Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

O Ορφέας ως αρνητής του Διόνυσου




Μια ενδιαφέρουσα εκδοχή του μύθου του Ορφέα διασώζει ο Ερατοσθένης στους λεγόμενους Καταστερισμούς (κεφ. 24):

διὰ δὲ τὴν γυναῖκα εἰς Ἅιδου καταβὰς καὶ ἰδὼν τὰ ἐκεῖ οἷα ἦν, τὸν μὲν Διόνυσον οὐκ ἔτι ἐτίμα͵ ὑφ΄ οὗ ἦν δεδοξασμένος͵ τὸν δὲ ῞Ηλιον μέγιστον τῶν θεῶν ἐνόμισεν͵ ὃν καὶ Ἀπόλλωνα προσηγόρευσεν· ἐπεγειρόμενός τε τὴν νύκτα κατὰ τὴν ἑωθινὴν ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Πάγγαιον ἀνιὼν προσέμενε τὰς ἀνατολάς͵ ἵνα ἴδῃ τὸν ῞Ηλιον πρῶτον· ὅθεν ὁ Διόνυσος ὀργισθεὶς αὐτῷ ἔπεμψε τὰς Βασσαρίδας͵ ὥς φησιν Αἰσχύλος ὁ τῶν τραγῳδιῶν ποιητής· αἳ διέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ μέλη ἔρριψαν χωρὶς ἕκαστον· αἱ δὲ Μοῦσαι συναγαγοῦσαι ἔθαψαν ἐπὶ τοῖς καλουμένοις Λειβήθροις.

«(Ο Ορφέας), αφού κατέβηκε στον Άδη για χάρη της γυναίκας του και είδε πώς είχαν τα πράγματα εκεί, δεν τιμούσε πια τον Διόνυσο, χάρη στον οποίο είχε αποκτήσει δόξα, αλλά θεώρησε ως μέγιστο των θεών τον Ήλιο, τον οποίο αποκάλεσε και Απόλλωνα. Σηκωνόταν μέσα στη νύχτα και κατά το πρωί ανέβαινε στο βουνό που λέγεται Παγγαίο και περίμενε την ανατολή, για να δει πρώτο-πρώτο τον Ήλιο. Γι’ αυτό ο Διόνυσος οργίστηκε και έστειλε εναντίον του τις Βασσαρίδες,[1] όπως λέει ο Αισχύλος, ο ποιητής των τραγωδιών. Αυτές τον διαμέλισαν και σκόρπισαν τα μέλη του, το καθένα και αλλού. Οι Μούσες συγκέντρωσαν (τα κομμάτια) και τα έθαψαν στα λεγόμενα Λείβηθρα».

Σχολιασμός
Ο Ερατοσθένης μοιάζει να αποδίδει την παράδοση που καταγράφει εδώ στον Αισχύλο, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί: στο κεφ. 29 ο Ερατοσθένης αναφέρεται στην Άλκηστη του Ευριπίδη, αλλά όσα παραθέτει εκεί δεν έχουν καμιά σχέση με τη σωζόμενη ευριπίδεια τραγωδία. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε πόσα από αυτά που λέγονται εδώ ανάγονται στον Αισχύλο. Σχολιάζοντας το χωρίο από την οπτική γωνία της ορφικής παράδοσης μπορούμε πρώτα να θυμίσουμε ότι μια Κατάβαση στον Άδη αναφέρεται ως τίτλος έργου αποδιδόμενου στον Ορφέα. Ο Ορφέας κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο για την Ευρυδίκη βλέπει πώς είναι τα πράγματα εκεί και έχει να δώσει χρήσιμες οδηγίες στους μύστες του. Εδώ στηρίζεται και η παράδοση των χρυσών ορφικών ελασμάτων που βρέθηκαν σε τάφους μυστών: περιέχουν οδηγίες, οι οποίες έχουν ως απώτερη πηγή τον Ορφέα και την κάθοδό του στον Άδη, για το τι θα δουν και το τι πρέπει να κάνουν οι ψυχές των μυστών μετά το θάνατό τους, για να κερδίσουν την μακάρια αθανασία. Ωστόσο ο μύθος μερικές φορές εμπεριέχει τη διδακτική παραδοξότητα μέσω της αντίθεσης: ο Ορφέας, αν και λάτρης του Διόνυσου και θεμελιωτής των μυστηρίων του (αυτό πρέπει να υπονοεί η φράση ότι απόκτησε δόξα χάρη στον Διόνυσο), άλλαξε από την επαφή του με τον Άδη. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε γιατί άλλαξε, αφού δε σώζεται η Κατάβαση.  Στην ορφική παράδοση ο Πλούτων, η Περσεφόνη και ο Διόνυσος αποτελούν την ιερή τριάδα που διαφεντεύει τον Κάτω Κόσμο. Μια υπόθεση είναι ότι ίσως ο Ορφέας απογοητεύτηκε από τις σκληρές τιμωρίες των μεγάλων αμαρτωλών, όπως τις περιγράφει λ.χ. ο Πλάτων. Πιο πιθανό μου φαίνεται ότι απογοητεύτηκε από την αποτυχία του να φέρει πίσω την Ευρυδίκη, κάτι που μπορεί να τον έκανε να στραφεί εναντίον του Διόνυσου. Μια άλλη υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι ο Ορφέας στον Κάτω Κόσμο έγινε δέκτης μιας αποκάλυψης για τη φύση του κόσμου και της θεότητας και τον καίριο ρόλο του Ήλιου ως ορατού συμβόλου του θείου φωτός στο Σύμπαν. Σε κάθε περίπτωση στο εξής ο Ορφέας παραμέλησε τον Διόνυσο και αφιερώθηκε στη λατρεία του Ήλιου-Απόλλωνα. Ο Διόνυσος στέλνει τις Βάκχες και τον διαμελίζουν. Ωστόσο, αν και δε λέγεται στο κείμενο, με κάποιο τρόπο ο Απόλλων έπρεπε να αποζημιωθεί για το θάνατο του λάτρη του. Η αποζημίωση ίσως να ερχόταν με την μορφή της εγκαθίδρυσης της λατρείας του Ήλιου μεταξύ των Θρακών. Από την άλλη ο θάνατος του Ορφέα με διαμελισμό τον κάνει ένα με τον Διόνυσο: στο πλαίσιο της ορφικής παράδοσης ο Διόνυσος διαμελιζόταν από τους Τιτάνες, προτού αναστηθεί ισχυρότερος από πριν. Επομένως ο Ορφέας με τον τραγικό του θάνατο επαναλαμβάνει τη μοίρα του θεού, ταυτίζεται μαζί του και κατά κάποιο τρόπο μέσω του βασανιστικού του τέλους θεώνεται.




[1] Βασσαρίδες ή Βασσάραι αποκαλούνταν οι Βάκχες από τη βασσάρα, θρακική λέξη για τον δερμάτινο ποδήρη χιτώνα που φορούσαν οι ιέρειες του Βάκχου στη Θράκη. Ομώνυμη τραγωδία είχε γράψει ο Αισχύλος.