Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

HOMERO ARIDJIS, ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Είπε: "Όλα συμβαίνουν το Σάββατο:
η γέννηση, ο θάνατος,
ο γάμος των παιδιών στον αέρα.
Το δέρμα σου, το δέρμα μου ήρθε το Σάββατο.
Είμαστε και οι δύο μας η αύρα, η σκιά εκείνης της μέρας".

Είπε: "Αν ο πατέρας σου πεθάνει,
πάω να πεθάνω κι εγώ.
Είναι μόνο θέμα Σαββάτου.
Κάποιο πρωί τα πουλιά
που αγάπησα και φρόντισα θα έρθουν για μένα".

Ήταν μαζί μου. Στην αρχή μου.
Ήμουν μαζί της όταν πέθανε, όταν γεννήθηκε.
Ο κύκλος έκλεισε. Και δεν ξέρω
πότε γεννήθηκε, πότε θα πεθάνω εγώ.
Του ομφαλού η ακτίνα μάς ένωσε για λίγο.


Επάνω από την τσιμεντένια πόλη υψώνεται η ημέρα.
Από κάτω στέκει το θαύμα του χρόνου.
Έχεις κλείσει τα μάτια σου, εντός μου τα έχεις ανοίξει.
Το πρόσωπό σου, μητέρα, είναι όλο δικό σου, σήμερα που αφήνεις τη ζωή.
Τον θάνατο, που τον γνώριζα ως όνομα, τον μαθαίνω στο σώμα σου.

Οπουδήποτε πάω, βρίσκω το πρόσωπό σου.
Όταν μιλώ, όταν κινούμαι είμαι μαζί σου.
Ο δρόμος της ζωής σου κατέχει πολλά σώματά μου.
Μαζί, μητέρα, θα είμαστε πολύ μακριά.
Το φεγγάρι μας χώρισε από τον καθρέφτη.

Οι μνήμες μου συμπλέκονται με τις δικές σου.
Πεσμένες για πάντα, τίποτα πια δεν τις ρίχνει.
Τίποτα δεν τις δημιουργεί, ούτε τις αφανίζει.
Τη θέρμη σου νιώθοντας, βυθίζομαι στο κρύο σου.
Η μνήμη μου είναι από πέτρα.

Μιλώ μοναχός μου και γίνεται μεγάλη σιγή.
Σου γυρίζω την πλάτη, αλλά σε κοιτώ.
Οι λέξεις με φέρνουν από σένα σ’ εμένα κι από μένα σ’ εσένα
και δεν μπορώ να τις σταματήσω. Αυτή είναι η ποίηση, λένε,
μα είναι συνάμα κι ο θάνατος.

Σμιλεύω με λόγια τη στήλη σου.
Την αγάπη μου με μελάνι τη γράφω.
Μου έδωσες τη φωνή, την ανοίγω μόνο στον άνεμο.
Εσύ κοιμάσαι κι εγώ ονειρεύομαι.
Ονειρεύομαι πως είσαι εκεί,
πίσω απ’ τις λέξεις.

Σε βλέπω να μου δίνεις χρήματα για βιβλία,
αλλά μαζί και τροφή.
Γιατί σε τούτο τον κόσμο, λένε,
οι στίχοι είναι όμορφοι,
αλλά και τα φρούτα.

Ένας άνθρωπος περπατάει στο δρόμο.
Μια γυναίκα έρχεται. Μια κοπέλα φεύγει.
Σκιές και θόρυβοι που σε περιβάλλουν
δίχως να τους ακούς, σαν να συνέβησαν
σ’ έναν άλλο κόσμο, τον δικό μας.

Σε θεραπεύουν από το θάνατο και δεν σε σώζουν από αυτόν.
Έχει εγκατασταθεί στη σάρκα σου και δεν μπορούν να τον βγάλουν,
δίχως να σε σκοτώσει. Αλλά εσύ υψώνεσαι, νεκρή,
πάνω από σένα και με κοιτάς από το παρελθόν μου,
άθικτη.

Μεγάλο παράθυρο που επιτρέπει στην τσιμεντένια πόλη να εισέλθει
στο δωμάτιό σου.
Μεγάλο παράθυρο της ημέρας που επιτρέπει στον ήλιο
  να εμφανίζεται στο κρεβάτι σου.
Και μόνο εσύ, μέσα στην τόση θερμότητα, είσαι ψυχρή.
Ακριβώς όπως περάσαν τα χρόνια  κι ο θάνατος πέρασε.
Και κάθε μέρα φτιάχνουμε του εαυτού μας φαντάσματα.
Μέχρι που ένα απόγευμα, σήμερα, όλα διαλύονται
και κοιτώντας τους δρόμους που πήραμε
γινόμαστε τα δικά μας απόβλητα.

Καθισμένος στο πλάι σου, βλέπω το σώμα σου πιο μακριά. 
Χαϊδεύοντας το χέρι σου, αισθάνομαι μεγαλύτερη την απόστασή σου.
Σε κοιτώ όλη την ώρα και δεν μπορώ να σε φτάσω.
Για να φτάσω σ’ εσένα πρέπει να διασχίσω πετώντας αβύσσους.
Ακίνητη σε βλέπω να φεύγεις, εδώ παραμένω.

Ο διάδρομος όπου βαδίζω περνά μέσα από τοίχους,
περνά πόρτες, περνά πατώματα,
φτάνει στον πυθμένα της γης,
όπου με συναντώ, ζωντανό,
στην αρχή του εαυτού μου εντός σου.

Αριθμοί σε κάθε πόρτα και η ύπαρξή σου χάνει τα χρόνια.
Το σώμα σου σ’ αυτό το κρεβάτι δίχως ημερολόγιο ήδη .
Θα παραμένεις σταθερή σε μια ηλικία και έτσι θα περνούν οι αιώνες.
Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου, στις τρεις το απόγευμα.
Μια ακόμη μέρα, λίγα λεπτά λιγότερο.

Στον θάνατό σου ξανάνιωσες,
επέστρεψες στο πλέον παλιό πρόσωπό σου.
Ο χρόνος γύρισε προς τα πίσω
για να σε βρω νεαρή. Δεν είναι βέβαιο πως φεύγεις.
Ποτέ δεν έχω μιλήσει τόσο μαζί σου.

Ένας μετά το άλλο αναχωρούν οι νεκροί, μάζα λευκή,
στην καθαρή μέρα.
Απ’ το δρόμο έρχονται ντυμένοι με πράσινο.
Περνάνε μπροστά μου και με διαπερνούν. Εγώ τους μιλώ.
Εσύ επιστρέφεις.

Βήματα λυπημένα ανθρώπων που πηγαίνουν στην τελετή του θανάτου,
περπατώντας δίχως να πατάνε τις πέτρες
των δρόμων του Κοντεπέκ,
με το φέρετρό σου για το νεκροταφείο.

Το είπες μια μέρα:
όλα συμβαίνουν το Σάββατο:
ο θάνατος, η γέννηση.
Στο σώμα σου, μητέρα, μνημονεύεται ο χρόνος.
Η μνήμη μου είναι από πέτρα.

ASOMBRO DEL TIEMPO
Ella lo dijo: Todo sucede en sábado:
el nacimiento, la muerte,
la boda en el aire de los hijos.
Tu piel, mi piel llegó en sábado.
Somos los dos la aurora, la sombra de ese día.

Ella lo dijo: Si tu padre muere,
yo también voy a morir.
Sólo es cosa de sábados.
Cualquier mañana los pájaros
que amé y cuidé van a venir por mí.

Ella estuvo conmigo. En mi comienzo.
Yo estuve con ella cuando murió, cuando nació. 
Se cerró el círculo. Y no sé
cuándo nació ella, cuándo morí yo.
El rayo umbilical nos dio la vuelta.

Sobre la ciudad de cemento se alza el día.
Abajo queda el asombro del tiempo.
Has cerrado los ojos, en mí los has abierto.
Tu cara, madre, es toda tu cara, hoy que dejas la vida. 
La muerte, que conocía de nombre, la conozco en
 tu cuerpo.

Dondequiera que voy me encuentro con tu rostro. 
Al hablar, al moverme estoy contigo.
El camino de tu vida tiene muchos cuerpos míos. 
Juntos, madre, estaremos lejanos.
Nos separó la luna del espejo.

Mis recuerdos se enredan con los tuyos.  Tumbados para siempre, ya nada los tumba.
Nada los hace ni deshace.  Palpando tu calor, ya calo tu frío. 
Mi memoria es de piedra.

Hablo a solas y hace mucho silencio.
Te doy la espalda pero te estoy mirando.
Las palabras me llevan de ti a mí y de mí a ti
y no puedo pararlas. Esto es poesía, dicen, 
pero es también la muerte.

Yo labro con palabras tu estela.
Escribo mi amor con tinta.
Tú me diste la voz, yo sólo la abro al viento.  Tú duermes y yo sueño. Sueño que estás allí, 
detrás de las palabras.

Te veo darme dinero para libros, 
pero también comida.
Porque en este mundo, dicen,
son hermosos los versos,
pero también los frutos.

Un hombre camina por la calle.
Una mujer viene. Una niña se va. 
Sombras y ruidos que te cercan
sin que tú los oigas, como si sucedieran 
en otro mundo, el nuestro.

Te curan de la muerte y no te salvan de ella.
Se ha metido en tu carne y no pueden sacarla,
sin matarte. Pero tú te levantas, muerta,
por encima de ti y me miras desde el pasado mío, 
intacta.

Ventana grande que deja entrar a tu cuarto la ciudad 
 de cemento.
Ventana grande del día que permite que el sol se 
 asome a tu cama.
Y tú, entre tanto calor, tú sola tienes frío.
Así como se hacen años se hace muerte.
Y cada día nos hacemos fantasmas de nosotros. 
Hasta que una tarde, hoy, todo se nos deshace
y viendo los caminos que hemos hecho
somos nuestros desechos.

Sentado junto a ti, veo más lejos tu cuerpo.  Acariciándote el brazo, siento más tu distancia. 
Todo el tiempo te miro y no te alcanzo.
Para llegar a ti hay que volar abismos.
Inmóvil te veo partir, aquí me quedo.

El corredor por el que ando atraviesa paredes, 
pasa puertas, pasa pisos,
llega al fondo de la tierra,
donde me encuentro, vivo,
en el comienzo de mí mismo en ti.

Números en cada puerta y tu ser pierde los años.  Tu cuerpo en esa cama ya sin calendarios.  Quedarás fija en una edad, así pasen los siglos.  Domingo 7 de septiembre, a las tres de la tarde. 
Un día de más, unos minutos menos.

En tu muerte has rejuvenecido,
has vuelto a tu rostro más antiguo.
El tiempo ha andado hacia atrás
para encontrarte joven. No es cierto
que te vayas, nunca he hablado tanto contigo.

Uno tras otro van los muertos, bultos blancos,
en el día claro.
Por el camino vienen vestidos de verde.
Pasan delante de mí y me atraviesan. Yo les hablo. 
Tú te vuelves.

Pasos apesadumbrados de hombres  que van a la ceremonia de la muerte, 
pisando sin pisar las piedras
de las calles de Contepec,
con tu caja al cementerio.

Tú lo dijiste un día:
todo sucede en sábado:
la muerte, el nacimiento.
Sobre tu cuerpo, madre, el tiempo se recuerda.  Mi memoria es de piedra.

© METAΦΡΑΣΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2017

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ