Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ. (του Michael Bishop)



[Tίτλος πρωτοτύπου: Michael Bishop, Rogue Tomato, 1976]

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ.
Όταν ο Φίλιπ K. ξύπνησε, ανακάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας είχε διογκωθεί από μια αρκετά καλά διαμορφωμένη, αμφίπλευρα συμμετρική, ανθρώπινη ύπαρξη σε ...ένα ολοστρόγγυλο και χωρίς μέλη πλανητικό σώμα που περιστρεφόταν γύρω από κάποιο γιγαντιαίο, αιθέριο κόκκινο αστέρι. Στην πραγματικότητα, από την απλή αίσθηση, από τη συνολική αύρα που προβαλλόταν στους σπόρους της συνείδησής του, ο Φίλιπ Κ. συμπέρανε ότι ήταν μια ντομάτα. Μια ντομάτα περίπου ίδιων διαστάσεων και μάζας με τον πλανήτη Άρη. Αυτό ήταν στα σίγουρα: μια ντομάτα ποικιλίας θερμοκηπίου. 
Περιστρεφόμενος σε κατακόρυφο άξονα που είχε κλίση επτά ή οκτώ μοίρες σε σχέση με την κάθετη γραμμή, ο Φίλιπ Κ. λιαζόταν στο άγριο φως του μακρινού κόκκινου γίγαντα. Ενώ λιαζόταν, όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν μπερδεμένος. Αυτό δεν του είχε συμβεί ποτέ πριν. Ήταν ένα νηφάλιο άτομο που δεν ήταν δοσμένο στο ποτό ή άλλες μορφές ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς και το ότι έπρεπε να μετατραπεί με συνοπτικές διαδικασίες σε μια ντομάτα στο μέγεθος του Άρη τού φάνηκε ως μια αυστηρή και άδικη αλλαγή. Γιατί αυτόν; Και πώς; «Τουλάχιστον», σκέφτηκε, «ξέρω ακόμα ποιος είμαι». Ακόμη κι αν με το σχήμα μιας τεράστιας ντομάτας γύριζε τώρα γύρω από έναν άγνωστο ήλιο, η συνείδησή του ήταν αυτή ενός ανθρώπου και μάλιστα του εαυτού του. «Είμαι ο Φίλιπ Κ. και με κάποιο τρόπο εξακολουθώ να αναπνέω και πρέπει να υπάρχει μια επιστημονική εξήγηση γι' αυτό» είναι μια ακριβής περίληψη των επόμενων αρκετών ωρών των διαδικασιών σκέψης του (μια ώρα μετριέται, φυσικά, ως ένα εικοστό τέταρτο της περιόδου περιστροφής του ίδιου του Φίλιπ K.).


ΟΣΟ ΖΩ ΚΑΙ ΑΝΑΠΝΕΩ
Αρκετές ημέρες του Φίλιπ Κ. πέρασαν. Ο μεταμορφωμένος ανακάλυψε ότι είχε μια υποφερτή ατμόσφαιρα, ένα τοπολογικό περίβλημα ή κρούστα (αν και για το δέρμα μιας ποικιλίας του Lycopersicon esculentum[1] που ήταν κάτοικος κενού η λέξη κρούστα δεν φαινόταν τελείως κατάλληλη) τουλάχιστον ένα μίλι παχύ, καθώς και καιρικές συνθήκες. Εισπνέοντας διοξείδιο του άνθρακα και εκπνέοντας οξυγόνο, ο Φίλιπ Κ. έκανε φωτοσύνθεση. Πρωινή δροσιά έτρεχε στις πιο τρυφερές καμπύλες του, όπως επίσης και απογευματινή δροσιά. Ορισμένες από αυτές τις σταγόνες είχαν μέγεθος ωκεανού. Σύννεφα σχηματίστηκαν πάνω από την ισημερινή περίμετρο του Φίλιπ Κ., που ξεφόρτωσαν τόνους και τόνους δροσιστικών βροχών. Οι άνεμοι που προέκυψαν από αυτά τα μετεωρολογικά φαινόμενα, αλλά και από τον δικό του αξονικό στροβιλισμό, φυσούσαν προς τα πίσω και προς τα εμπρός, προς τα πάνω και προς τα κάτω, επάνω από το τεντωμένο δέρμα του που ωρίμαζε. Ήταν καλό να είναι ζωντανός, ακόμη και σ’ αυτή την ενοχλητική μορφή. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα στρείδια του Πλάτωνα,[2] η ευχαρίστησή του δεν ήταν τυφλή. Ο Φίλιπ K. βίωνε τον άνεμο, τη βροχή, τη μνημειώδη περιστροφή τού εαυτού του, την εσωτερική άνθηση των χυμών του, τη γλυκύτητα της αναπνοής, και συλλογιζόταν για όλα αυτά τα πράγματα. Ήταν πολύ κακό που ήταν ακατοίκητος (αυτός ήταν ένας από τους συχνότερους συλλογισμούς του), ενώ παρήγε τόσο πολύ οξυγόνο. Ούτε υπήρχε μεγάλη ελπίδα άμεσου αποικισμού. Τα ανθρώπινα όντα δεν θα εξορμούσαν πολύ σύντομα στα αστέρια. Μόνο δύο χρόνια πριν από τη μεταμόρφωσή του, ο Φίλιπ Κ. ήταν εργαζόμενος αεροδιαστημικής στο Χιούστον του Τέξας, ο οποίος είχε απολυθεί και στη συνέχεια δεν μπορούσε να βρει άλλη απασχόληση. Στην πραγματικότητα, κατά τις τελευταίες τέσσερις ή πέντε εβδομάδες (πριν από τη μεταμόρφωσή του) ο Φίλιπ Κ. διατηρούσε τον εαυτό του ζωντανό με σούπα φτιαγμένη από ζεστό νερό και κουταλιές κέτσαπ. Ήταν -τώρα που το σκεφτόταν- μια ανακούφιση το να είναι ντομάτα. Ο Φίλιπ Κ. εισπνέοντας, εκπνέοντας, λειτουργώντας φωτοσυνθετικά, είχε την ευχάριστη υπαρξιακή ιδέα ότι είχε απαλλαγεί από τους μεσάζοντες.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΕΡΙΠΛΕΚΟΝΤΑΙ
Πολλοί μήνες του Φίλιπ Κ. πέρασαν. Καθώς λικνιζόταν γύρω από τον φλογερό κόκκινο γίγαντα, άρχισε να φοβάται ότι η τροχιά του έφθινε και ότι έπεφτε αναπόφευκτα, αδυσώπητα, στον φούρνο του άστρου του, για να βράσει εκεί πρόωρα. Πόσο μεγάλος είχε γίνει ο ήλιος του! Τελικά, προς το τέλος της πρώτης του χρονιάς ως πλανητική ντομάτα, ο Φίλιπ Κ. συνειδητοποίησε ότι η τροχιά του δεν έφθινε. Όχι, αντιθέτως ο ίδιος μεγάλωνε, παχαίνοντας, δημιουργώντας τον απεριόριστο χυμό της ζωής. Ωστόσο, καθώς η πορτοκαλοκόκκινη επιδερμίδα του περιείχε ένα απολύτως συνεχές στρώμα οπτικών κυττάρων, τα «μάτια» του (ή Το Μάτι Που Ήταν Ο Ίδιος -ανάλογα με το πώς επιθυμείτε να σκεφτείτε το ζήτημα) τον είχαν εξαπατήσει ώστε να πιστέψει το χειρότερο. Τι ευδαιμονία να ξέρει ότι είχε μεγαλώσει απλά στο μέγεθος του Ουρανού,[3] μετακινώντας έτσι τον οπτικό του «εξοπλισμό» πιο κοντά στον ήλιο. Η περισκοπική του όραση, παρά τα πολλαπλά πλεονεκτήματα που προσέφερε (όπως ταυτόχρονη αντίληψη του φωτός της ημέρας και του σκότους, παρατήρηση 360 μοιρών και την παρηγορητική ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου), θα μπορούσε μερικές φορές να αποτελέσει ένα ιδιαίτερο μειονέκτημα. Αλλά παρόλο που η τροχιά του δεν έφθινε, ακόμα παρέμενε ένας κίνδυνος. Πόσο περισσότερο θα μεγάλωνε; Ο Φίλιπ Κ. δεν είχε καμία επιθυμία να υποστεί ολική έκλειψη σ’ έναν ηλιακό φούρνο.

ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Περιστασιακά ο Φίλιπ Κ. σκεφτόταν και άλλα πράγματα, πέρα από την καταβύθιση στο άστρο του ή, όταν αυτή η ανησυχία ξεθώριασε, την ανωτερότητα της φυτικής ζωής. Σκεφτόταν Το Κορίτσι Που Είχε Αφήσει Πίσω Του, το οποίο πλησίαζε την εμμηνόπαυση και δεν ήταν του τύπου που οι άντρες ονομάζουν με ικανοποίηση «ντομάτα».[4] Στην πραγματικότητα Το Κορίτσι Που Είχε Αφήσει Πίσω Του τον είχε αφήσει εκείνο πολύ πριν υποστεί ο ίδιος την δική του σουρεαλιστική Αλλαγή Ζωής. «Α, Λυδία Π.», μουρμούριζε παρ' όλα αυτά από τον πλέον εσώτερο φρουτώδη πυρήνα του εαυτού του, και μετά ξανά: «Α, Λυδία Π.». Συγχώρεσε Το Κορίτσι Που Είχε Αφήσει Πίσω Του για το ότι τον εγκατέλειψε, μια εγκατάλειψη που ήρθε να τον χτυπήσει σκληρά πάνω στην απώλεια της δουλειάς του. Ο ίδιος την συγχώρεσε ...και απολάμβανε αδιάντροπες φαντασιώσεις, στις οποίες είτε η Λυδία Π. -στην χορεία των πρώτων διαστρικών αποίκων από τη Γη- προσγειωνόταν πάνω του, είτε, ο ίδιος συρρικνωμένος σε κανονικό μέγεθος ντομάτας, αιωρούνταν πάνω από το κοιμισμένο της πρόσωπο στο στενό διαμέρισμά της στο Χιούστον και προσέφερε τον εαυτό του σ’ εκείνη. Pomme d'amour. Ο Φίλιπ Κ. ανέσυρε τα λόγια αυτά από τις πνευματικές του αποθήκες λεπτολογίας και παρηγορούνταν με αυτά. Οι Γάλλοι, πιστεύοντας ότι ήταν αφροδισιακό, μ’ αυτό το όνομα αποκάλεσαν την ντομάτα, όταν εισήχθη για πρώτη φορά από τη Νότια Αμερική. Pomme d'amour. Το μήλο της αγάπης. Ο καρπός του Δέντρου της Γνώσης, ίσως. Αλλά ποια σχέση με νόημα θα μπορούσε να υπάρξει μεταξύ μιας γυναίκας από σάρκα και αίμα και μιας ντομάτας στο μέγεθος του Ουρανού; Όλο και συχνότερα ο Φίλιπ Κ. βίωνε μια ψευδαισθητική εμπειρία στην οποία η διαστρική άποικος Λυδία Π. έπεφτε στα γόνατά της κάπου νότια από το φυλλώδες στέλεχός του, βύθιζε τα μικροσκοπικά της δόντια στο ώριμο περίβλημά του και στη συνέχεια φώναζε με αδύναμες κραυγές από την απόλυτα έξοχη γεύση του. Το όραμα αυτό τόσο πολύ αποσυντόνιζε και ταλάνιζε τον Φίλιπ Κ. που για μέρες και μέρες στριφογύριζε χωρίς άλλη σκέψη, καμία άλλη ελπίδα, καμία άλλη επιθυμία.

ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ
Όταν δεν οραματιζόταν ευχαριστιακές φαντασιώσεις, στις οποίες η αγαπημένη του τον έτρωγε και τον έπινε, ο Φίλιπ Κ. σκεφτόταν σοβαρά το ζήτημα της ύπαρξής του. «Για ποιο λόγο μια ντομάτα;» ήταν ο τρόπος με τον οποίο διατύπωνε αυτή την ανησυχία. Θα μπορούσε εύκολα να είχε γίνει ένα ρουλεμάν, μια μπάλα μπιλιάρδου, μια μεταλλική σφαίρα, ένα μπαλόνι, ένα ιαπωνικό φαναράκι, μια σφαιρική πινιάτα, ένα καταδυτικό καμπανάκι. Αλλά κανένα από αυτά τα πράγματα δεν αναπνέει, κανένα δεν είναι ζωντανό. Τότε γιατί όχι ένα σταφύλι, ένα κεράσι, ένα πορτοκάλι, ένα πεπόνι, μια καρύδα, ένα καρπούζι; Όλα αυτά ήταν λίγο-πολύ στρογγυλά. Όλα ήταν λάτρεις του ήλιου, όλα μεγάλωναν, όλα περιείχαν τους ζωτικούς χυμούς και τα χυμώδη σάκχαρα της ζωής. Αλλά όποιος ή ό,τι είχε προκαλέσει αυτή τη μετατροπή -γιατί ο Φίλιπ Κ. θεωρούσε την αλλαγή του ως αποτέλεσμα παρέμβασης μιας διάνοιας και όχι ενός ατυχήματος ή κάποιας αυθόρμητης χημικής αναπροσαρμογής- δεν τον έκανε κανένα από αυτά τα αξιοθαύμαστα φρούτα. Τον είχαν κάνει ντομάτα. «Για ποιο λόγο μια ντομάτα;» Pomme d'amour. Το μήλο της αγάπης. Ο καρπός του Δέντρου της Γνώσης. Αχά! Ο Φίλιπ Κ., σε μια έκλαμψη διορατικότητας, κατανόησε ότι οι φαντασιώσεις του περί ερωτικής καταβρόχθισης που αφορούσαν τη Λυδία Π. είχαν κάποια διαβολική σχέση με την παρούσα κατάστασή του. Ένα σχέδιο του αποκαλύφθηκε και οι επιδέξιοι χειριστές του είχαν μπει στο κόπο να τον κάνουν να πιστεύει ότι οι λειτουργίες τής συνείδησής του λίγο-λίγο αποκάλυπταν αυτό το σχέδιο. Τι εποικοδομητική εξαπάτηση! Το κλειδί ήταν η έννοια του pomme d'amour. Είχε γίνει ντομάτα και όχι κάτι άλλο, επειδή η ντομάτα ήταν ο θρυλικός καρπός του Δέντρου της Γνώσης. (Δεν είχε σημασία ότι οι ντομάτες δεν αναπτύσσονται σε δέντρα.) Εξάλλου, όταν ήταν άνθρωπος, ο Φίλιπ Κ. είχε συζητήσεις με μέλη μιας αναπτυσσόμενης αίρεσης της Βόρειας Αμερικής που θεωρούσε ότι η βιβλική Εδέμ στην πραγματικότητα βρισκόταν στον Νέο Κόσμο. Λοιπόν, η ντομάτα ήταν γηγενής στην Νότια Αμερική (όχι πολύ μακριά από εκεί που αυτοί οι αιρετικοί τοποθετούσαν την Εδέμ, επιχειρηματολογώντας ότι βρισκόταν κάπου στα Οζάρκς [5]), και ο ίδιος, o Φίλιπ K., ήταν ένας νέος κόσμος. Αν και το θέμα παρέμενε ασαφές, μακρινό, κατακερματισμένο, άρχισε να αισθάνεται ότι βρισκόταν κοντά στο να επιλύσει το θέμα της προσωπικής του οντολογίας. «Για ποιο λόγο μια ντομάτα;» Σύντομα θα μάθαινε σίγουρα περισσότερα, θα είχε σίγουρα την απάντησή του...

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΤΗΣ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ
Κι ενώ είχε διανύσει ένα αρκετά μεγάλο μέρος του δεύτερου έτους της περιστροφής του γύρω από τον μακρινό κόκκινο γίγαντα,  ο Φίλιπ Κ. συμπέρανε ότι η ανάπτυξή του είχε σταματήσει. Είχε επιτύχει μια πλήρη αναζωογονητική ωριμότητα την οποία η περαιτέρω βροχή και ηλιοφάνεια δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να αυξήσουν. Μια καινούργια ανησυχία τον κυρίεψε. Σε τι θα μπορούσε τώρα  να ελπίζει; Θα άρχιζε να μελανιάζει ξεκινώντας να σαπίζει; Θα άρχιζε να σπάει, αναπτύσσοντας υγρές ουλές και πληγές και πεθαίνοντας στην αόρατη κληματσίδα της τροχιάς του;  Σίγουρα δεν είχε υποστεί την μεταμόρφωσή του  για χάρη ενός τόσο ατιμωτικού τέλους. Κι ωστόσο, καθώς  στριφογύριζε στο μαύρο βελούδο του εξώτερου διαστήματος, συλλαμβάνοντας  με μια περισκοπική ματιά το σύνολο του ουρανού και όσα αυτός περιέχει,  ήλιους,  νεφελώματα γαλαξίες,  σάκους με  κάρβουνα,  τα ασήμαντα σκουπίδια του κενού,  ο Φίλιπ Κ. δεν μπορούσε να σκεφτεί κανένα εναλλακτικό συμπέρασμα. Επρόκειτο να σαπίσει, αυτό ήταν όλο. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να γίνει το Δέντρο Της Γνώσης μόνο και μόνο για να σαπίσει;  Σκέφτηκε να αυτοκτονήσει. Θα μπορούσε να αποφασίσει το σταμάτημα του αξονικού του στροβιλισμού. Το ένα ημισφαίριό του τότε θα μαύριζε και θα έβραζε,  ενώ το άλλο θα αποκτούσε μια δαντέλα πάχνης και θα μετατρεπόταν σε πάγο μέχρι το βάθος του πυρήνα του.  Ή θα μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή του και να σταματήσει να φωτοσυνθέτει. Και οι δύο  προοπτικές ασκούσαν απείρως  μεγαλύτερη έλξη στον Φίλιπ Κ. από την προοπτική να γίνει ένα πυώδες δύσοσμο μπαλάκι.  Στο αποκορύφωμα,  λοιπόν, της φυσικής του ωριμότητας  αναλογιζόταν  διάφορες μεθόδους για να σκοτώσει τον εαυτό του,  μιας και ήταν τόσο μεγάλος και χυμώδης.  Με τέτοιο τρόπο η δική μας θνητότητα μάς οδηγεί στην απόλυτη επαλήθευσή της.

Η ΑΦΙΞΗ ΤΩΝ ΜΥΡΜΙΔΟΠΤΕΡΩΝ 
Εν μέσω αυτών των  νοσηρών προβληματισμών, μια θαυμάσια νύχτα-μέρα ή μέρα-νύχτα τα οπτικά κύτταρα του περιβλήματος του Φίλιπ Κ. του μετέδωσαν την πληροφορία (βλέπετε «οι σπόροι της συνείδησης» ήταν κάτι παραπάνω από μεταφορά) ότι τώρα εισέβαλλε στο ηλιακό του σύστημα από κάθε μέρος  του σύμπαντος ένα πλήθος σωμάτων που έμοιαζαν μεταλλικά. Τα είδε αυτά τα σώματα. Τα είδε να λάμπουν στο ασθενές φως του Μπαμπά (αυτό ήταν το όνομα που ο Φίλιπ Κ. είχε δώσει στον κόκκινο γίγαντα γύρω από τον οποίον περιστρεφόταν, καθώς του ήταν ταυτόχρονα βολικό και παρήγορο να τον σκέφτεται με  ανθρωπομορφικό τρόπο).  Ωστόσο αυτά τα σώματα ήταν τόσο μακριά, ώστε δεν είχε καμία πραγματική αντίληψη του σχήματος ή του μεγέθους τους. Τα περισσότερα από αυτά τα ξένα σώματα είχαν μετακινηθεί αρκετά εντός της απόστασης των κοντινότερων αστρικών γειτόνων του Μπαμπά, δηλαδή τρία άστρα τα οποία σχημάτιζαν ένα ισόπλευρο τρίγωνο με τον Μπαμπά περίπου στο κέντρο. Στην αρχή ο Φίλιπ Κ. θεώρησε ότι αυτοί οι εισβολείς ήταν αστρόπλοια και μουρμούρισε  «Λυδία, Λυδία» ξανά και ξανά, έως ότου  αντιλήφθηκε την γελοιότητα της συμπεριφοράς του.  Καμία εκστρατευτική δύναμη από τη γη δεν θα έστελνε τόσα πολλά σκάφη. Από τα βάθη της πανταχού παρούσας νύχτας τα μεταλλικά σώματα έπλευσαν προς το μέρος του πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά και άστραφταν ασημένια ή χρυσά,  λουσμένα στην χλωμή ακτινοβολία του Μπαμπά. Όταν πέρασαν οκτώ ή εννέα μέρες του Φίλιπ Κ., μπορούσε πια να δει τους εισβολείς αρκετά καλά, ώστε να είναι σε θέση να πει κάτι γι’ αυτούς. Κάθε σώμα είχε ένα ζευγάρι από καμπυλωτά φτερά που βρίσκονταν πάνω από την  κρεμάμενη άτρακτο/κορμό τους σαν ιστία, ιστία μεγάλα όσο και οι μεγαλύτεροι ουρανοξύστες της γης. Αυτά τα φτερά ήταν ασημένια ή χρυσά. Δεν φτερούγιζαν, αλλά αντίθετα άλλαζαν κλίση κάθε φορά που ήταν αναγκαίο να συλλάβουν και να  μετατρέψουν σε κίνηση τις ακτίνες του ήλιου. Το να βλέπεις αυτά τα λαμπρά όντα -διότι δεν ήταν κατασκευάσματα, αλλά ζωντανές οντότητες- να παρασύρονται από τους ασθενείς ανέμους του σύμπαντος ήταν όμορφο θέαμα. Το φθινόπωρο είχε φτάσει στο ηλιακό σύστημα του Φίλιπ Κ., χρυσό και ασημένιο, στιλβωμένο σφεντάμι και  μελωδικό χρώμιο. Και αυτά τα μεγάλα όντα έρχονταν από κάθε μεριά, τούτοι οι μεταλλικοί θεοί,  οι μονάρχες[6] με τα φτερά τους να γεμίζουν τη σφαίρα των ουρανών σαν πολύτιμα ελάσματα ή σφυρηλατημένα νομίσματα που  κατηφόριζαν. «Α!»,   μουρμούρισε ο Φίλιπ Κ.,  «Μυρμιδόπτερα».  Αυτό το όνομα εξερράγη μέσα του με τη δύναμη ενός μύθου που αναδύεται.  Μυρμιδόνες και λεπιδόπτερα συνδυασμένα.  Πραγματικά  οι τεράστιοι γαλήνιοι επισκέπτες του  φαίνονταν στον Φίλιπ Κ. να αποτελούν ακριβώς έναν τέτοιο απίθανο συνδυασμό.    

ΕΠΙΘΕΣΗ
Τελικά τα Μυρμιδόπτερα, ή το πρώτο κύμα τους, διείσδυσαν απαλά στην ατμόσφαιρα του Φίλιπ Κ. Τώρα τα μεγάλα ασημί ή χρυσά φτερά τους είτε χτυπούσαν είτε, για να διευκολύνουν την πτήση, απλώνονταν πάνω από τα ανοδικά ρεύματα της άνισα θερμής επιφάνειάς του. Τα Μυρμιδόπτερα, λοιπόν, κατήλθαν. Ο Φίλιπ Κ. ένιωσε ότι μεταλλικά ρινίσματα και χρυσή σκόνη είχαν βυθιστεί άγρια στο Μάτι Που Ήταν Ο Ίδιος, γιατί αυτοί οι εισβολείς σκοτείνιασαν τον ουρανό και επισκίασαν ακόμη και τον θυμωμένο παχύ Μπαμπά, έτσι ώστε να είναι ορατός μόνο ως κόκκινο φέγγος και όχι ως μνημειώδης κύκλος. Τα πάντα ήταν αιχμηρό φως, αντανακλώμενη λαμπρότητα, απροσδόκητη σύγχυση. Ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αυτής της εισβολής; Ο Φίλιπ Κ. κοίταξε ψηλά, γύρω-γύρω από τον εαυτό του, και μελέτησε την πτώση των Μυρμιδόπτερων. Όπως υπονοούσε το πρώτο μέρος του ονόματος που τους είχε δώσει, οι κορμοί ή οι άτρακτοί τους έμοιαζαν με μυρμήγκια. Μυρμήγκια της Φωτιάς, για την ακρίβεια. Στη Γη τέτοια μυρμήγκια ήταν ικανά να προκαλέσουν δηλητηριώδες τσίμπημα και αυτά τα αλλόκοτα πλάσματα είχαν στόματα, μοχθηρά σαγόνια, χρυσά ή ασημί (πάντα σε αντίθεση με το χρώμα των φτερών τους). Είχαν έρθει να τον καταβροχθίσουν; Θα αισθανόταν πόνο, αν άρχιζαν να τρώνε από αυτόν; «Όχι, φύγετε!», ήθελε να φωνάξει, αλλά μπορούσε μόνο να ανατριχιάσει και να εξαπολύσει μερικές αδύναμες επιδερμικές δονήσεις στο νότιο ημισφαίριό του. Δεν έλαβαν υπόψη τους τους σεισμούς. Τα Μυρμιδόπτερα, λοιπόν, κατήλθαν. Το σκοτάδι κάλυψε τον Φίλιπ Κ. από πόλο σε πόλο, γιατί έτσι έπραξαν τα Μυρμιδόπτερα. Και για πρώτη φορά στη ζωή του, είτε ως ντομάτα είτε ως άνθρωπος, ήταν τελείως τυφλός.

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΤΕΙΡΕΣΙΑ
            Από τη στιγμή που από φυσικής απόψεως έγινε αόμματος, ο Φίλιπ Κ.  ένιωσε ότι οι μεταφυσικές και πνευματικές του παρωπίδες είχαν εξαλειφθεί. Στην πραγματικότητα αυτό αποτελούσε μια ψευδαίσθηση, η οποία ενισχυόταν από την υποσυνείδητη εικόνα του Τυφλού Μάντη:  ο Τειρεσίας, ο Οιδίπους, ο Όμηρος και κάπως  λιγότερο βέβαια ο Τζον Μίλτον αποτελούσαν καλά παραδείγματα γι’ αυτή την αρχετυπική φιγούρα. Στην περίπτωση, ωστόσο, του Φίλιπ Κ. η ψευδαίσθηση της καινούργιας του ενόρασης υπερίσχυσε και  εξαφάνισε την αντιληπτική του ικανότητα. Μέσα στο σκοτάδι που ήταν τόσο πλατύ όσο ο ίδιος ο κόσμος του συνειδητοποίησε ότι αποτελούσε ηθικό του καθήκον να διατηρήσει την ζωή του, να αντισταθεί στην καταβρόχθισή του. «Σε τελική ανάλυση»,  είπε προς τον εαυτό του,  «σ’ αυτή τη νέα  ενσάρκωση, ή όπως αλλιώς κι αν θα μπορούσε κανείς να ονομάσει την κατάσταση της ύπαρξης ως ντομάτα,  θα μπορούσα να εμποδίσω την παγκόσμια πείνα για το ίδιο μου το είδος, με την προϋπόθεση ότι θα μπορούσα με κάποιο τρόπο  να υλοποιηθώ στο δικό μου ηλιακό σύστημα εντός μιας λογικής πυραυλικής απόστασης από τη γη». Οραματιζόταν αποστολές σκαφών από τη γη, εξορύξεις επάνω και κάτω από την επιφάνεια του, μεταφορές φορτίου του θρεπτικού του εαυτού μέσα σε ακάτους-ψυγεία στον κόσμο από τον οποίον προήλθε και τελικά την ένδοξη διανομή της ουσίας του ανάμεσα στους κατοίκους της Γης που υπέφεραν από ελλιπή διατροφή και πεινούσαν. Βεβαίως θα πέθαινε από αυτές τις διαρκείς καταστροφές, αλλά θα είχε την ικανοποίηση της αναγνώρισης του εαυτού του ως σωτήρα όλης της ανθρωπότητας. Επιπλέον σαν τον Όσιρη, τον Χριστό, τον Πράσινο Ιππότη[7] και άλλους εκπροσώπους της σωτηρίας και/ή της γονιμότητας, ενδεχομένως θα υφίστατο και Ανάσταση, ιδιαίτερα εάν κάποιος είχε την προνοητικότητα να φέρει και μπόλια πίσω στη γη μαζί με την σάρκα και το χυμό του. Όμως αυτά αποτελούσαν μάταιες εικασίες.  Ο Φίλιπ Κ. δεν αποτελούσε προφήτη, τυφλό ή άλλου τύπου, και τα Μυρμιδόπτερα, αδιάφορα, είχαν αρχίσει να τρων από αυτόν. «Αχ, Λυδία Π.», μουρμούρισε στα πρώτα, ταυτόχρονα, οργανωμένα δαγκώματα. «Αχ, ανθρωπότητα».

ΤΟ ΣΑΛΙΟ ΤΗΣ ΕΚΣΤΑΣΗΣ
Και έτσι ο Φίλιπ Κ. καταβροχθιζόταν. Τα Μυρμιδόπτερα,  με τα φτερά τους να αλληλεπικαλύπτονται πάνω από όλο το πλανητικού μεγέθους σώμα του,  συμποσιάζονταν. Τον κατασπάραζαν με ευαισθησία και δίχως πόνο. Στην πραγματικότητα, με αυξανόμενη έκπληξη, ο Φίλιπ Κ. συνειδητοποίησε ότι τα  τσιμπήματά τους, τα δαγκώματά τους, οι ζοφεροί μηχανισμοί των γνάθων τους  έχυναν μέσα του  όχι δηλητήριο, αλλά ένα είδος σάλιου, το οποίο παρείχε πολλά βολτ ρεύματος στα στοιχειώδη (από την περίοδο που ήταν άνθρωπος) κέντρα ευχαρίστησής του. Θεέ μου, ήταν απίστευτο!  Η ευχαρίστηση που αντλούσε από τη σταθερή καταβρόχθισή τους δεν είχε να κάνει τίποτα με οποιαδήποτε ευχαρίστηση είχε δοκιμάσει στη γη.  Δεν συνδεόταν με τίποτα ζωικό ή φυτικό,  λογικό ή παράλογο. Ας σημειωθεί και το εξής:  ο Φίλιπ Κ. μπορούσε να σκεφτεί πόσο καλά ένιωθε, χωρίς αυτό κατά κανένα τρόπο να ελαττώνει  την αποτελεσματικότητα της έκστασης που του προκαλούσαν  οι δαγκωνιές των Μυρμιδόπτερων. Στη συνέχεια, πολύ σύντομα, σταμάτησαν, αφού κατανάλωσαν μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα από το πορτοκαλοκόκκινο δέρμα του, μια διαδικασία που παρεμπιπτόντως διήρκησε έναν ολόκληρο μήνα για τον Φίλιπ Κ.,  μολονότι ο ίδιος, εξαιτίας της τυφλότητάς του, αδυνατούσε να προσδιορίσει  πόσο κράτησε. Ωστόσο μόλις οι καταβροχθιστές του  επέστρεψαν πετώντας στο κενό του διαστήματος,  επιτρέποντάς του σύντομες θεάσεις του Μπαμπά,  ορισμένων άστρων και των πιο λεπτεπίλεπτων σωμάτων των μυρμηγκιών-σκώρων, ένα άλλο κύμα Μυρμιδόπτερων προσήλθε από το κενό,  κάθισε στην κατεστραμμένη του επιφάνεια και ξεκίνησε να τρέφεται με ακόμη μεγαλύτερη απόλαυση και ηδονή. Αυτό συνεχίστηκε για χρόνια και χρόνια, με τα δύο κύματα των Μυρμιδόπτερων να εναλλάσσονται, ωσότου ο Φίλιπ Κ. μετατράπηκε για ακόμη μία φορά σε μια ντομάτα λίγο μεγαλύτερη από τον Άρη, κάπως λασπώδη και  σκοροφαγωμένη. Τι τον ένοιαζε;  Ο χρόνος δεν  σήμαινε πλέον τίποτα γι’ αυτόν,  ούτε καν ο φόβος του θανάτου.  Εάν ήταν να πεθάνει, θα ήταν το θέλημα πλασμάτων των οποίων λάτρευε τα μεταλλικά φτερά, τα σαγόνια τους τα καλωσόριζε και αδημονούσε για το ίδιο τους το φτύσιμο, όχι όμως με τον τρόπο του εθισμένου, αλλά με τον τρόπο που ο αφοσιωμένος πιστός αδημονεί να κοινωνήσει τον οίνο και τον άρτο. Έτσι, μολονότι πέρασαν δεκαετίες, ο Φίλιπ Κ. τις άφησε να φύγουν.   

ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ
Από πού ήρθαν τα Μυρμιδόπτερα; Τι ήταν; Αυτά ήταν τα ερωτήματα που ο Φίλιπ Κ. αναλογιζόταν ακόμα και εν μέσω της άφατης ευδαιμονίας του. Καθώς καταβροχθιζόταν, η συνείδησή του έγινε οξύτερη, με μεγαλύτερη επίγνωση, σχεδόν αλλόκοτη στην προβολή των συμπερασμάτων της. Και βρήκε μιαν απάντηση. Για το πρώτο ερώτημα, τουλάχιστον. Τα Μυρμιδόπτερα ήρθαν από κάπου πέρα από τον μεταφορικό ορίζοντα του σύμπαντος, πάνω από την έσχατη καμπυλότητα μέσω της οποίας ο χώρος λυγίζει πίσω προς στον εαυτό του. Ο Φίλιπ Κ. καταλάβαινε ότι εδώ υπήρχε ένα παράδοξο, ίσως μάλιστα μια ομίχλη που τα λόγια, οι αριθμοί και τα ιδεογράμματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να διαλύσουν σε μια εξήγηση ανάλογη με την ευδιάκριτη πραγματικότητα. Δεν πειράζει. Τα Μυρμιδόπτερα φαίνονταν να πλησιάζουν τον Φίλιπ Κ. από κάθε κατεύθυνση, από κάθε νοητό σημείο του πληρώματος. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικό.  Συμβόλιζε την ανεξαρτησία αυτών των πλασμάτων από το χωροχρονικό συνεχές στο οποίο ανήκει το φυσικό μας σύμπαν. «Ναι», παραδέχτηκε στον εαυτό του ο Φίλιπ Κ., «λειτουργούν στο φυσικό σύμπαν, έχουν ακόμη και φυσικές ανάγκες να εκπληρώσουν, όπως καταδεικνύεται από το ότι με καταβροχθίζουν, αλλά ανήκουν στις Εξώτερες Περιοχές της Δημιουργίας, σε έναν μη υπαρκτό τόπο, όπου έχουν μια αιθέρια ύπαρξη την οποία το δικό μας συνεχές (στο οποίο πρέπει μερικές φορές να εξορμήσουν) πάντα διαβρώνει».  Πώς το γνώριζε αυτό ο Φίλιπ Κ.; Το ήξερε. Τα Μυρμιδόπτερα έτρωγαν. Επομένως, ήξερε.

ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ
Στη συνέχεια σταμάτησαν εντελώς να τρέφονται. Ένα κύμα των πλασμάτων ανυψώθηκε από το φαγωμένο σώμα του, αποσπάστηκε αβίαστα από την βαρυτική επιρροή του και διασκορπίστηκε στα έσχατα όρια της νύχτας. Χρυσό και ασήμι, ασήμι και χρυσό -μέχρις ότου ο Φίλιπ Κ. δεν μπορούσε πλέον να τα δει. Πόσο γρήγορα εξαφανίστηκαν! Πιο γρήγορα από όσο θα πίστευε ότι είναι δυνατό. Σε μια στιγμή έφυγαν. Από το δεύτερο κύμα των Μυρμιδόπτερων, το οποίο αναμενόταν τότε να κατέβει, παρέμειναν μόνο δώδεκα, που αιωρούνταν σε διάφορα σημεία από πάνω του, στο εξώτερο διάστημα. Τα είδε καθαρά, γιατί τα οπτικά κύτταρά του, όπως κατάλαβε, συνέχονταν τώρα με ολόκληρη την ύπαρξή του, όχι μόνο με την εδώ και καιρό καταβροχθισμένη αρχική του επιφάνεια -ένα ευεργέτημα που χρωστούσε στο θαυματουργό σάλιο των φιλοξενούμενών του και στη φροντίδα τους για την αργή μύησή του στο Μυστήριο. Αυτοί οι δώδεκα αρχάγγελοι άρχισαν να δίνουν κλίση στις φτερούγες τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποσπάσουν τον Φίλιπ Κ. από την τροχιά του γύρω από τον επιθετικά επεκτεινόμενο Μπαμπά. «Ο Μπαμπάς θα καταρρεύσει», είπε στον εαυτό του, «πρόκειται να περάσει μια σειρά από καταρρεύσεις, που όλες τους θα είναι τόσο ξαφνικές, ώστε να είναι σχεδόν ταυτόχρονες». (Πάλι ο Φίλιπ Κ. ήξερε, απλά ήξερε.) Καθώς τον μετακινούσαν όλο και μακρύτερα, με μια μυστηριώδη τεχνολογία, της οποίας το μυστικό διαισθανόταν μόνο αμυδρά, τα Μυρμιδόπτερα χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα φτερά τους για να ανακλούν τις θερμαντικές ακτίνες τού γιγάντιου άστρου πάνω σε κάθε ίντσα της επιφάνειας του Φίλιπ Κ. Δεν θα τον άφηναν να σκάσει, ούτε θα τον άφηναν να παγώσει. Ο Φίλιπ Κ. (συγ)κινήθηκε[8] με περισσότερες από μία έννοιες της λέξης. Αλλά σε τι θα τους ωφελούσαν αυτές οι τακτικές απελπισίας; Αν ο Μπαμπάς γινόταν νόβα,[9] τελικά εκρήγνυτο και εξαπέλυε τα σκουριασμένα στοιχεία που είχε κατασκευάσει στο φούρνο του των εκατό δισεκατομμυρίων βαθμών, κανένας τους δεν θα γλίτωνε, ούτε ο ίδιος, ούτε τα δώδεκα πνεύματα-φύλακες που τον κινούσαν με ελιγμούς ολοένα προς τα έξω. Είχε επιβιώσει από την σήψη και η σάρκα του αποκαταστάθηκε όπως του Όσιρη (γιατί ο Φίλιπ Κ. ήταν και πάλι ολόκληρος, αν και ακόμα περίπου στο μέγεθος του Άρη), μόνο και μόνο για να εξατμιστεί αστραπιαία ή, αν επιζούσε από αυτό, να ανατιναχτεί σαν πελτές από τα σκασμένα θραύσματα του Μπαμπά; Όχι. Τα Μυρμιδόπτερα δεν θα το επέτρεπαν, σίγουρα δεν θα το άφηναν να συμβεί.

NOVA EXPRESS
Ο Μπαμπά εξερράγη. Όμως, λίγο πριν ο παλαιός και με πολλούς τρόπους αγαπημένος αστέρας του Φίλιπ Κ. βομβαρδίσει τον ίδιο και τους συνοδούς του με θανατηφόρα ακτινοβολία ή με θανατηφόρα συντρίμμια, τα Μυρμιδόπτερα γλίστρησαν ελεύθερα από τον Φίλιπ Κ. και τοποθέτησαν τον εαυτό τους σε ένα δακτύλιο σαν άλω πάνω από τον βόρειο πόλο του (αυτόν με το στέλεχος). Στη συνέχεια έκλιναν τα φτερά τους και με την διαθλασμένη ενέργεια τόσο του μαινόμενου ηλιακού ανέμου όσο και της δικής τους δύναμης έσπρωξαν τον Φίλιπ K. σε μια αόρατη υποδοχή στο χώρο. Πριν όμως εξαφανιστεί σ’ αυτήν εντελώς, κοίταξε πίσω του και είδε τους δώδεκα αρχάγγελους να ξεδιπλώνουν πλατιά τα εκτυφλωτικά φτερά τους και να εξαφανίζονται. Στο φυσικό σύμπαν μας, τουλάχιστον. Στη συνέχεια, ο ίδιος ο Φίλιπ K. βρέθηκε σε κάποιο άλλο συνεχές, σε μια άλλη πραγματικότητα, και μπορούσε να αισθανθεί τον εαυτό να πέφτει μέσα από αυτή σαν ένα μεγάλο νευτώνειο Μήλο της Αγάπης. Αμέσως μετά την εξαφάνιση των δώδεκα Μυρμιδόπτερων, ο Μπαμπάς εξερράγη. Και ο Φίλιπ Κ., ακόμη και στη νέα του πραγματικότητα, προωθούνταν εν μέρει από την κολοσσιαία δόνηση που προκλήθηκε από αυτό το γεγονός. Είχε εξασφαλίσει, με σημαντική βοήθεια, ένα ταξίδι με το Nova Express. Αλλά για πού, αναρωτιόταν, και γιατί;

ΕΙΔΙΚΑ ΕΦΕ
Κατά τη μετάβαση μεταξύ του ηλιακού συστήματος του νεκρού κόκκινου γίγαντά του και του μέρους που συνέβαινε να κατευθύνεται τώρα, ο Φίλιπ Κ. είδε - ανάμεσα σε άλλα θεάματα- ρεύματα χρωμάτων. Χρώματα, φώτα, επιμήκη άστρα. Φλογερές μυρωδιές, φλεγόμενους καμπανιστούς ήχους, ρυτιδώσεις υδάτων, φύλλα αισθησιακού χρόνου. Αυτός ο κατάλογος δεν έχει νόημα, ή ελάχιστο νόημα, εκφρασμένος με γλωσσικούς όρους. Λοιπόν, φανταστείτε οποιαδήποτε μη λεκτική εμπειρία που περιλαμβάνει εκείνες τις αισθήσεις, με τις οποίες μπορεί πράγματι να γίνει κατανοητός αυτός ο κατάλογος. Προβολές φωτός, μουσική Moog[10] και κινηματογραφικά ειδικά εφέ αποτελούν καλές αφετηρίες. Μη ζητάτε να είμαι πιο συγκεκριμένος, παρόλο που θα μπορούσα. Ο υπαινιγμός σε άλλα έργα, σε άλλα μέσα, είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα επικίνδυνο εγχείρημα και θα κάνετε καλά να ασκήσετε τις δικές σας φαντασιακές δυνάμεις, δημιουργώντας μια νοητική εικόνα της άπειρης πραγματικότητας μέσω της οποίας βυθιζόταν ο Φίλιπ Κ. Αποκαλέστε την λεωφόρο πέρα από μια αστροπύλη. Αποκαλέστε την εσωτερικό μιας χρονο-θραυσματικής χοάνης.[11] Ονομάστε την αινιγματικό υποκειμενικό πηγάδι στο οποίο μπορεί κανείς να εισέλθει μέσω μιας μαύρης τρύπας. Αποκαλέστε την υπο-, παρα-, στρεβλο-, αντι-, εναντιο-, ή ακόμα και αυτο-χώρο. Πολλοί το κάνουν. Η ονοματολογία, όμως, δεν θα μπορούσε να προσδιορίσει σωστά την ίδια την άπειρη πραγματικότητα, εκείνη στην οποία ο Φίλιπ K. ανακάλυψε ότι κατανόησε το Μυστήριο που τα Μυρμιδόπτερα τον προόριζαν, ως ντομάτα, να κατανοήσει στο σύνολό του. Διότι καθώς έπεφτε ή προωθούνταν ή απλώς παρέμενε στάσιμος, ενώ το νέο συνεχές βρυχάτο έντονα περνώντας πλάι του, βυθίστηκε στην ίδια άφατη ευχαρίστηση που ένιωθε κατά τη διάρκεια των πολλών δαγκωμάτων των χρυσών και αργυρών μυρμηγκιών-σκώρων. Ταυτόχρονα, έφτασε να καταλάβει (1) την ταυτότητα αυτών των όντων, (2) τον προορισμό του, (3) τη φύση της αποστολής του, και (4) το ένδοξο και τρομερό νόημα της παράξενης μεταμόρφωσής του. Όλα έγιναν πραγματικά ξεκάθαρα γι 'αυτόν, τα πάντα. Και αυτή τη φορά η φώτισή του δεν ήταν ψευδαίσθηση, ούτε μεταφυσική αυταπάτη όπως το Σύνδρομο του Τειρεσία. Γιατί, καθώς βλέπετε, ο Φίλιπ Κ. εξελίχθηκε πέρα από τον εαυτό του, πέρα από την ψευδαίσθηση, πέρα από τα δεσμά του χωροχρόνου -πραγματικά πέρα από τα πάντα, εκτός από την στρεβλή ύπαρξή του ως γιγάντια ντομάτα.

ΤΙ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕ Ο ΦΙΛΙΠ K.
Μολονότι πρέπει κανείς να θυμάται ότι η γνωσιακή του εξέλιξη ξεκίνησε με το πρώτο γεύμα των μυρμηγκιών-σκώρων, αυτό είναι που ανακάλυψε ο Φίλιπ Κ. κατά τη μετάβαση ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες: δεν ήταν με το να φάει κανείς από τον καρπό του Δέντρου της Γνώσης που αποκτά την παντογνωσία και τη λεπτή έκσταση των θεών, αλλά, αντίθετα, με το να γίνει καρπός ο ίδιος, στη μορφή ενός έμφρονος, εξελισσόμενου κόσμου, και στη συνέχεια, με το να φαγωθεί  από τα φτερωτά σαν σεραφείμ, μακαρίως ασημένια, μεσσιανικώς χρυσά Μυρμιδόπτερα. Φυσικά, αυτά ήταν οι ένσαρκοι (τρόπος του λέγειν) αληθινοί αγγελιοφόροι της υπέρτατης θεότητας του σύμπαντος. Κάποιος σώζεται με το να καταναλωθεί, κι έτσι αποθεώνεται και ανυψώνεται στο Ωμέγα της εξελικτικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Αυτή ήταν η μοίρα της ανθρωπότητας και εκείνος, ο Φίλιπ Κ., μέχρι πριν από λίγο καιρό - σε μια απόλυτη, εξωσυμπαντική κλίμακα - ένας ασήμαντος άνθρωπος με λίγες ικανότητες και μικρά μέσα, είχε επιλεγεί από τα Μυρμιδόπτερα για να αποκαλύψει στις αγωνιζόμενες μάζες του είδος του το αναπόφευκτο πεπρωμένο τους.
Ο Φίλιπ Κ. ήταν πάλι βαθιά συγκινημένος, οι ουρανοί τραγουδούσαν γι' αυτόν και αντηχούσαν με ωσαννά, όλη η δημιουργία φαινόταν να ανοίγει για χάρη του σαν πορφυρό μπουμπούκι. Έπειτα, ο Φίλιπ Κ., γεμάτος με ζωηρό δέος και τον δικό του διαπεραστικά γλυκό ιχώρα, επανήλθε στο φυσικό μας σύμπαν στην άμεση γειτονιά της Γης (αιχμαλωτίζοντας παρεμπιπτόντως το φεγγάρι από τον νόμιμο ιδιοκτήτη του). Κατόπιν κάθισε στον ουρανό μιας έκπληκτης Βόρειας Αμερικής, σαν να ήταν πάντα εκεί. Εκατομμύρια πέθαναν ως αποτέλεσμα των παλιρροϊκών αναταραχών που δυστυχώς προκάλεσε, αλλά αυτό συμπεριλαμβανόταν εξολοκλήρου στο σχέδιο του εξελικτικού παιχνιδιού της ύψιστης θεότητας, και ο Φίλιπ Κ. αισθάνθηκε περισσότερο μια ανάταση παρά τύψεις. (Αναρωτήθηκε για λίγο αν το Χιούστον είχε πλημμυρίσει και αν η Λυδία Π. είχε πνιγεί.) Ήταν μια στρεβλή ντομάτα, ναι, αλλά δεν ήταν αγγελιαφόρος καταστροφής. Ήταν ο αγγελιαφόρος του Νέου Ευαγγελισμού και είχε έρθει να ενημερώσει τον λαό του. Αιωρούμενος τριακόσια πενήντα χιλιάδες μίλια από τη Γη, δεν είχε ιδέα πώς θα παραδώσει αυτό το μήνυμα, την είδηση ότι ο κύκλος της άγνοιας, της γνώσης και της έσχατης κατανόησης ήταν έτοιμος να ολοκληρώσει τον πρώτο γύρο του. Καμιά ιδέα. Καθόλου. Εντελώς.
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Αλλά, όπως λέει κι η παροιμία, κάτι θα σκεφτόταν.

[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2017]



[1] Επιστημονική ονομασία της ντομάτας.
[2] Αναφορά στο γεγονός ότι ο Πλάτων (Φαίδρος) παρομοιάζει τη σχέση ψυχής-σώματος με τη σχέση στρειδιού-κελύφους. Το σώμα-κέλυφος εμποδίζει την ψυχή-στρείδι να απολαύσει το θέαμα του κόσμου των ιδεών.
[3] Εννοεί τον πλανήτη Ουρανό, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος από τον Άρη.
[4] Λαϊκή έκφραση που υπονοεί μια χυμώδη, προκλητική γυναίκα.
[5] Βουνά της Αμερικής.
[6] Εννοεί ένα είδος πεταλούδας.
[7] Υπονοεί τον αγγλικό μεσαιωνικό θρύλο του Green Knight στο βιβλίο του 14ου αιώνα Sir Gawain and the Green Knight.
[8] Το ρήμα move στα αγγλικά σημαίνει και «κινώ» και «συγκινώ».
[9] Αστέρι που εκρήγνυται, όταν τελειώσουν τα καύσιμά του. Στα ελληνικά «καινοφανής αστέρας».
[10] Είδος συνθεσάιζερ.
[11] Στο πρωτότυπο chrono-synclastic infundibulum, ένας όρος-επινόηση του  Kurt Vonnegut. Υπονοεί ένα είδος μη γραμμικής πραγματικότητας, στην οποία κανείς παύει να έχει συνεχή ύπαρξη και μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα σε διάφορα σημεία και σε διαφορετικούς χρόνους.