Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΙΑΡΤΑΜΑΝΕΞΑΡΞΑΝΑΠΙΣΣΟΝΑΣΑΤΡΑ: μια πραγματική περσική φράση στον Αριστοφάνη;


ΙΑΡΤΑΜΑΝΕΞΑΡΞΑΝΑΠΙΣΣΟΝΑΣΑΤΡΑ

Στην κωμωδία του Αριστοφάνη Αχαρνείς, στον στίχο 100, ο Πέρσης απεσταλμένος του Μεγάλου Βασιλιά Ψευδαρτάβας [1] εκφέρει έναν ακατάληπτο στίχο που μέχρι σήμερα αποτελεί αντικείμενο διαφωνιών μεταξύ των ειδικών. Η γενικά κρατούσα άποψη είναι ότι πρόκειται για μια σειρά δίχως νόημα συλλαβών και φθόγγων που έχουν σκοπό απλώς να μιμηθούν τον ήχο της αρχαίας Περσικής, όπως ακουγόταν στην αντίληψη των Ελλήνων. [2] Ωστόσο η βελτίωση των γνώσεών μας για την αρχαία Περσική με την ανακάλυψη νέων επιγραφών τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει μια μερίδα φιλολόγων στην άποψη ότι ο στίχος αποτελεί πράγματι μια περσική φράση. Ο Αριστοφάνης πιθανότατα συμβουλεύτηκε κάποιον Πέρση στην Αθήνα ή κάποιον δούλο ή Έλληνα, ο οποίος είχε λόγους να γνωρίζει σε ένα βαθμό την Περσική (π.χ. να είναι έμπορος). Ότι μια ξένη γλώσσα για κωμικούς λόγους μπορούσε να εισαχθεί στην κωμωδία είναι φανερό και από το παράδειγμα του Λατίνου Πλαύτου, ο οποίος στην κωμωδία του Poenulus παρεμβάλλει μεταξύ των λατινικών του στίχων αποσπάσματα σε γνήσια φοινικική γλώσσα (καρχηδονιακή διάλεκτο). Σε ελληνιστική φάρσα που διατηρήθηκε αποσπασματικά σε πάπυρο (POxy 413) μια μάλλον φανταστική ινδική γλώσσα ομιλείται από κάποιους χαρακτήρες.

Ο Ψευδαρτάβας έχει κληθεί για να απαντήσει στην Εκκλησία του Δήμου αν ο Πέρσης βασιλιάς θα δώσει χρυσό στους Αθηναίους εναντίον των Λακεδαιμονίων. Τότε εκφέρει τα εξής λόγια, όπως παραδίδονται στα χειρόγραφα:
ιαρταμανεξαρξαναπισσονασατρα

Λίγο παρακάτω (στίχος 104) σε σπαστά Ελληνικά  ο Ψευδαρτάβας λέει:
οὐ λῆψι χρυσό, χαυνόπρωκτ’ Ἰαοναῦ (= οὐ λήψει χρυσόν, χαυνόπρωκτ’ Ἴων)
(Δεν θα πάρεις χρυσάφι, χαυνόπρωκτε Ίωνα = Αθηναίε).[3]

Είναι φανερό ότι η απάντηση του Βασιλιά είναι αρνητική: δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσει τους Αθηναίους εναντίον των Σπαρτιατών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χειρόγραφο του Αριστοφάνη, το πρωτότυπο όλων, είχε τον στίχο χωρίς χωρισμό λέξεων ή τόνους, αλλά σε ενωμένα κεφαλαία, όπως ήταν η πρακτική της κλασικής εποχής. Η διαίρεση σε λέξεις που βρίσκουμε σε μεσαιωνικά χειρόγραφα ή στις νεότερες κριτικές εκδόσεις είναι απλώς υποθέσεις των φιλολόγων ή των αντιγραφέων.

Σχετικά πρόσφατα ο ειδικός στη γλώσσα του Αριστοφάνη Andreas Willi παρουσίασε μια λεπτομερή και πειστική ανάλυση της φράσης, για την οποία πιστεύει ότι αντιπροσωπεύει πράγματι μια αρχαία Περσική φράση.[4] Συνοπτικά τα επιχειρήματά του και τα συμπεράσματά του είναι τα εξής:  

1) το αρχικό ι- αντιπροσωπεύει την περσική εκδοχή της αναφορικής αντωνυμίας  hi που χρησιμοποιείται και σε ρόλο άρθρου = «αυτός που», «ο». Θυμίζει στη χρήση την ελληνική δεικτική αντωνυμία / άρθρο ὁ, ἡ, τό στον Όμηρο.  

2) Το αρταμαν φαίνεται να αντιστοιχεί σε περσικό σύνθετο (a)rtamana που σημαίνει «ευμενής». To πρώτο συνθετικό το βρίσκουμε και στο όνομα Αρταξέρξης (Artašaça). Επίσης βρίσκουμε κύριο όνομα Αρταμένης σε ελληνικές πηγές.

3) Το εξάρξα αποτελεί απόδοση του ονόματος šayaršan = Ξέρξης με την προσθήκη ενός προθετικού φωνήεντος ε- για τη διευκόλυνση της προφοράς [πβ. από λατινικό stella = άστρο > γαλλικό étoile (<estoile) και καταλανικό estela]. O περσικός όρος σατράπης, ξατράπης αποδίδεται σε ελληνικές επιγραφικές πηγές και στον Θεόπομπο ως ἐξατράπης. Ομοίως στην ύστερη Βαβυλωνιακή (ašadrapanu = σατράπης), την Ελαμιτική (Ik-she-ir-ish-sha = Ξέρξης) και άλλες γλώσσες της περιοχής. Παρατηρούμε επίσης ότι ο Αριστοφάνης αποδίδει το /ε/ του συνήθους τύπου Ξέρξης με /α/ (= Εξαρξα). Σε πρώιμο στάδιο, μετά την εποχή του Δαρείου Α΄, η ακολουθία -aya- στην Περσική είχε συναιρεθεί σε α.[5]  Η κανονική απόδοση, λοιπόν, θα ήταν Ξάρξας, όπως στο αριστοφανικό Εξάρξα, αλλά κοντά στο επόμενο /ρ/ η προφορά μπορούσε να ανοίξει προς το /ε/ (æ), γεγονός εξηγεί τον συνήθη τύπο «Ξέρξης», καθώς και την αντιστοιχία του ελληνικού Πέρσης με το περσικό Parsa.

4) Το ναπισσ’ πρέπει να αντιπροσωπεύει γ΄ ενικό πρόσωπο παρελθοντικού χρόνου και να αντιστοιχεί σε περσικό τύπο niyapinθa ή nipinθa= έγραψε. Το n παραλείπεται, επειδή κάνει απλώς ένρινη την προφορά του προηγούμενου φωνήεντος (όπως στα γαλλικά, π.χ. ils sont = ilson),[6] ενώ το διπλό -σσ- προσπαθεί να αποδώσει το τριβόμενο περσικό /θ/ σε μια εποχή που το αττικό γράμμα Θ προφερόταν ακόμη ως δασύ th (περίπου τχ). Με όμοιο τρόπο ο Αριστοφάνης αποδίδει ορθογραφικά το λακωνικό Θ, που είχε πάρει ήδη την σημερινή τριβόμενη προφορά /θ/, με το γράμμα Σ. Π.χ. σιός = θεός.[7]

5) Το /ν/ του παραδομένου ονας ο Willi το ερμηνεύει ως απλό ορθογραφικό αντιγραφικό λάθος αντί του /υ/ και διορθώνει σε ουας (δηλαδή owas ή ovas), το οποίο παραλληλίζει με το περσικό avaθ(a) ή ovaθ(a) που σημαίνει «τάδε, τα εξής».

6) Τέλος το ατρα αντιστοιχεί σε επίρρημα atra που έχει τοπική ή χρονική σημασία ανάλογα με τα συμφραζόμενα (εδώ, τώρα, πού, όπου, ενταύθα). Ο τύπος atra/aθra αντιστοιχεί στην μηδική μορφή της ιρανικής και όχι την καθαυτό περσική,[8] όπου είναι aça. Έτσι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πηγή του Αριστοφάνη μιλούσε την μηδική και όχι την περσική διάλεκτο, αν και για τους Έλληνες η διάκριση δεν είχε σημασία, αφού Πέρσες και Μήδοι θεωρούνταν ένας λαός και οι Περσικοί Πόλεμοι ονομάζονταν και Μηδικοί. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες λέξεις που πέρασαν στην Ελληνική από την επαφή με τον ιρανικό πολιτισμό προέρχονται από την μηδική και όχι την περσική: οι τύποι σατράπης, Μίθρας, Βάκτρα είναι μηδικοί, αφού οι αντίστοιχοι περσικοί θα ήταν šaçapava, Miça, Baçiš. Ο Ηρόδοτος δίνει ως περσική λέξη για την σκύλα τον μηδικό τύπο spaka αντί για το περσικό saka.

Η τελική αποκατάσταση του Willi έχει ως εξής:
hi artamanešǣrša niyapinθ’ ovaθ’ aθra
εὐμενής Ξέρξης ἔγραψε τάδε ἐνταῦθα

Είναι φανερό ότι ο Ψευδαρτάβας έχει κάποιο έγγραφο στο χέρι του με γραπτές οδηγίες του Πέρση βασιλιά, μια συνήθεια που επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές για τους Πέρσες απεσταλμένους. Βλ. π.χ. Θουκ. 4.50.1-2, για ένα περιστατικό μόνο λίγους μήνες μετά την αριστοφανική παράσταση. Το κείμενο του Θουκυδίδη, όπως και ο περσικός στίχος του Αριστοφάνη, δείχνει ότι μπορούσε να βρει κανείς στην πολύβουη κοσμοπολίτικη Αθήνα ανθρώπους που μπορούσαν να μεταφράσουν ή και να μιλήσουν ανατολικές γλώσσες: θα επρόκειτο είτε για ανατολίτες εμπόρους στην Αθήνα ή για Έλληνες εμπόρους, τεχνίτες, καλλιτέχνες, μεταφραστές που είχαν οικονομικές ή άλλου είδους επαφές με την περσική Ανατολή.




[1] Το Ψευδαρτάβας είναι υβρίδιο από την ελληνική λέξη ψευδής και το τυπικό περσικό όνομα Αρτάβας (πβ. Αισχύλος, Πέρσες 318), το οποίο αποτελεί συντόμευση του Αρτάβανος.
[2] Οι αρχαίες ινδοϊρανικές διάλεκτοι είχαν συγχωνεύσει πολλές προγενέστερες διφθόγγους και φωνήεντα σε τρία βασικά: α,ε,ι. Αυτό είναι ολοφάνερο και στο κείμενό μας, όπου κυριαρχεί ιδιαίτερα ο φθόγγος /α/, ο οποίος πιθανότατα ήταν ό,τι χαρακτηριστικότερο άκουγαν οι Έλληνες στην περσική γλώσσα. Πβ. την κυριαρχία του φθόγγου /ι/ στη Νεοελληνική μετά τη συγχώνευση των ι, η, ει, οι, υ, υι, ῃ.
[3] Τα σπαστά Ελληνικά του Ψευδαρτάβα είναι άμεσα κατανοητά, σε αντίθεση με τον ακατάληπτο λόγο του στίχου 100, γεγονός που δείχνει ότι δεν πρόκειται για παρόμοιες περιπτώσεις.
[4] Α. Willi, “Old Persian in Athens Revisited”, Mnemosyne 57 2004, 657-681.
[5] Αντίθετα Darayavauš χωρίς συναίρεση > Δαρεῖος ή Δαρειαῖος (όχι Δαρέος ή Δαράος).
[6] Γι’ αυτό και στο στίχο 104 έχουμε τον τύπο χρυσό αντί χρυσόν.
[7] Δηλαδή η πραγματική προφορά του λακωνικού σιός στον Αριστοφάνη ήταν θyός με συνίζηση του /ιὀ/ > /yό/, ενώ η αττική προφορά ήταν περίπου /τχεός/.
[8] Μια άλλη μορφή της αρχαίας Ιρανικής ήταν η Αβεστική, στην οποία γράφτηκε η Αβέστα, το ιερό βιβλίο των οπαδών του Ζωροάστρη.