Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Ο αθλητής Μίλων ο Κροτωνιάτης


Δεν υπάρχει ίσως άλλος αρχαίος Έλληνας αθλητής με μεγαλύτερη και διαρκέστερη φήμη από τον Μίλωνα τον παλαιστή, ο οποίος καταγόταν από τον Κρότωνα. Υπήρξε νικητής 31 φορές στους τέσσερις κύριους αθλητικούς αγώνες της αρχαίας Ελλάδας.  Στους ολυμπιακούς αγώνες  νίκησε 6 φορές κατά το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 540 και το 516, αλλά ηττήθηκε στην έβδομη απόπειρά του (Παυσανίας  6.14.2-8). Η εξαιρετική του δύναμη υπήρξε το αντικείμενο πολλών ανεκδότων, τα οποία συγκέντρωσε ο Παυσανίας.  Ένα από αυτά τα ανέκδοτα διασώζει και ο Αθήναιος (10.421 f) στηριγμένος στον Φύλαρχο. Σύμφωνα με τον Φύλαρχο ο Μίλων έφαγε έναν ολόκληρο τετράχρονο ταύρο μπροστά στο βωμό του Δία,  αφού τον κουβάλησε στους ώμους του μέσα από τα πλήθη στην Ολυμπία και τον έσφαξε. Γι’ αυτό και ο  ποιητής Δωριεύς έγραψε γι’ αυτόν ένα επίγραμμα. Αυτός ο Δωριεύς μπορεί να ταυτίζεται με κάποιο πρόσωπο που αναφέρεται σε επίγραμμα του Λεωνίδα από τον Τάραντα (6.305). Ο Λεωνίδας υπήρξε σύγχρονος του Φυλάρχου, οπότε η ταύτιση αποτελεί ελκυστική πιθανότητα.

Τέτοιος ήταν ο Μίλων, όταν από τη γη σήκωσε το βάρος
τετράχρονου δαμαλιού στο γεύμα του Δία.
Στους ώμους του το πελώριο θεριό σαν να ήταν αρνί νεαρό
το κουβάλησε ανάλαφρα, διασχίζοντας όλο το πανηγύρι.
Αυτό ήταν κάτι το θαυμαστό, μα ακόμη θαμαστότερο
ήταν αυτό που συνέβη, ξένε, μπροστά στον βωμό της Πίσας.
Γιατί το βόδι το δίχως ζυγό, που το κουβάλησε σαν σε πομπή, το έκοψε
σε κομμάτια κρέας κι ύστερα μόνος του το έφαγε ολόκληρο.

Το γεύμα του Δία που αναφέρεται στον δεύτερο στίχο πραγματοποιούνταν το απόγευμα της πέμπτης ημέρας των αγώνων και αποσκοπούσε στη διασκέδαση των νικητών.  Ο βωμός της Πίσας  στον έκτο στίχο ήταν ο βωμός του Διός που απείχε λίγο-πολύ ίση απόσταση από το Ηραίο και το Πελόπιο. Τέλος η αναφορά στο βόδι, το οποίο ο Μίλων κουβαλά στον ώμο, σχετίζεται με το γεγονός ότι οι νικητές της Ολυμπίας αναμενόταν να κάνουν μια ευχαριστήρια προσφορά στον Δία.
τοῖος ἔην Μίλων͵ ὅτ΄ ἀπὸ χθονὸς ἤρατο βρῖθος͵
τετραετῆ δαμάλην ἐν Διὸς εἰλαπίναις͵
ὤμοις δὲ κτῆνος τὸ πελώριον ὡς νέον ἄρνα
ἤνεγκεν δι΄ ὅλης κοῦφα πανηγύρεως.
καὶ θάμβος μέν͵ ἀτὰρ τοῦδε πλέον ἤνυσε θαῦμα
πρόσθεν Πισαίου͵ ξεῖνε͵ θυηπολίου·
ὃν γὰρ ἐπόμπευσεν βοῦν ἄζυγον͵ εἰς κρέα τόνδε

κόψας πάντα κατ΄ οὖν μοῦνος ἐδαίσατο