Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

JOSE ANTONIO MORENO JURADO, 4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ


[Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2017]

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

Πηγαινοέρχομαι τώρα * -μπροστά απ’ την τραχιά του χρόνου φωνή- * τις πολεμίστρες που καλύπτουν τα τείχη * τα αιώνια * κι απ’ τη μια κι απ’ την άλλη πλευρά * σαν εκείνον που περιμένει να ξυπνήσει απ’ το πιο παράλογο όνειρο

Ο εχθρός έχει διατρήσει το τείχος * με κακόβουλες τεχνικές * απ’ τη γη και τη θάλασσα * μας διώχνουν με τα δάχτυλα του μίσους πάνω στο στόμα * για το κακό της Αυτοκρατορίας της Ανατολής και * γιατί όχι * της Δύσης

Τα μάτια μου ακινητούν * -χωρίς να μπορούν να τον αποφύγουν- * στον δίχως τέλος τρούλο * -υπερήφανο και στερεό- * της Αγίας Σοφίας * για τελευταία φορά, * οχυρό της αγάπης και δόρυ των Ελλήνων μέχρι τα σύννεφα

Κανένας δεν άδει * ορθός * τον Ύμνο της χάριτος * σβήνουν, στο βάθος, της αρχαίας λειτουργίας οι ψίθυροι

Τα μάτια μου που ακόμα κοιτούν * πολύ πέρα απ’ το φως * και την ίδια την πραγματικότητα * υψώνουν την προσευχή του Ρωμανού * όπως σε εποχές ειρήνης και νικών
                   
«Χαρε, χρωτς το μο θεραπεία,
χαρε, ψυχς τς μς σωτηρία. 
Χαρε, Νύμφη νύμφευτε».

Τα πτώματα του Βοσπόρου * πλέουν μεταξύ των δύο πλευρών * πλήθος * και δεν μπορώ να ξεκρίνω το νερό απ’ το αίμα * μήτε το βαθύ κόκκινο απ’ το διαφανές

Δεν αισθάνομαι πλέον τα χέρια * ούτε το σπαθί * τα χείλη είναι ο κρατήρας ενός αόρατου πυρετού * ενώ σκαρφαλώνει στα μαλλιά μου * ξερή * των γενεών η χιλιόχρονη σκόνη

Απλώς ζητώ * -από όποιον μπορεί να το δώσει- * κανένας να μην καταστρέψει τον Άγιο Σωτήρα στη Χώρα * και η ευλάβεια να σεβαστεί την καμπύλη και τη ζωγραφιά, * τα τείχη του μελιού που στηρίζουν την ψυχή των αιώνων

Νιώθω πως με γκρέμισαν από το τείχος στο έδαφος * όλα έχουν τελειώσει * ο τελευταίος Βυζαντινός * τα μέλη μου είναι διάσπαρτα παντού * ο τελευταίος * ο λογισμός μου σβήνει * κρυμμένος ανάμεσα σε πτώματα χωρίς όνομα

Ο τελευταίος των Ελλήνων * έχει ήδη πέσει * για πάντα * η σκέψη * η μεγαλειότητα της ισορροπίας, * ενώ εγώ επιλέγω * την τελευταία * χειρονομία μου προς το θάνατο.

CONSTANTINO PALEÓLOGO EN LA MURALLA

 Recorro ahora   *   frente a la ronca voz del tiempo   *   las almenas que cubren las murallas   *   eternas   *   a uno y otro lado   *   como quien espera despertarse del más absurdo sueño  


El enemigo ha taladrado el muro   *   con malas artes    *    por mar y tierra   *   nos persiguen con los dedos del odio sobre la boca   *   para mal del Imperio de Oriente y   *   por qué no   *   de Occidente

Mis ojos se estancan   *   sin poder evitarlo   *   en la cópula sin fin   *   altiva y firme   *   de Santa Sofía   *   por última vez   *   baluarte del amor y lanza de los griegos hasta las nubes

Nadie entona   *   de pie   *   el Himno de la gracia   *   se apagan a los lejos los murmullos de la liturgia antigua

Mis ojos que contemplan todavía   *   más allá de la luz   *   y de la misma realidad   *   elevarse la plegaria de Romano   *   como en tiempos de paz y de victorias

“Salve, curación de mi carne,
Salve, salvación de mi alma
Salve, Esposa no desposada”

Los cadáveres del Bósforo navegan   *   entre las dos orillas   *   multitud   *   y no distingo el agua de la sangre   *   ni el rojo profundo de la transparencia

Ya no siento los brazos   *   ni la espada   *   los labios son el cráter de una fiebre invisible   *   mientras se sube a mi cabello   *   secamente   *   el polvo milenario de las generaciones

Sólo pido   *   a quien pueda concederlo   *   que nadie destruya San Salvador in Jora   *   que la piedad respete la curva y la pintura   *   las paredes de miel que sostienen el alma de los siglos

Siento que me han derribado de la muralla al suelo   *   todo acabó   *   el último bizantino   *   mis miembros se reparten por doquier   *   el último   *   se apaga mi razón   *   oculto entre cadáveres sin nombre

El último de los griegos   *   ya ha caído   *   para siempre   *   el pensamiento   *   la majestad del equilibrio   *   mientras voy eligiendo   *   el último   *   mi gesto hacia la muerte.

 Ο ΠΑΓΑΝΙΣΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Χθες * πριν τις δώδεκα * με αυτά τα χέρια μου που τώρα δεν κινούνται * χωρίς τρέμουλο και χωρίς αμφιβολίες

Κατάφερα να τραβήξω απ’ την πλάτη μου * το ακόντιο

Ψυχρό σαν το άγγιγμα του πάγου * του παγετού * που λιώνει αργά στο άγγιγμα του πρώτου φωτός * και αφήνει να πέσουν οι στάλες του πάνω στην μαύρη κόκκινη κίτρινη γη

Και γυρνώντας * για μια στιγμή * μπόρεσα να δω * με καθαρότητα * το σκληρό και τεταμένο πρόσωπο του Χριστιανού * τα μνησίκακα μάτια του * τα δόντια του σφιγμένα από θυμό * το στόμα του σφιχτά κλεισμένο για να μην αστοχήσει στο χτύπημα

Αλλά δεν είπα τίποτα

Είναι πιο πολύ * που ήθελα ακόμη και να πω * (ενώ ο ίλιγγος των σπλάγχνων μου και η κατάρρευση των νεφρών μου άρχισαν να με πνίγουν) * «νίκησες Γαλιλαίε», * αλλά δεν είπα τίποτα

Επειδή ήθελα να αποκαταστήσω στους ανθρώπους * την καθαρότητα * την όμορφη ειλικρίνεια των αρχαίων θεών μου * να υψώσω * ακόμη μια φορά * τους βωμούς των παλιών θυσιών * γκρεμισμένους από όσους πιστεύουν στο Εν του Πλάτωνα

Αλλά έγραψα τις σκέψεις μου * άκαιρα * κατά των Γαλιλαίων και κατά του Παύλου της Ταρσού * αργά και * ανώφελα * πολύ αργά πια * όταν η αδιαλλαξία κυριάρχησε στις πράξεις τους * στα παράξενα ξόρκια τους

Δεν υποχρέωσα κανέναν να πιστέψει * ήθελα μόνο να ανοίξω τα μάτια * την ελευθερία της λατρείας * για εκείνους που σκοτώνουν στο όνομα της πίστης

Και * αν δεν μπορούσα να κατακτήσω την Κτησιφώντα * δεν επιθυμούσα την επιστροφή χωρίς να φτάσω στον πρωταρχικό σκοπό μου

Τώρα * αντίθετα * σιωπηλός και τυφλός μπροστά στους δικούς μου * που ολόγυρά μου * με παρατηρούν * με κρατούν * κοιτάζουν ο ένας τον άλλον αποσβολωμένοι * εγκαταλείπω τον Τίγρη * πηγαίνω * νικημένος * απ’ τα νώτα τελικά * προς το θάνατο

 El Apóstol Pagano

Ayer   *   antes de las doce   *   con estas manos mías que ahora no se mueven   *   sin temblor y sin dudas

conseguí arrancar de mi espalda   *   la jabalina

Fría como el tacto del hielo   *   de la escarcha   *   que se derrite lentamente al roce de la primera luz   *   y deja caer sus gotas sobre la tierra negra roja amarilla

Y al volverme   *   un instante   *   alcancé a ver   *   con claridad   *   el rostro duro y tenso del cristiano   *   sus ojos de rencor   *   sus dientes apretados por la ira   *   su boca cerrada fuertemente para no errar el tiro

Mas nada dije

Es más   *   quise decir incluso   *   mientras el vértigo de mis entrañas y el colapso de mis riñones comenzaban a asfixiarme   *   venciste galileo   *   mas nada dije

Porque quise devolver a los hombres   *   la pureza   *   la hermosa sinceridad de mis antiguos dioses   *   levantando   *   otra vez   *   los altares de los viejos sacrificios   *   derribados por los que creen en el Uno de Platón

Pero escribí mis reflexiones   *   a destiempo   *   contra los galileos y contra Pablo de Tarso   *   tarde ya   *   e inútilmente   *   muy tarde ya   *   cuando la intransigencia dominaba sus actos   *   sus extraños sortilegios

A nadie he obligado a creer   *   sólo quise abrir los ojos   *   la libertad de culto   *   a los que asesinan en nombre de la fe

Y   *   si no pude tomar Ctesifonte   *   no deseé el regreso sin haber alcanzado mi propósito primero

Ahora   *   en cambio   *   mudo y ciego ante los míos   *   que en torno a mí   *   me observan   *   me sostienen   *   se miran aturdidos los unos a los otros   *   abandono el Tigris   *   voy   *   vencido por la espalda al fin   *   hacia la muerte


15
 Ο πατέρας μου ζούσε ακόμα       με το μικρό του μουστάκι από ασήμι και μαύρο κεχριμπάρι  όταν ο κρητικός ποιητής με τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα με τα καμένα χείλη  όχι από το αεράκι,   από τις πιο όμορφες λέξεις,                 εκείνες που διεισδύουν και ανάβουν τη φλόγα των ονείρων     έφτασε δίπλα στα πεύκα της La Rábida

Κοίταξε        έξω από τον εαυτό του       τις εκβολές και τα στόμια που χύνονται στη θάλασσα  που χύνονται σ’ αυτή τη θάλασσά μου και ο ουρανός ήταν ένα γαλάζιο κομμάτι του άθικτου χιτώνα των αγγέλων        που αγαπούσε τόσο πολύ

Η Ελλάδα    σίγουρα        ήταν το άλλο κομμάτι εκείνου του ίδιου χιτώνα πανομοιότυπο με το πρώτο                   που φύλαξε στις αυλακιές της καρδιάς του        ώστε οι πραγματικές δυνάμεις του κακού                   να μην το καταστρέψουν

Οι στροφές του κομπολογιού       στο λεπτό του χέρι  ανακαλούσαν τα αρχαία κτίρια και τα αετώματα          ενώ το αεράκι και το αλάτι έβαφαν το μετάξι των μαλλιών του

Ο πατέρας μου ζούσε ακόμα       αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει           ότι αυτή η ίδια θάλασσα               αυτός ο ίδιος ουρανός       θα έπρεπε να με      τρέφουν καθημερινά           με το πέρασμα του χρόνου

Ούτε ο πατέρας μου         ούτε ο ποιητής        ούτε εγώ

Ούτε ο ποιητής ήξερε για το θάνατό του          ούτε ο πατέρας μου           ούτε οι εξώστες τής La Rábida που εκβάλλουν στους κολπίσκους και μετά στη θάλασσα

Κανένας απ’ τους τρεις δεν γνώριζε

Ξέρουμε μόνο        πόσο μερίδιο μας έχει δοθεί        ελάχιστο διστακτικό φειδωλό       ετούτου του πεπερασμένου χρόνου       του ασταθούς                    που στάθηκε ανίκανος να ενώσει εμάς τους τρεις                    τον ποιητή    τον πατέρα μου       κι αυτό το τωρινό Εγώ μου                   που συλλαμβάνει τις ταπετσαρίες τού τοπίου ανάμεσα σε δάκρυα απουσίας και απογοήτευσης


Vivía aún mi padre     con su pequeño bigote de plata y azabache      cuando el poeta cretense de finos dedos     con los labios quemados     no por la brisa     por las palabras más hermosas     las que penetran y encienden la llama de los sueños      llegó junto a los pinos de La Rábida

Contempló      fuera de sí     los esteros y las rías que dan al mar     que dan a este mar mío     y era el cielo un trozo azul de la túnica intacta de los ángeles     que tanto amaba

Grecia     seguramente     era el otro trozo de aquella misma túnica     idéntico al primero     que guardaba en las estrías de su corazón     para que las fuerzas verdaderas del mal     no lo destruyesen

Los giros del komboloi    en su delgada mano     recordaban antiguos edificios y frontones     mientras la brisa y el salitre pintaban de seda su cabello  

Vivía aún mi padre     pero no pudo presentir     que este mismo mar     este mismo cielo     tendrían que alimentarme a diario     con el paso del tiempo

Ni mi padre    ni el poeta    ni yo   

Ni el poeta sabía de su muerte     ni mi padre    ni los miradores de La Rábida que dan a las rías y, después, al mar

Ninguno de los tres sabía

Sólo sabemos     cuanto nos ha sido dado en la parcela     mínima huraña cicatera    de este tiempo finito     mudable     que fue incapaz de unirnos a los tres     el poeta     mi padre     y este yo de ahora    que asume los tapices del paisaje      entre lágrimas de ausencia y desencanto


ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Είμαι πια κουρασμένος  * -κουρασμένος και μόνος- * από εκείνα τα ιπτάμενα φύλλα που ταξιδεύουν * χωρίς να το γνωρίζω, * τα βουνά και τους ουρανούς της Ελλάδας

  Προτιμώ χίλιες φορές * την ξηρότητα και το τραγούδι * αυτών των δρόμων των κύκλων και των μαρτυρίων * από την υγρή και ψυχρή ερημιά της Αττικής

Δεν ξέρω αν πρόκειται για κάποιο ηφαίστειο * επαναλαμβάνω * αυτό που εκρήγνυται * με το ανήκουστο γέλιο των θεών * στον άρρωστο λαιμό μου

Αυτή η λάβα που πέφτει * πυρακτωμένα τραυματική * από τα χείλη προς το βάθος του λαιμού

Δεν μπορούσα να υποφέρω * τα μαρτυρικά χρώματα * αυτού του πράσινου και αλαζονικού λόφου, * ασφυκτιούσα

Η Αθήνα με έπνιγε * με έναν καπνό από βράχο που κάλυπτε τον Παρθενώνα * και ξεκίνησα την επιστροφή * χωρίς να υπάρχουν πιθανές Ιθάκες

Κλείσε * εδώ * εκείνο το δωμάτιο χωρίς φως * κλειστά τα παράθυρα * γεμάτα με ένοχη σιωπή

όπου * θυμάμαι * μ’ αγάπησαν τ’ αγόρια χωρίς όνομα * χωρίς να με αγαπούν * τα ανώνυμα αγόρια από τις καφετέριες και τα μπιλιάρδα

Κανείς δεν κατάλαβε * στην αρχή * ότι έχω τραγουδήσει με επιμονή * σχεδόν πεζολογικά * περισσότερο το εκπληκτικό αποτέλεσμα της δράσης * παρά το ψεύτικο συναίσθημα του λυρισμού

Η γραβάτα μου γύρω από το λαιμό * και το καπέλο μου * εκείνες τις μέρες της παράδοξης διαύγειας του σώματος και της μνήμης

Ένα όνειρο του παρελθόντος που ξετυλίγεται * όπως η σκιά του Μάρκου Αντώνιου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας


Κάθε ποίημα * στο τέλος * όπως εγώ ο ίδιος * τώρα * χωρίς φωνή σ’ αυτόν τον κόσμο των λέξεων * βαδίζει προς το θάνατο 



En Alejandría


Estoy cansado ya   *   cansado y solo   *   de aquellas hojas volanderas que recorrían   *   sin yo saberlo   *   los montes y los cielos de la Hélade

 Prefiero mil veces   *   la sequedad y el canto   *   de estas calles de rondas y suplicios   *   a la húmeda y fría desolación del Ática

No sé si es un volcán   *   repito   *   lo que estalla   *   con la inaudible risa de los dioses   *   en mi garganta enferma

Esa lava que cae   *   incandescentemente heridora   *   de los labios hasta al fondo del cuello

No pude soportar   *   los colores sufrientes   *   de aquella colina verde y altanera   *   me asfixiaban

Atenas me asfixiaba   *   con un humo de roca que ocultaba el Partenón   *   y comencé el regreso   *   sin Ítacas posibles

Cerca   *   aquí   *   de aquella habitación sin luz   *   cerradas las ventanas   *   colmadas de silencio culpable

en donde   *   lo recuerdo   *   me amaron los muchachos sin nombre   *   sin amarme   *   los anónimos muchachos de los cafetines y los billares

Nadie entendió   *   al principio   *   que he cantado con insistencia   *   casi en prosa   *   más el resultado sorpresivo de la acción   *   que el sentimiento embustero de la lírica

Mi pajarita al cuello   *   y mi sombrero   *   en aquellos días de extraña lucidez del cuerpo y la memoria

Un sueño del pasado que se deshace   *   como la sombra de Marco Antonio por el puerto de Alejandría

Todo poema   *   en fin   *   como yo mismo   *   ahora   *   sin voz en este mundo de palabras   *   camina hacia la muerte