Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Πώς πέθανε ο Μίνωας και η τρίτη φυλή των Κρητών


Η εικοστή πέμπτη ιστορία του Κόνωνος μας αφηγείται πώς σκοτώθηκε ο Μίνωας, ο γιος του Δία και της Ευρώπης, βασιλιάς της Κρήτης, όταν αναζητώντας τον Δαίδαλο, έφτασε με τα πλοία του στη Σικανία, η οποία ονομάζεται σήμερα Σικελία. Ο Μίνωας θανατώθηκε από τις θυγατέρες του Κωκάλου, ο οποίος ήταν βασιλιάς των Σικελών. Οι Κρήτες πολέμησαν με τους Σικελούς υπέρ του βασιλιά τους, αλλά ηττήθηκαν. Καθώς επέστρεφαν, παρασύρθηκαν εξαιτίας μιας καταιγίδας στη χώρα των Ιαπύγων, όπου και ίδρυσαν έναν οικισμό και έγιναν Ιάπυγες αντί για Κρήτες. Έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα μια ομάδα από αυτούς, έχοντας εξοριστεί από τη χώρα τους μετά από κάποια εξέγερση, έλαβαν χρησμό ότι πρέπει να ιδρύσουν οικισμό, στο μέρος που θα τους δώσει κάποιος γη και νερό. Μ’ αυτό τον τρόπο κατοίκησαν την χώρα των Βοττιαίων. Γιατί εκεί ήταν κάποια παιδιά που έπαιζαν και έφτιαχναν από πηλό ομοιώματα από ψωμιά και άλλα φαγητά. Όταν τους ζήτησαν να τους δώσουν  φαγητό, εκείνα τους έδωσαν αντί για ψωμιά τα πήλινα ψωμιά. Τότε θεώρησαν ότι ο χρησμός εκπληρώθηκε και ζήτησαν  και έλαβαν από το βασιλιά των Μακεδόνων την άδεια να κατοικήσουν την Βοττιαία. Οι Βοττιαίοι, λοιπόν, είναι το τρίτο γένος από Κρήτες που άλλαξε και τώρα αποτελούν μέρος των Μακεδόνων.[1]

Η ιστορία της εκστρατείας του Μίνωα στη Σικελία και του θανάτου του εκεί στα χέρια των θυγατέρων του Κωκάλου είναι παλιά και η αρχαιότερη εκδοχή της βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν επίσης το θέμα ενός δράματος του Σοφοκλή με τον τίτλο Καμικοί (ίσως να πρόκειται για σατυρικό δράμα) και μιας κωμωδίας του Αριστοφάνη με τον τίτλο Κώκαλος. Ο Δαίδαλος δραπέτευσε από την Κρήτη, για να γλιτώσει από τον Μίνωα, και έφτασε στη Σικελία, όπου τον καλοδέχτηκε ο Κώκαλος. Για λογαριασμό του Κωκάλου έχτισε μια οχυρωμένη πρωτεύουσα με το όνομα Κάμικος ή Καμικός. Όταν ο Μίνωας εντόπισε τον Δαίδαλο, ο Κώκαλος υποσχέθηκε να τον παραδώσει, αλλά οι κόρες του βασιλιά θανάτωσαν τον  Μίνωα στο λουτρό, λούζοντάς τον με καυτό νερό.
Μολονότι η αρχαιότερη πηγή μας είναι ο Ηρόδοτος (7.170) τον 5ο αιώνα π.Χ., η ιστορία πρέπει να είναι πολύ παλιότερη και να αποτελούσε ήδη μία καλά καθιερωμένη παράδοση στη Σικελία. Μαθαίνουμε ότι ο Θήρων, ο τύραννος του Ακράγαντα, κατά τον πρώιμο 5ο αιώνα επέστρεψε τα οστά του Μίνωα στην Κρήτη από το μέρος στο οποίο είχαν ταφεί στον Ακράγαντα. Εάν η όλη ιστορία δεν προέκυψε κατά τη διάρκεια του Β΄ Αποικισμού, τότε μπορεί να απηχεί την δραστηριότητα πληθυσμών από τον ελλαδικό χώρο στην περιοχή της Σικελίας κατά τη Μυκηναϊκή Εποχή. Ακόμη και το όνομα Κώκαλος έχει ανευρεθεί στις πινακίδες σε Γραμμική Β΄ στην Πύλο. Το ίδιο μοιάζει να ισχύει και για την ιστορία της μετέπειτα κατοίκησης της περιοχής της Ιαπυγίας  στη νοτιοανατολική Ιταλία, η οποία αποτελεί εδώ συνέχεια της προηγούμενης για τον  Μίνωα, αλλά αλλού εξιστορείται ως  ανεξάρτητο επεισόδιο. Τόσο ο Στράβωνας (6.3.2) όσο και ο Αριστοτέλης (απ. 485 Rose) συμφωνούν με τον Κόνωνα ότι ο τελευταίος σταθμός των Κρητών ήταν η Βοττιαία στη Μακεδονία.[2] Καθώς ο Αριστοτέλης πρέπει να πραγματεύτηκε το θέμα στην χαμένη Βοττιαίων πολιτεία, είναι πιθανό ότι αποτελούσε παράδοση των ίδιων των Βοττιαίων.
Η ιστορία με τα παιδιά που παραδίδουν τα πήλινα ψωμιά στους Κρητικούς απαντά μόνο στον Κόνωνα, αλλά αποτελεί παραλλαγή ενός συνηθισμένου μοτίβου μεταφοράς της κυριαρχίας μιας περιοχής από έναν πληθυσμό σε έναν άλλο πληθυσμό. Πρόκειται για μια συμβολική παράδοση της γης. Ανάλογες ιστορίες προϋποθέτουν την άγνοια  των ντόπιων κατοίκων ή ακόμη και την εξαπάτησή τους. Θυμόμαστε εδώ ότι ο Πέρσης βασιλιάς ζητούσε από τους Έλληνες να παραδώσουν γη και ύδωρ στους απεσταλμένους του ως ένδειξη υποταγής.[3]



[1] Φώτιος, Βιβλ. 186.135a.4-21: κε΄ ὡς Μίνως Διὸς καὶ Εὐρώπης͵ βασιλεύων Κρήτης͵ κατὰ ζήτησιν Δαιδάλου στόλῳ πλεύσας εἰς Σικανίαν αὕτη δ΄ ἐστὶν νῦν Σικελία ὑπὸ τῶν Κωκάλου θυγατέρων ἐβασίλευε δ΄ οὗτος Σικελῶν ἀναιρεῖται· καὶ τὸ Κρητικὸν πολεμεῖ Σικελοῖς ὑπὲρ τοῦ βασιλέως καὶ ἡττᾶται. Καὶ ἐπανιόντες ὑπὸ χειμῶνος ἐξέπεσον εἰς Ἰάπυγας͵ καὶ αὐτόθι τότε ἱδρύσαντο͵ ἀντὶ Κρητῶν γεγονότες Ἰάπυγες. Χρόνῳ δὲ ὕστερον μοῖρά τις κατὰ στάσιν ἐκπεσόντες τῆς χώρας χρησμὸν ἔλαβον͵ ἔνθα ἄν τις αὐτοῖς γῆν καὶ ὕδωρ ὀρέξῃ͵ ἐνταῦθα οἰκίζεσθαι͵ καὶ ᾤκησαν τὴν Βοττιαίων· ἐκεῖ γὰρ παῖδες ἄρτων εἴδη καὶ ἄλλων ὄψων παίζοντες ἀπὸ πηλοῦ καὶ πλάττοντες αἰτουμένοις ἐπέδωκαν αὐτοῖς ἀντὶ ἄρτων τοὺς πηλίνους ἄρτους· καὶ οἵ γε τὸν χρησμὸν τετελέσθαι νομίσαντες ᾐτήσαντο τὸν βασιλέα Μακεδόνων͵ καὶ ἔλαβον οἰκεῖν τὴν Βοττιαίων͵ καὶ Βοττιαῖοι μὲν τρίτον γένος ἀπὸ Κρητῶν ἀμείψαντες μοῖρα νῦν εἰσι Μακεδόνων.
[2] Σύμφωνα με τον Στράβωνα 7a 1.11 οι κάτοικοι της Βοττιαίας πήραν το όνομά τους από κάποιον Κρητικό με το όνομα Βόττων.
[3] Σύμφωνα με τον σχολιαστή του Πινδάρου, Νεμ. 7.155, ο Αλήτης στηριγμένος σ' ένα χρησμό πήγε στην Κόρινθο, όπου ζήτησε από κάποιον άνθρωπο λίγο ψωμί. Εκείνος του έδωσε έναν βώλο, αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο ο Αλήτης πήρε την εξουσία. Ο Αυγουστίνος, De serm. in monte I 50, μας λέει για κάποιο βασιλιά, ο οποίος προσπάθησε να εξαπατήσει μια γυναίκα με πήλινα ομοιώματα χρυσού, αλλά χωρίς να το θέλει μετέφερε την κατοχή  της περιουσίας του σ’ αυτήν. Τέλος, σύμφωνα με τον Πλούταρχο 296DE ο Κόθος έλαβε μία προφητεία σύμφωνα με την οποία θα είχε επιτυχία στην εκστρατεία του στην Εύβοια, εάν αγόραζε τη γη. Τότε έπεισε μερικά παιδιά που έπαιζαν στην Εύβοια να του δώσουν λίγο χώμα με αντάλλαγμα να τους δώσει παιχνίδια.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Ορισμοί του Ερμή του Τρισμέγιστου στον Ασκληπιό: μετάφραση, σχολιασμός και ερμηνεία ολόκληρης της πραγματείας


ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Η πραγματεία που μεταφράζεται, ερμηνεύεται και σχολιάζεται παρακάτω έχει τον τίτλο «Ορισμοί του Ερμή στον γιο του, τον Ασκληπιό» και ανήκει στην πλούσια ερμητική παράδοση. Ήταν κάποτε γραμμένη στα Ελληνικά, αλλά σώζεται ολόκληρη μόνο στην αρμενική της μετάφραση, η editio princeps της οποίας έγινε μόλις το 1956, οπότε και το κείμενο έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό, αλλά και στους ίδιους τους ειδικούς.
Η αρμενική μετάφραση των Ορισμών του Ερμή του Τρισμέγιστου προέρχεται από το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ. Αποτελεί έργο της λεγόμενης ελληνίζουσας σχολής, η οποία στις μεταφράσεις της των ελληνικών κειμένων επιζητεί να μεταφέρει στην αρμενική γλώσσα τους μορφολογικούς και συντακτικούς τρόπους της ελληνικής γλώσσας, για να διευκολύνει τους Αρμένιους στη μελέτη της επιστημονικής γραμματείας. Οι σπουδές της γραμματικής, των μαθηματικών, της αστρονομίας και της φιλοσοφίας είχαν ένα διπλό στόχο: αφενός οι ελληνίζουσες μεταφράσεις παρείχαν στον αρμενικό κλήρο τα απαραίτητα διαλεκτικά εργαλεία για την πολεμική του εναντίον του περσικού ζωροαστρισμού. Αφετέρου μετά την ρήξη της αρμενικής με την βυζαντινή εκκλησία το 553 με 555, αυτές οι μεταφράσεις επιτρέπουν τη δημιουργία στην Αρμενία ενός ανεξάρτητου εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την χρήση φιλοσοφικών εργαλείων για την διαμάχη με τους Έλληνες οπαδούς της συνόδου της Χαλκηδόνος. Οι Αρμένιοι θεολόγοι ακολουθούν την αλεξανδρινή ερμηνευτική και δογματική παράδοση και το ενδιαφέρον τους για τα ερμητικά κείμενα μπορεί να εξηγηθεί από την σχετικά θετική στάση που κρατούσε απέναντι σ’ αυτά ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός καθώς και ο Κύριλλος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο οποίος αποτελούσε την κύρια αυθεντία για την χριστολογία της αρμενικής εκκλησίας.
Το ενδέκατο κεφάλαιο της πραγματείας στην αρμενική της μορφή αντιπροσωπεύει μια παρεμβολή (από κάποιον ανώνυμο Αρμένιο συγγραφέα) που σχετίζεται με το θέμα της φυσικής των τεσσάρων στοιχείων. Αυτή η κοσμολογική θεωρία,  η οποία προέρχεται από τον Εμπεδοκλή, γίνεται κοινός τόπος ξεκινώντας από τον Πλάτωνα, τον οποίο στη συνέχεια ακολούθησε και ο Αριστοτέλης. Οι Αρμένιοι συγγραφείς τη χρησιμοποίησαν και εναντίον του ζωροαστρισμού, αλλά και εναντίον των οπαδών της Χαλκηδόνος. Έχει προταθεί ότι η πηγή του ενδέκατου κεφαλαίου είναι το πέμπτο κεφάλαιο της πραγματείας Περί της φύσεως του ανθρώπου του Νεμέσιου από την Έμεσα, στα τέλη του 4ου αιώνα, η οποία μεταφράστηκε στα αρμενικά το 717-718. Η προσέγγιση ανάμεσα στον Ερμή και τον Νεμέσιo διευκολύνθηκε ουσιαστικά από την θετική αντιμετώπιση του δημιουργημένου κόσμου, η οποία διαχωρίζει χαρακτηριστικά τα ερμητικά κείμενα από την γνωστική γραμματεία. Επιπλέον αυτό το παρεμβλητό ενδέκατο κεφάλαιο μπορεί να αντιπροσωπεύει μία απόπειρα σχολιασμού της αρχής της μίξης των στοιχείων, που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της ανθρωπολογίας και της κοσμολογίας των Ορισμών και σχολιάζεται από τον Ερμή στο δεύτερο κεφάλαιο των Ορισμών.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Το φάντασμα του Αίαντα και η θεραπεία του Στησίχορου από το πνεύμα της Ελένης




Η δέκατη όγδοη ιστορία του Κόνωνα μας αναφέρει ότι καθώς ο Αίαντας σχετιζόταν με τους Λοκρούς, αυτοί συνήθιζαν να αφήνουν έναν κενό χώρο στις γραμμές τους, στον οποίο να μπορεί να στέκεται ο Αίαντας σαν να ήταν εκεί. Έτσι λοιπόν όταν σχημάτισαν τις γραμμές τους στη μάχη εναντίον των κατοίκων του Κρότωνος και ο Αυτολέων ο Κροτωνιάτης θέλησε να περάσει από το σημείο που είχε αφεθεί κενό και να περικυκλώσει τον εχθρό, τραυματίστηκε στον μηρό από ένα φάντασμα και απωθήθηκε. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και υπέφερε από γάγγραινα, έως ότου ανταποκρινόμενος σ’ έναν χρησμό πήγε στο νησί του Αχιλλέα στον Εύξεινο Πόντο, το οποίο βρίσκεται πέρα από την ταυρική χερσόνησο, καθώς κάποιος περνά πλέοντας πέρα από τον Ίστρο. Όταν έφτασε λοιπόν εκεί, έκανε προσφορές και στους άλλους ήρωες, αλλά ιδιαίτερα στο πνεύμα του Αίαντα του Λοκρού, και θεραπεύτηκε. Καθώς αναχωρούσε από εκεί, η Ελένη τον διέταξε να συμβουλέψει τον Στησίχορο να συνθέσει μία παλινωδία γι’ αυτήν, εάν νοιαζόταν για τα μάτια του. Ο Στησίχορος αμέσως συνέθεσε τους ύμνους προς τιμήν της Ελένης και ξαναβρήκε το φως του.
[Από την περίληψη του έργου του Κόνωνος στη Βιβλιοθήκη του Φωτίου]

Ο Στησίχορος και η παλινωδία του αποτελούσαν μια από τις πιο αγαπημένες ανεκδοτολογικές ιστορίες για προσωπικότητες της λογοτεχνίας στην αρχαιότητα. Ο ποιητής υποτίθεται ότι είχε γράψει κάτι βλάσφημο σε βάρος της Ελένης και γι’ αυτό το λόγο είχε χάσει το φως του. Μόνο όταν συνέθεσε μία απολογία,  μία παλινωδία των προηγούμενων λόγων του, ξαναβρήκε το φως του. Για καιρό οι φιλόλογοι θεωρούσαν ότι ο Στησίχορος είχε γράψει μόνο ένα ποίημα. Ωστόσο η ανακάλυψη παπυρικού αποσπάσματος  που περιείχε ένα υπόμνημα ή μια βιογραφία του Στησίχορου έδωσε νέα τροφή στην έρευνα, καθώς έκανε λόγο για δύο παλινωδίες, μία στην οποία ο Στησίχορος κατέκρινε τον Όμηρο για όσα έλεγε σχετικά με την Ελένη,  και μία άλλη με την οποία κατέκρινε τον Ησίοδο. Αυτή η πληροφορία ήταν εντελώς αναπάντεχη για τους φιλολόγους και έχει δημιουργήσει αρκετές συζητήσεις, ωστόσο ταιριάζει με το απόσπασμα του Κόνωνος, ο οποίος κάνει λόγο για ύμνους του Στησίχορου στον πληθυντικό.
Όσον αφορά την ιστορία την σχετική με τον Αίαντα τον Λοκρό από άλλες πηγές αντλούμε επιπλέον πληροφορίες. Οι άποικοι των Λοκρών στην Ιταλία τιμούσαν ιδιαίτερα τον Αίαντα,  τον γιο του Οϊλέα.  Η μάχη για την οποία γίνεται λόγος συνέβη πιθανώς στα μέσα του έκτου αιώνα π.Χ.  Στη διάρκεια αυτής της θαυμαστής σύγκρουσης λέγεται ότι εμφανίστηκαν επίσης και οι Διόσκουροι, οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό των Λοκρών, που αν και πολύ λιγότεροι αριθμητικά από τους Κροτωνιάτες, κατόρθωσαν να νικήσουν. Το νησί του Αχιλλέα λεγόταν επίσης Λευκή και ήταν επίκεντρο της λατρείας του Αχιλλέα Ποντάρχη. Λεγόταν ότι ο Αχιλλέας μετά το θάνατό του είχε μεταφερθεί μαζί με άλλους ήρωες σ’ αυτό το νησί και το πιθανότερο είναι ότι η λατρεία του συγχωνεύτηκε εκεί με τη λατρεία κάποιας επιτόπιας θεότητας. Στο νησί δεν κατοικούσαν άνθρωποι, ενώ λεγόταν από ορισμένους ότι η Ελένη ήταν εκεί η γυναίκα του Αχιλλέα.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Ο χάλκινος 3ος ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς και η εξαφάνισή του


Ο περιηγητής Παυσανίας, σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χωρία του έργου του Ελλάδος περιήγησις (10.5.5 κ.εξ.), καταγράφει τις κυριότερες παραδόσεις που σχετίζονταν με την πρώιμη ιστορία του δελφικού μαντείου. Ο Παυσανίας μάς πληροφορεί ότι σύμφωνα με τους κατοίκους των Δελφών στην πιο αρχαία του φάση το μαντείο ανήκε στην Γη, ενώ ως μάντισσα για λογαριασμό της θεάς ενεργούσε η Δαφνίδα, μία από τις νύμφες που κατοικούσαν στο βουνό του Παρνασσού. Κατά την άποψη όμως του Μουσαίου, ο οποίος συνέγραψε ένα έπος με τον τίτλο Ευμολπία, το μαντείο το μοιράζονταν στην αρχή η Γη και ο Ποσειδώνας. Η πρώτη έδινε μαντείες αυτοπροσώπως, ενώ ο Ποσειδώνας είχε ως εκπρόσωπο στα μαντέματά του κάποιον Πύρκωνα. Αργότερα το μαντείο πέρασε στην εξουσία της Θέμιδος, η οποία με τη σειρά της το παρέδωσε στον Απόλλωνα. Ο Ποσειδώνας από την άλλη πήρε ως αντάλλαγμα την Καλαύρεια, ένα νησάκι έξω από τις ακτές της Τροιζήνας, όπου στην αρχαιότητα υπήρχε δωρικός ναός του Ποσειδώνα. Στη συνέχεια ο Παυσανίας μάς πληροφορεί ότι άκουσε πως κάποιοι άνδρες, οι οποίοι έβοσκαν τα πρόβατά τους, έφτασαν στο μαντείο και έγιναν ένθεοι από τον ατμό και άρχισαν να μαντεύουν για λογαριασμό του Απόλλωνα. Η πιο ένδοξη από τις μάντισσες του Απόλλωνα ήταν κατά γενική ομολογία η Φημονόη, η οποία σύμφωνα με την παράδοση ήταν η πρώτη που έδωσε χρησμούς σε εξάμετρο στίχο. Η Βοιώ, μία ντόπια γυναίκα, συνέθεσε έναν ύμνο στους Δελφούς, όπου έλεγε ότι το μαντείο του θεού κατασκευάστηκε από κάποιους Υπερβορείους, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν ο Παγασός, ο Αγυιεύς και προπάντων ο Ωλήν. Σύμφωνα μ’ αυτή την παράδοση ο Ωλήν ήταν ο πρώτος που έδωσε χρησμούς για λογαριασμό του Απόλλωνα και χρησιμοποίησε τον εξάμετρο στίχο. Ο πρώτος ναός του Απόλλωνα λέγεται ότι ήταν κατασκευασμένος από απλά κλαδιά δάφνης, τα οποία είχαν μεταφερθεί από την κοιλάδα των Τεμπών, και είχε τη μορφή καλύβας.  Ο δεύτερος ναός σύμφωνα με τα λόγια των κατοίκων των Δελφών φτιάχτηκε από μέλισσες και συγκεκριμένα από το κερί των μελισσών και από τα φτερά τους.  Αυτός ο δεύτερος ναός στάλθηκε στους Υπερβορείους από τον ίδιο τον Απόλλωνα. Ο τρίτος ναός ήταν χάλκινος, κάτι που ο Παυσανίας δεν το θεωρεί απίθανο. Φέρνει μάλιστα ως παραδείγματα, για να ενισχύσει τη θέση του, τον χάλκινο θάλαμο που ο Ακρίσιος είχε κατασκευάσει για την θυγατέρα του, το ιερό της Αθηνάς Χαλκιοίκου στη Σπάρτη, καθώς και την χάλκινη οροφή της ρωμαϊκής αγοράς. Από την άλλη ο Παυσανίας δεν πιστεύει ότι τον ναό τον είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος ή ότι διέθετε χρυσές Σειρήνες, οι οποίες τραγουδούσαν. Επίσης ο Παυσανίας αναφέρει ότι υπήρχαν δύο διαφορετικές παραδόσεις για την καταστροφή αυτού του ναού. Σύμφωνα με την πρώτη γκρεμίστηκε μέσα σε ένα χάσμα, ενώ σύμφωνα με την άλλη έλιωσε από φωτιά. Σ’ αυτό το σημείο ο Παυσανίας φαίνεται ότι έχει στο μυαλό του ένα σχετικό ποίημα του Πινδάρου, από το οποίο παραθέτει έναν στίχο. Ευτυχώς για μας ένα παπυρικό εύρημα μας χάρισε περισσότερους στίχους από αυτό το χαμένο ποίημα του μεγάλου λυρικού και οι σωζόμενοι στίχοι επιβεβαιώνουν όσα λέει για την παράδοση ο Παυσανίας. Θα δούμε την απόδοση αυτού του ποιήματος λίγο παρακάτω. Ο τέταρτος ναός κατασκευάστηκε από τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη και ήταν φτιαγμένος από πέτρα (7ος αιώνας π.Χ.), αλλά κάηκε το 548 π.Χ. Αντικαταστάθηκε γύρω στο 525 από τον λεγόμενο ναό των Αλκμεωνιδών, ο οποίος καταστράφηκε το 373 από σεισμό. Ο ναός που υπήρχε την εποχή του Παυσανία κατασκευάστηκε από την δελφική αμφικτυονία και αρχιτέκτονάς του ήταν σύμφωνα με τον Παυσανία κάποιος Σπίνθαρος από την Κόρινθο (γύρω στο 330 π.Χ.). Ας δούμε τώρα τους στίχους του ποιήματος του Πινδάρου για τον δεύτερο και προπάντων τον τρίτο ναό:

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Η "αμαρτωλή" νυχτερινή περιπέτεια μιας κοπέλας


Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από μίμο της ελληνορωμαϊκής εποχής. Ο κύριος χαρακτήρας είναι μια κοπέλα, ενώ συμμετέχουν ο αδερφός της, η αδερφή της, η τροφός και ο πατέρας της. Στο κομμάτι που σώζεται τον λόγο λαμβάνουν μόνο η πρωταγωνίστρια,  ο αδερφός της και η τροφός. Για κάποιο λόγο η κοπέλα έχει βρεθεί σε δυσχερή θέση και ανακρίνεται από τους συγγενείς της, οι οποίοι οδύρονται. Πιθανώς η νεαρή κρύβει κάποιο ερωτικό ατύχημα που συνέβη στη διάρκεια μιας νυχτερινής γιορτής, πάνω στον ενθουσιασμό του κρασιού και της μουσικής. Οι συγγενείς την πιέζουν να αποκαλύψει τι ακριβώς συνέβη και υπόσχονται να είναι επιεικείς απέναντί της. Δεν ξέρουμε τη συνέχεια του μίμου, αλλά είναι πολύ πιθανό, όπως και σε άλλες αντίστοιχες υποθέσεις που γνωρίζουμε, ότι ο νέος που ενώθηκε με την κοπέλα τη βραδιά της γιορτής είναι πιθανότατα το ίδιο πρόσωπο με το νέο που ήδη αγαπά η κοπέλα. Εάν όντως ισχύει αυτό, τότε η πλοκή θα έμοιαζε πολύ με τους Επιτρέποντες του Μενάνδρου.

[Κοπέλα] Μη γδέρνετε τα σώματά σας, μανιασμένες,
και μην προσβάλλετε τον χαρακτήρα μου.
Γιατί αγκαλιάζετε τα γόνατά μου;
Σε μένα απευθύνεσαι, βάρβαρε αδερφέ;
Τροφέ, ικέτιδα είσαι και πρόσπεσες σε μένα;
Αγαπητή αδελφή, δείξε σύνεση. Συγκράτησε τα λόγια σου.
Με εξετάζουν και με βασανίζουν.

[Αδερφός] Έτσι …………………………………..
χτυπάει το πρόσωπό της
και μαδάει τα μαλλιά της.
Τώρα στ’ αλήθεια το κατάλαβα
πως πια δεν επιθυμείς
να έρθεις και να μου μιλήσεις.
Έπρεπε να με παρακαλέσεις
και να με προτρέψεις να κάνω όλα όσα
ήταν μέσα στις δυνάμεις μου.

[Τροφός]  Άσε τον θρήνο, κοπέλα μου, και λέγε μήπως ποθείς κάποιον.
Πες μου, κόρη μου, φανερά τον πόνο σου και μη με φοβάσαι.
Αν είναι θεός αυτός που κυρίευσε τον νου σου, δεν έχεις κάνει τίποτα άδικο.
Κι ούτε ο πατέρας σου είναι δα κανένας αγριάνθρωπος. Ήμερη είναι η σκέψη του.
Ίσως ο νέος σου να είναι όμορφος. Κι εσύ είσαι όμορφη!

[Κοπέλα] Είναι ορμητικός και μεθά
και κουβαλά μαζί του τον πόθο του χυδαίου έρωτα.
Ο ίδιος είναι στην ακμή της εφηβείας και στον ήχο
του άγρυπνου αυλού ………
Όμως αυτόν τον παρατώ. Για πάρα πολύ λίγο
ήταν το αντικείμενο του πάθους μου, πατέρα, το αναγνωρίζω.
Άλλον ( αγαπώ)......  και άλλον
στη νυχτερινή γιορτή (επιθύμησα).......





Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Ο αθλητής Μίλων ο Κροτωνιάτης


Δεν υπάρχει ίσως άλλος αρχαίος Έλληνας αθλητής με μεγαλύτερη και διαρκέστερη φήμη από τον Μίλωνα τον παλαιστή, ο οποίος καταγόταν από τον Κρότωνα. Υπήρξε νικητής 31 φορές στους τέσσερις κύριους αθλητικούς αγώνες της αρχαίας Ελλάδας.  Στους ολυμπιακούς αγώνες  νίκησε 6 φορές κατά το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 540 και το 516, αλλά ηττήθηκε στην έβδομη απόπειρά του (Παυσανίας  6.14.2-8). Η εξαιρετική του δύναμη υπήρξε το αντικείμενο πολλών ανεκδότων, τα οποία συγκέντρωσε ο Παυσανίας.  Ένα από αυτά τα ανέκδοτα διασώζει και ο Αθήναιος (10.421 f) στηριγμένος στον Φύλαρχο. Σύμφωνα με τον Φύλαρχο ο Μίλων έφαγε έναν ολόκληρο τετράχρονο ταύρο μπροστά στο βωμό του Δία,  αφού τον κουβάλησε στους ώμους του μέσα από τα πλήθη στην Ολυμπία και τον έσφαξε. Γι’ αυτό και ο  ποιητής Δωριεύς έγραψε γι’ αυτόν ένα επίγραμμα. Αυτός ο Δωριεύς μπορεί να ταυτίζεται με κάποιο πρόσωπο που αναφέρεται σε επίγραμμα του Λεωνίδα από τον Τάραντα (6.305). Ο Λεωνίδας υπήρξε σύγχρονος του Φυλάρχου, οπότε η ταύτιση αποτελεί ελκυστική πιθανότητα.

Τέτοιος ήταν ο Μίλων, όταν από τη γη σήκωσε το βάρος
τετράχρονου δαμαλιού στο γεύμα του Δία.
Στους ώμους του το πελώριο θεριό σαν να ήταν αρνί νεαρό
το κουβάλησε ανάλαφρα, διασχίζοντας όλο το πανηγύρι.
Αυτό ήταν κάτι το θαυμαστό, μα ακόμη θαμαστότερο
ήταν αυτό που συνέβη, ξένε, μπροστά στον βωμό της Πίσας.
Γιατί το βόδι το δίχως ζυγό, που το κουβάλησε σαν σε πομπή, το έκοψε
σε κομμάτια κρέας κι ύστερα μόνος του το έφαγε ολόκληρο.

Το γεύμα του Δία που αναφέρεται στον δεύτερο στίχο πραγματοποιούνταν το απόγευμα της πέμπτης ημέρας των αγώνων και αποσκοπούσε στη διασκέδαση των νικητών.  Ο βωμός της Πίσας  στον έκτο στίχο ήταν ο βωμός του Διός που απείχε λίγο-πολύ ίση απόσταση από το Ηραίο και το Πελόπιο. Τέλος η αναφορά στο βόδι, το οποίο ο Μίλων κουβαλά στον ώμο, σχετίζεται με το γεγονός ότι οι νικητές της Ολυμπίας αναμενόταν να κάνουν μια ευχαριστήρια προσφορά στον Δία.
τοῖος ἔην Μίλων͵ ὅτ΄ ἀπὸ χθονὸς ἤρατο βρῖθος͵
τετραετῆ δαμάλην ἐν Διὸς εἰλαπίναις͵
ὤμοις δὲ κτῆνος τὸ πελώριον ὡς νέον ἄρνα
ἤνεγκεν δι΄ ὅλης κοῦφα πανηγύρεως.
καὶ θάμβος μέν͵ ἀτὰρ τοῦδε πλέον ἤνυσε θαῦμα
πρόσθεν Πισαίου͵ ξεῖνε͵ θυηπολίου·
ὃν γὰρ ἐπόμπευσεν βοῦν ἄζυγον͵ εἰς κρέα τόνδε

κόψας πάντα κατ΄ οὖν μοῦνος ἐδαίσατο 

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

H Αναδυομένη Αφροδίτη του Απελλή: ο πίνακας, η ιστορία, η επίδρασή του

Αφροδίτη Αναδυομένη στην Πομπηία

Ο  πλέον περίφημος από τους πίνακες του Απελλή ήταν η αναδυόμενη Αφροδίτη στην Κω. Οι κυριότερες αρχαίες πηγές μας για τον πίνακα είναι ο Πλίνιος (ΗΝ 35.87, 91), ο Στράβων (14.2.19) και έξι επιγράμματα, πέντε από τα οποία βρίσκονται στην Παλατινή Ανθολογία (16.178-182)  και ένα  έκτο  σε αποσπασματικό πάπυρο που φυλάσσεται στο Βερολίνο (9.812.6-9 -3ος αιώνας π.Χ.). Ο πίνακας φυσικά έχει χαθεί, ωστόσο ενέπνευσε ένα πλήθος από μικρά αγάλματα της Αφροδίτης, τα οποία την εικονίζουν να πιέζει τα βρεγμένα μαλλιά της με τα χέρια της. Ο πίνακας αρχικά βρισκόταν στο Ασκληπιείο στην Κω, αλλά αργότερα ο Οκταβιανός Αύγουστος τον αφαίρεσε και τον μετακίνησε στη Ρώμη αφιερώνοντάς τον στον Ιούλιο Καίσαρα. Ο Πλίνιος μας πληροφορεί ότι το κάτω μέρος του πίνακα ήταν κατεστραμμένο και ότι δεν υπήρχε κανένας ζωγράφος ικανός να το αποκαταστήσει. Προσθέτει ότι ο Απελλής ξεκίνησε να ζωγραφίζει μία δεύτερη Αφροδίτη στην Κω, αλλά την άφησε ημιτελή, επειδή πέθανε. Ο Κικέρων από την άλλη (Fam. 1.915, Off. 3.10)  μοιάζει να αγνοεί την ύπαρξη δύο πινάκων και αναφέρει ότι μόνο το πάνω μέρος της θεάς ήταν ολοκληρωμένο και μάλιστα με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια.  Η ιστορία του Πλίνιου  για τους δύο πίνακες της Αφροδίτης  που είναι και οι δύο κατεστραμμένοι ή ημιτελείς  μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί μία προσπάθεια συγκερασμού διαφορετικών ερμηνειών για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ένας και μοναδικός πίνακας. Γενικά, είτε η Αφροδίτη υπήρχε σε μία είτε σε δύο εκδόσεις, φαίνεται ότι το κάτω μέρος της ζωγραφιάς,  που εικόνιζε την θεά να αναδύεται από τη θάλασσα, είχε μια ιδιόμορφη ζωγραφική ποιότητα που τελικά έγινε κατανοητή ατυχώς ως καταστροφή ή ατέλεια.
(Μποτιτσέλι)

Τα επιγράμματα προσφέρουν αποδείξεις για την πρώιμη κριτική αποδοχή του αριστουργήματος του Απελλή.  Σύμφωνα με τον Πλίνιο ο πίνακας είχε επαινεθεί τόσο πολύ από τους Έλληνες ποιητές, ώστε μολονότι με την πάροδο του χρόνου  καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό, εξακολούθησε να παραμένει διάσημος. Όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα πρωιμότερα επιγράμματα είναι αυτό του Λεωνίδα από τον Τάραντα ( 1ο μισό του 3ου αιώνα π.Χ.) και το φθαρμένο επίγραμμα στον πάπυρο. Το   φθαρμένο επίγραμμα μπορεί να ανήκει σε κάποιον Διονύσιο,  αφού ένα άλλο γνωστό από την Παλατινή Ανθολογία επίγραμμά του σώζεται επίσης  στον ίδιο πάπυρο.  Ένα άλλο επίγραμμα προέρχεται από κάποιον άγνωστο  ποιητή με το όνομα Δημόκριτος, ενώ τα τρία τελευταία προέρχονται αντίστοιχα από τον Αντίπατρο από τη Σιδώνα (2ος αιώνας π.Χ.), τον Αρχία (1ος αιώνας π.Χ.)  και τον Ιουλιανό από την Αίγυπτο (6ος αιώνας μ.Χ.). Τα δύο πρωιμότερα επιγράμματα θεμελιώνουν την παράδοση πάνω στην οποία χτίζουν και οι επόμενοι ποιητές.
(Walter Crane)

Ιδού η εκδοχή του Λεωνίδα:
Ο Απελλής είδε την φιλήδονη Κύπριδα,
την ώρα που αναδυόταν από τον κόλπο της μητέρας της
παφλάζοντας ακόμη στον αφρό, κι έπλασε
μια πολυπόθητη ομορφιά, όχι ζωγραφιστή, μα έμψυχη.
Πόσο ωραία με τα ακροδάχτυλά της πιέζει τα μαλλιά της,
πόσο ωραία από τα μάτια της γαλήνιος λάμπει ο πόθος!
Και ο μαστός της φουσκωμένο κυδώνι που αναγγέλλει ένα άνθισμα.
Η Αθηνά η ίδια και του Δία η γυναίκα
θα πουν:  «Δία στην σύγκριση χάσαμε!»[1]




  (Phillip Leslie Hale)

Το επίγραμμα από το φθαρμένο πάπυρο του Βερολίνου:
[.........] την χρυσή ο Απελλής είδε την Κύπριδα
[ γυμνή από το θεϊκό το πέ]λαγος να αναδύεται∙
[μέχρι το στέρνο της,] καθώς αρμόζει, [την αντίκρισε.]
[Και έτσι την ζωγράφισε, στ’ αλήθεια θαύμα [μέγα να το κοιτάζεις.]

[.........] χρυσῆν θηήσατο Κύπριν Ἀπελλῆς
[γυμνὴν ἐ]κ δ[ίου πό]ντου ἀνερχομένην
[μέχρις δὲ στέρνω]ν, ὅσα καὶ θἐμις, [εἴσιδ]εν αὐτ[ήν,]
[κἄγραψεν τοίην, ἦ μέγα] θαῦμα [ἰδεῖν.]

(Fritz Zuber-Buhler)

Το επίγραμμα του Δημόκριτου:
Όταν η Κύπριδα, με τα μαλλιά της να στάζουν ακόμα αφρό αλμυρό,
γυμνή αναδύθηκε από το πορφυρό το κύμα,
πλάι στα λευκά της τα μάγουλα με τα χέρια έπιασε
τα μαλλιά της και τα στράγγιζε απ’ του Αιγαίου το αλάτι.
Μόνο το στήθος φανέρωσε, καθώς αρμόζει. Εάν ετούτη
ήταν σαν κι εκείνη, ας ταραχθεί η καρδιά του Άρη![2]

(Henry Courtney Selous)

Το επίγραμμα του Αντίπατρου:
Αυτήν που αναδύθηκε μόλις απ’ τη μητέρα της θάλασσα,
την Κύπριδα, τον μόχθο της γραφίδας του Απελλή, κοίταξε,
πώς με το χέρι αδράχνοντας τα βρεγμένα μαλλιά της
στραγγίζει τον αφρό από τους νοτερούς της βοστρύχους.
Οι θεές οι ίδιες, η Αθηνά και η Ήρα, θα πουν:
«Δεν πρόκειται πια να σε ανταγωνιστούμε στην ομορφιά!»

(Gustave Moreau)

Το επίγραμμα του Αρχία:
Την ίδια την Κύπριδα γυμνή την είδε να γεννιέται
ο Απελλής από τη θάλασσα, τη μάνα της,
κι έτσι την αποτύπωσε με τα ωραία της χέρια να στραγγίζει
τα μαλλιά της, τα βρεγμένα ακόμη απ’ τον αφρό του νερού.

(Giorgio Vasari)
)

Το επίγραμμα του Ιουλιανού:
Μόλις αναδύθηκε η θέα της Πάφου στη γέννα της θάλασσας,
έχοντας για μαία τού Απελλή την παλάμη.
Όμως γοργά από τη ζωγραφιά αποτραβήξου, μην τυχόν και σε βρέξει
ο αφρός που στάζει απ’ τα μαλλιά που στραγγίζουν.
Εάν πράγματι τόσο όμορφη κάποτε η Κύπριδα ξεγυμνώθηκε για ένα μήλο,
την Τροία άδικα η Παλλάδα την κούρσεψε.[3]

(Jean-Léon Gérôme)



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΙΚΟΝΕΣ

[1] Εννοεί την κρίση του Πάρη και το μήλο της έριδας για το ποια θεά ήταν η πιο όμορφη.



                                                                (Theodore Chasseriau)

[2] Η ερμηνεία της τελευταίας φράσης αποτελεί αντικείμενο διαφωνιών και το νόημα παραμένει ασαφές. Η ερμηνεία που υιοθετώ εδώ: «Εάν η Αφροδίτη του μύθου ήταν πράγματι τόσο όμορφη όσο αυτή του Απελλή, δικαίως ταράζεται (από πόθο) η καρδιά του Άρη». Ο Άρης ήταν εραστής της Αφροδίτης.
 (Robert Fowler)

[3] Εννοεί ότι εάν η μυθική Αφροδίτη ήταν πράγματι τόσο όμορφη όσο στη ζωγραφιά του Απελλή, κακώς η Αθηνά θύμωσε με τον Πάρη που έδωσε τη νίκη στην Αφροδίτη και άδικα κατέστρεψε από την οργή της την Τροία.

(François Boucher)


(Laurits Tuxen)


(Ted Seth Jacobs)

(Jean Auguste Dominique Ingres)

(Τιτσιάνο)

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ένα επίγραμμα του Αριστοτέλη για τον φίλο του Ερμεία


Αφιερωμένο στους Δελφούς υπήρχε ένα άγαλμα του Ερμεία, άρχοντα του Αταρνέως. Στη βάση του αγάλματος ο φιλόσοφος Αριστοτέλης έβαλε να χαράξουν ένα επίγραμμα, με το οποίο τιμούσε την μνήμη του Ερμεία. Δεν ήταν το μόνο κείμενο που έγραψε ο μέγας στοχαστής προς τιμήν του στενού του φίλου. Ο εξαίρετος αριστοτελικός ύμνος στην Αρετή είναι αφιερωμένος στο ίδιο πρόσωπο. Ποιος ήταν όμως αυτός ο Ερμείας;  Επρόκειτο για ένα πρόσωπο ταπεινής καταγωγής που ήταν ευνούχος, αλλά κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο της περιοχής του Αταρνέως στην Αιολίδα, και συγκεκριμένα στην ακτή απέναντι από το νησί της Λέσβου.  Έγινε στενός φίλος του Έραστου  και του Κορίσκου, που ήταν μαθητές του Πλάτωνα, αλλά είχαν επιστρέψει από την Αθήνα στην γενέθλια πόλη τους, την Σκήψη της Τρωάδας. Τόσο ο χαρακτήρας του όσο και η πολιτική συμπεριφορά του Ερμεία  βελτιώθηκαν πολύ από αυτή τη συναναστροφή. Στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του ως την περιοχή της πόλης της Άσσου, την οποία προσπάθησε να μετατρέψει σε κέντρο φιλοσοφίας. Τα 347 π.Χ., έτος κατά το οποίο πέθανε ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης μετακόμισε στην Άσσο, όπου και έμεινε τρία χρόνια, χτίζοντας μια στενή φιλία με τον Ερμεία.
Το 342, μερικά χρόνια μετά την αναχώρηση του Αριστοτέλη για τη Μυτιλήνη, ένας αντίπαλος του Ερμεία, ο Μέντωρ, ο οποίος κάποτε  είχε αποκτήσει την δική του περιοχή ελέγχου στην Τρωάδα ως δώρο από τον σατράπη Αρτάβαζο, οδήγησε μια περσική δύναμη ενάντια στον Αταρνέα, συνέλαβε με προδοσία τον Ερμεία και τον παρέδωσε στον Μεγάλο Βασιλιά Αρταξέρξη Γ΄ στα Σούσα, ο οποίος και τον σταύρωσε. Ο Αριστοτέλης, συντετριμμένος από τον θάνατο του καλού του φίλου, έγραψε τον ύμνο στην Αρετή, το επίγραμμα που μεταφράζεται παρακάτω για το άγαλμα στους Δελφούς, ενώ έβαλε να φτιάξουν ένα κενοτάφιο πιθανώς στην Άσσο ή στον Αταρνέα. Το επίγραμμα διασώζει ο Διογένης Λαέρτιος στο πέμπτο βιβλίο του (5.5):

Ετούτον δω με τρόπο ανόσιο και παραβαίνοντας το άγιο των θεών το δίκιο,
τον σκότωσε ο βασιλέας των Περσών των τοξοφόρων,
δίχως ξεκάθαρα να τον νικήσει στη φονική τη μάχη με τη λόγχη,
μα χρησιμοποιώντας την πίστη ενός πανούργου άνδρα. [1]

τόνδε ποτ΄ οὐχ ὁσίως παραβὰς μακάρων θέμιν ἁγνὴν 
ἔκτεινεν Περσῶν τοξοφόρων βασιλεύς͵ 
οὐ φανερῶς λόγχῃ φονίοις ἐν ἀγῶσι κρατήσας͵ 
ἀλλ΄ ἀνδρὸς πίστει χρησάμενος δολίου. 
--------------------------------------------------------------------------------------------
[1] Εννοείται ο Μέντωρ.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ένας ερωτευμένος μεθύστακας


Από όστρακο του 2ου ή 1ου αιώνα π.Χ. προέρχονται τα υπολείμματα ενός μίμου στον οποίον κάποιος μεθυσμένος διακατέχεται από το πάθος του έρωτα. Ένα δεύτερο, νηφάλιο πρόσωπο προσπαθεί να τον συγκρατήσει:

[Α]  Ο καημένος είναι μεθυσμένος κι έτσι είναι όλος χαρά.
Πρόσεχε, πρόσεχε!
[Β] (Κάτι κοπέλες ήταν όμορφες), Νύμφες του νερού μ’ ωραίους αστραγάλους.
Κι απ’ τις πολλές προπόσεις βακχεύω και χοροπηδώ.
[Α] Αλίμονο, ταλαίπωρε!
[Β] Για πανηγύρι είμαι έτοιμος.
Έχω ένα τραύμα αφανέρωτο αγάπης απ’ την Κύπριδα.
Ο Έρωτας με συνέλαβε ο γόης. Έπεσε μέσα στην ψυχή μου,
με κάνει να χάνω το μυαλό μου.
[Α] Έχεις μεθύσει υπερβολικά. Συγκράτησε τον εαυτό σου, να μην πάθεις τίποτα!
[β]  Άσε με να ορμήσω και μην μου αποσπάς την προσοχή.  
Το ομολογώ πως αγαπώ, πως είμαι ερωτευμένος.
Ωστόσο δεν παραπονιέμαι. Όλοι μας γενικά δεν αγαπάμε
το δώρο της θεάς από την Πάφο και προπαντός
όταν έχουμε πιει κρασί ανέρωτο;
Ο Διόνυσος κι ο Έρωτας μαζί με καίνε.
Σ’ αυτούς τρόπος δεν υπάρχει ν’ αντισταθεί κανείς.