έλειψε τί­ποτε από τα καλά χάρη στον Επαμεινώνδα. Υπάρχει κά­ποια ιδιαίτερη τελετή που γίνεται κατά τις ταφές των πυ­θαγορείων και την οποία, αν δεν την τύχουμε. θεωρούμε ότι δεν λάβαμε το μακαριστό και προσήκον τέλος. Όταν, λοιπόν, μάθαμε από τα όνειρα για το θάνατο του Λύση (γιατί από κάποιο σημάδι που εμφανίζεται στη διάρκεια του ύπνου διακρίνουμε αν το φάντασμα είναι ανθρώπου πεθαμένου ή ζωντανού[6]) μπήκε σε πολλούς από μας η σκέψη ότι ο Λύσης κηδεύτηκε λάθος σε ξένη χώρα και ότι πρέπει να τον μετακινήσουμε (στην Ιταλία), για να λάχει εκεί τις νόμιμες τελετές. Μ’ αυτή τη σκέψη ήρθα κι εγώ ε­δώ και, αφού με οδήγησαν ευθύς οι ντόπιοι προς τον τάφο, έχυσα, βράδυ πια, χοές καλώντας την ψυχή του Λύση να επιστρέψει και να χρησμοδοτήσει με ποιο τρόπο πρέπει να τα κάνω αυτά. Καθώς προχωρούσε η νύχτα δεν είδα τίπο­τα, μου φάνηκε όμως ότι άκουσα μια φωνή που έλεγε να μην κινώ τα ακίνητα. Γιατί το σώμα του Λύση κηδεύτη­κε από τους φίλους του με όσιο τρόπο, ενώ η ψυχή του, έ­χοντας ήδη κριθεί, αφέθηκε να γεννηθεί και πάλι και της έ­λαχε να συνδεθεί με κάποιον άλλο δαίμονα.[7] Όταν μάλι­στα συνάντησα το πρωί τον Επαμεινώνδα και άκουσα τον τρόπο με τον οποίο έθαψε το Λύση, κατάλαβα ότι αυτός εί­χε εκπαιδευτεί καλώς από εκείνον τον άνδρα μέχρι και τα απόρρητα δόγματα και ότι είχε ως οδηγό στη ζωή του τον ίδιο δαίμονα -αν δεν είμαι ανίκανος στο να εξάγω συμπε­ράσματα για τον κυβερνήτη από τον πλου. Γιατί πολλές είναι οι ατραποί της ζωής, λίγες όμως εκείνες στις οποίες οδηγούν τους ανθρώπους οι δαίμονες».





[1] Το Μεταπόντιο ήταν πόλη στη Λουκανία, δυτικά του Τάραντα. Η αφήγηση του Πλουτάρχου συμφωνεί με αυτήν του Ιάμβλιχου, Περί του Πυθαγορικού βίου 248-51, με τη διαφορά ότι ο πρώτος τοποθετεί τον εμπρησμό (βλ. αμέσως παρακάτω στη μετάφραση) στο Μεταπόντιο, αντί για τον Κρότωνα, και αντικαθιστά το όνομα του Αρχίππου με τον Φιλόλαο.
[2] Αρχηγός της αντιπυθαγόρειας μερίδας. Ο Κύλωνας καταγόταν από αριστοκρατική γενιά, αλλά ήταν χαρακτήρας δύστροπος και βίαιος. Σε μεγάλη ηλικία πήγε στον Πυθαγόρα και ζήτησε να γίνει μέλος της ομάδας του, το αίτημά του όμως απορρίφθηκε. Έτσι ξεσήκωσε τους οπαδούς του εναντίον των πυθαγορείων. Η εξέγερση αυτή πρέπει να τοποθετηθεί γύρω στο 460-450 π.Χ.
[3] Πυθαγόρειος, δάσκαλος του Σιμμία και του Κέβητα. Ο Ολυμπιόδωρος στο υπόμνημά του στο Φαίδωνα του Πλάτωνα υποστηρίζει ότι ήταν ο Λύσης και ο Ίππαρχος αυτοί που διέφυγαν και ότι ήταν ο Φιλόλαος αυτός που πήγε στη Θήβα για να κάνει προσφορές στον τάφο του Λύση.
[4] Πρόκειται για τον περίφημο σοφιστή. Ο Γοργίας επέστρεφε από την πρεσβευτική του αποστολή στην Ελλάδα κατά το 427 π.Χ.
[5] Επικεφαλής εκείνη την εποχή των πυθαγόρειων κοινοτήτων. Βλ. Ιάμβλιχος, ό.π., 266 κ.εξ.
[6] Το σημάδι αυτό μας το κάνει γνωστό ο Πλούταρχος σε μια άλλη του πραγματεία (Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρούμενων): τα είδωλα των πεθαμένων δεν ανοιγοκλείνουν τα μάτια και δε ρίχνουν σκιά. Φαίνεται πως για τους πυθαγόρειους οι ψυχές μετά το θάνατο διατηρούν κατά κάποιο τρόπο μια μορφή σωματική. Επιπλέον, το όνειρο γι’ αυτούς αποτελούσε μια εμπειρία αντικειμενική και πηγή αυθεντικής πληροφόρησης.
[7] Υπαινιγμός σε μια αρχαία πυθαγόρεια παράδοση, κατά την οποία ο προσωπικός δαίμονας και το ανθρώπινο άτομο διακρίνονται εντελώς μεταξύ τους, με αποτέλεσμα σε κάθε καινούργια γέννηση το άτομο να συνδέεται και με έναν άλλο δαίμονα. Και αντίστροφα: ένας δαίμονας μπορεί να προσκολληθεί σε άλλη ψυχή μετά το θάνατο του ατόμου που την έφερε.