Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πριν από το έπος του Γκιλγκαμές: η σουμεριακή πολιορκία της Ουρούκ

Μια ομάδα 5 σουμεριακών κειμένων μάς παρέχει τα αρχαιότερα έργα που σχετίζονται με τον θρυλικό βασιλιά της μεσοποταμιακής πόλης Ουρούκ, τον Γκιλγκαμές (27ος αιώνας π.Χ.). Ο θρύλος του Γκιλγκαμές μας είναι περισσότερο γνωστός από το λεγόμενο Έπος του Γκιλγκαμές, δηλαδή την εκτενή βαβυλωνιακή εκδοχή της ιστορίας του από την 2η χιλιετία π.Χ. Ο Βαβυλώνιος συντάκτης του έπους γνώριζε το μυθολογικό υλικό της παράδοσης και τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν για τον ήρωα. Τις συνέθεσε σε μια ενιαία αφήγηση, βάζοντας ταυτόχρονα τη δική του σφραγίδα στο παραδομένο υλικό. Ωστόσο το Έπος του Γκιλγκαμές δεν είναι το αρχαιότερο κείμενο για τον ήρωα, ούτε και περιλαμβάνει όλο το υλικό που κυκλοφορούσε. Αυτό εκπροσωπείται από σουμεριακά κείμενα της 3ης χιλιετίας π.Χ., ορισμένα από τα οποία περιέχουν ιστορίες, οι οποίες δεν πέρασαν στον «κανόνα» του μυθολογικού κύκλου. Παρακάτω παρουσιάζω μια τέτοια ιστορία από ένα πολύ αρχαίο ποίημα γραμμένο στη γλώσσα που μιλούσε ο βασιλιάς, τη σουμεριακή. Η αρχαιότητα του ποιήματος υποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το όνομα του Γκιλγκαμές εμφανίζεται ως Μπιλγκαμές, που είναι η πρωτότυπη σουμεριακή εκδοχή του. Βασίζομαι στην αγγλική μετάφραση του A. George, The Epic of Gilgamesh, London 1999 (Penguin Books).

Περιεχόμενο
Ο βασιλιάς Άκκα της Κις, ισχυρής μεσοποταμιακής πόλης,[1] απαιτεί από τον Γκιλγκαμές την παράδοση της Ουρούκ. Ο Γκιλγκαμές φέρνει το ζήτημα στο συμβούλιο των γερόντων και τους παρουσιάζει την απαίτηση του Άκκα: οι πολίτες της Ουρούκ σε ένδειξη υποταγής να κουβαλούν νερό για την Κις. Οι γέροντες τρομαγμένοι συμβουλεύουν άμεση παράδοση, αλλά ο Γκιλγκαμές διαφωνεί και φέρνει το θέμα στη συνέλευση των νέων. Οι τελευταίοι στοιχίζονται με τον βασιλιά τους, θεωρώντας ανυπόφορη την υποταγή, και αποφασίζουν να πολεμήσουν. Ο Άκκα καταφτάνει και πολιορκεί την πόλη. Ο Γκιλγκαμές ζητά κάποιος πολεμιστής να πάει στον Άκκα και να καταστρέψει, αν μπορεί, τα σχέδια του. Προσφέρεται ο δυνατός Μπιρχουρτούρρα, αλλά συλλαμβάνεται αμέσως μόλις βγαίνει από τα τείχη της πόλης. Τον χτυπούν και τον φέρνουν στον Άκκα. Την ίδια ώρα ο οικονόμος της Ουρούκ εμφανίζεται επάνω στα τείχη. Ο Άκκα ρωτά τον Μπιρχουρτούρρα αν ο οικονόμος είναι ο Γκιλγκαμές. Ο Μπιρχουρτούρρα απαντά γενναία ότι αν ήταν αυτός ο Γκιλγκαμές θα είχε ήδη ξεκινήσει μάχη και ο Άκκα θα είχε ηττηθεί. Για το θράσος του ο Μπιρχουρτούρρα τρώει για δεύτερη φορά ξύλο. Στο μεταξύ ο Γκιλγκαμές βγαίνει ο ίδιος στα τείχη, ενώ ο Ενκιντού, φίλος και υπηρέτης του, ετοιμάζει τους στρατιώτες για μάχη. Ο Άκκα ρωτά πάλι τον Μπιρχουρτούρρα αν αυτός είναι ο Γκιλγκαμές και η απάντηση αυτή τη φορά είναι θετική. Ακολουθεί μάχη και νίκη των στρατευμάτων της Ουρούκ. Ο Άκκα συλλαμβάνεται, αλλά ο Γκιλγκαμές τον αφήνει ελεύθερο, επειδή κάποτε του είχε προσφέρει άσυλο.



Οι απεσταλμένοι του Άκκα, γιου του Ενμεμπαραγκέζι, έφτασαν από την Κις στην Ουρούκ, στον Μπιλγκαμές. Ο Μπιλγκαμές έφερε το θέμα στο συμβούλιο των γερόντων της πόλης, αναζητώντας μια λύση. «(Μας ζητούν) να αδειάζουμε τα πηγάδια, να αδειάζουμε τα πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα ρηχά πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα βαθιά πηγάδια που διαθέτουν ανυψωτικά σχοινιά. Ας μην υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να κάνουμε πόλεμο!». Το συμβούλιο των γερόντων της πόλης του που συνεδρίαζε απάντησε στον Μπιλγκαμές: «Να αδειάζουμε τα πηγάδια, να αδειάζουμε τα πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα ρηχά πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα βαθιά πηγάδια που διαθέτουν ανυψωτικά σχοινιά. Ας υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να μην κάνουμε πόλεμο!». Ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ,[2] έχοντας εμπιστοσύνη στη θεά Ινάννα,[3] δεν έδωσε σημασία σε όσα είπαν οι γέροντες της πόλης.
            Μπροστά στους νέους της πόλης του ο Μπιλγκαμές έθεσε το θέμα για δεύτερη φορά, αναζητώντας μια λύση: «(Μας ζητούν) να αδειάζουμε τα πηγάδια, να αδειάζουμε τα πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα ρηχά πηγάδια της χώρας, να αδειάζουμε τα βαθιά πηγάδια που διαθέτουν ανυψωτικά σχοινιά. Ας μην υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να κάνουμε πόλεμο!». Το συμβούλιο των νέων της πόλης του απάντησε στον Μπιλγκαμές: «Να κάνουμε το καθήκον μας. Να δώσουμε το παρόν. Να συνοδέψουμε το γιο του βασιλιά. Να κρατήσουμε το γαϊδούρι από τα πίσω πόδια, καθώς λένε.[4] Ποιος έχει τα κότσια γι’ αυτό; Να μην υποκύψουμε στον οίκο της Κις. Να κάνουμε πόλεμο. Η Ουρούκ, το σιδηρουργείο των θεών,[5] ο (ναός) Εάννα,[6] σπίτι που κατέβηκε από τον ουρανό -οι θεοί του έδωσαν σχήμα- οι μεγάλες επάλξεις, ένα τείχος από σύννεφο που αναπαύεται πάνω στη γη, η υψηλή κατοικία τους, θεμελιωμένη από τον θεό Αν[7] -όλα αυτά είναι στην επίβλεψή σου, εσύ είσαι ο βασιλιάς και ο υπερασπιστής τους. Εσύ που συντρίβεις κεφάλια, πρίγκιπα που σε αγαπά ο Αν, όταν φτάσει (ο Άκκα), γιατί να φοβηθούμε; Ο στρατός του είναι μικρός, η οπισθοφυλακή του ένας όχλος, οι άνδρες του δεν θα μας αντισταθούν». Τότε ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ, χάρηκε μες στην καρδιά του για τα λόγια των νέων. Η διάθεσή του έφτιαξε και είπε στον Ενκιντού, τον υπηρέτη του: «Τώρα ετοίμασε τον εξοπλισμό και τα όπλα για τη μάχη. Άσε τα άρματα του πολέμου να γυρίσουν στα χέρια σου. Άφησε τα να προκαλέσουν φόβο, μια αύρα τρομακτική, ώστε όταν θα φτάσει να τον κυριέψει το δέος για εμένα, η λογική του να θολώσει, η κρίση του να αφανιστεί».
   
Δεν είχαν περάσει πέντε μέρες, δεν είχαν περάσει δέκα που ο Άκκα, γιος του Ενμεμπαραγκέζι, πολιορκούσε την Ουρούκ και η λογική της Ουρούκ θόλωσε. Ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ, απευθύνθηκε στους πολεμιστές της πόλης: «Πολεμιστές μου, που τα μάτια σας κοιτούν ορθάνοιχτα σε συναγερμό, ένας από σας με γενναία καρδιά ας γίνει εθελοντής και να πει ότι θα πάει στον Άκκα». Ο Μπιρχουρτούρρα, ο βασιλικός του σωματοφύλακας, έδειξε σεβασμό στον βασιλιά του: «Κύριέ μου, εγώ θα πάω στον Άκκα, για να θολώσει η λογική του και η κρίση του να αφανιστεί». Ο Μπιρχουρτούρρα βγήκε από την πύλη της πόλης. Καθώς περνούσε από την πύλη της πόλης, πιάστηκε αιχμάλωτος στην έξοδο. Τον ράβδισαν από τα νύχια ως την κορφή. Τον πήγαν μπροστά στον Άκκα. Άρχισε να μιλά στον Άκκα. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και ο οικονόμος της Ουρούκ σκαρφάλωσε στο τείχος και ύψωσε το κεφάλι του στις επάλξεις. Ο Άκκα τον είδε και είπε στον Μπιρχουρτούρρα: «Δούλε, αυτός ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς σου;» «Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ο βασιλιάς μου. Αν ήταν ο βασιλιάς μου, αν ήταν αυτό το φοβερό του μέτωπο, αν ήταν αυτά τα σαν του βίσωνα μάτια του, αν ήταν αυτή η γενειάδα του από λαζούρι, αν ήταν αυτά τα έξοχα δάχτυλά του, τότε δεν θα έπεφταν μυριάδες και άλλοι μυριάδες δε θα σηκώνονταν; Δεν θα κυλιούνταν μυριάδες στην σκόνη, δεν θα κατατροπώνονταν όλα τα έθνη, της χώρας τα στόμια δεν θα γέμιζαν με σκόνη, δεν θα έσπαζε τις σειρήνες του πλοίου,[8] δεν θα έκανε τον Άκκα, βασιλιά της Κις, αιχμάλωτο στην καρδιά του στρατεύματός του;». Τον έδειραν και τον χτύπησαν, τον ράβδισαν από τα νύχια ως την κορφή.
            Μετά τον οικονόμο της Ουρούκ σκαρφάλωσε στο τείχος ο Μπιλγκαμές. Η φοβερή του αύρα συνεπήρε τους γέρους και τους νέους της Ουρούκ. Έβαλε όπλα του πολέμου στα χέρια των νέων της Ουρούκ. Στη θύρα της πύλης της πόλης στάθηκαν πάνω στο δρόμο, ενώ ο Ενκιντού βγήκε έξω από την πύλη της πόλης. Ο Μπιλγκαμές ύψωσε το κεφάλι του στις επάλξεις. Ο Άκκα κοίταξε ψηλά και τον είδε: «Δούλε, είναι αυτός ο άνθρωπος ο βασιλιάς σου;». «Αυτός είναι πράγματι ο βασιλιάς μου!». Και ήταν όπως τα είχε πει: έπεφταν μυριάδες και άλλοι μυριάδες σηκώνονταν. Μυριάδες κυλιούνταν στην σκόνη, κατατροπώνονταν όλα τα έθνη, της χώρας τα στόμια γέμισαν με σκόνη, έσπασε τις σειρήνες του πλοίου, έπιασε τον Άκκα, βασιλιά της Κις, αιχμάλωτο στην καρδιά του στρατεύματός του.
           
Ο βασιλιάς της Ουρούκ, ο Μπιλγκαμές, άρχοντας της Κουλλάμπ, απευθύνθηκε στον Άκκα: «Άκκα, λοχαγέ μου, Άκκα, αρχηγέ μου, Άκκα, διοικητή μου, Άκκα, στρατηγέ μου, Άκκα, στρατάρχη μου στο πεδίο της μάχης, Άκκα, μου έδωσες ανάσα, Άκκα, πήρες στην προστασία σου έναν φυγάδα, Άκκα, ένα πουλί που δραπέτευσε το χόρτασες με σιτάρι». Ο Άκκα (του είπε): «Η Ουρούκ, το σιδηρουργείο των θεών, οι μεγάλες επάλξεις της, ένα τείχος από σύννεφο που αναπαύεται πάνω στη γη, η υψηλή κατοικία, που την θεμελίωσε ο θεός Αν, όλα δόθηκαν στην επίβλεψή σου. Ξεπλήρωσέ μου τη χάρη». «Ενώπιον του Θεού του Ήλιου σου ξεπληρώνω την παλιά σου χάρη!». Άφησε τον Άκκα ελεύθερο να επιστρέψει στην Κις.
Μπιλγκαμές, άρχοντα της Κουλλάμπ, γλυκός είναι ο έπαινός σου!       




[1] Η Κις ήταν πρώιμο κέντρο δύναμης στη βόρεια Βαβυλωνία. Βρισκόταν ανατολικά της πόλης της Βαβυλώνος.
[2] Μέρος της πόλης της Ουρούκ.
[3] «Βασίλισσα των ουρανών». Το σουμεριακό όνομα της Ιστάρ / Αστάρτης.
[4] Παραδοσιακή σουμεριακή έκφραση που δήλωνε μια επικίνδυνη και αβέβαιη προσπάθεια, όπως το να στέκεσαι πίσω από έναν γάιδαρο.
[5] Αναφορά στην κατεργασία των μετάλλων στην πόλη.
[6] «Σπίτι του ουρανού». Ο ναός της Ιστάρ-Ινάννα και του Ανού στην Ουρούκ.
[7] Ο θεός του ουρανού, ο Ανού των Βαβυλωνίων.
[8] Ο Άκκα πρέπει να βρίσκεται πάνω σε ένα πλοίο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Lucernae fictiles, vol. 1, 1739

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

Μητρόδωρος ο Επικούρειος, απόσπασμα από την πραγματεία κατά των διαλεκτικών

Ο P.Herc. 255 μαζί με μια σειρά από άλλα παπυρικά αποσπάσματα από το Herculaneum (418, 1084, 1091, 1112  και ίσως 390, 456, 1103, 1108 -μέσα του 3ου αιώνα π.Χ.) μοιάζουν να αποτελούν μέρος μιας επικούρειου τύπου κριτικής εναντίον άλλων φιλοσόφων. Στα χωρία εμφανίζονται τα ονόματα του Πλάτωνα, του Στίλπωνος, του Επίκουρου και του Πολύαινου. Αποδίδονται στον Μητρόδωρο τον Λαμψακηνό και στην πραγματεία του Προς τους διαλεκτικούς (Διόγ. Λαέρτ. 10.24), αφού ένα από αυτά το παραθέτει ο Πλούταρχος (1125b) ακριβώς με το όνομα του Μητρόδωρου. Το χωρίο που μεταφράζεται παρακάτω, το μόνο σχετικά ακέραιο, σχολιάζει την πρόοδο της πρώιμης ανθρωπότητας στην ανακάλυψη νέων ιδεών και νόμων. Σχολιάζει ειρωνικά την υποτιθέμενη «αθανασία» των ευρετών αυτών των ιδεών, οι οποίοι όχι μόνο την επικαλέστηκαν για τον εαυτό τους, αλλά είχαν ως συνεργάτες και τους μυθολόγους, μια άποψη που πηγαίνει πίσω ως τον Πρόδικο και υιοθετήθηκε και από τον Στωικό Περσαίο. Το χωρίο μοιάζει να συζητά την αντι-πλατωνική αντί…