O άνθρωπος που βάσκανε τον ίδιο του τον εαυτό


Το απόσπασμα αυτό του Ευφορίωνα (Πλούτ., Συμπ. 682Β) αναφέρεται στην αρνητική ικανότητα ορισμένων ανθρώπων να ματιάζουν τον ίδιο τον εαυτό τους και θα μπορούσε να ανήκει στο χαμένο ποίημά του Υάκινθος. Ο Ευτελίδας που ονοματίζεται στο κείμενο πρέπει να ταυτίζεται με κάποιον Αρκάδα, ο οποίος είχε μείνει στη μνήμη των συγχρόνων του ως ακόλαστος στη γλώσσα και άνθρωπος που φθονούσε όσους ευτυχούσαν (βλ. Σούδα, λήμμα ακόλαστος). Υφίσταται ως τιμωρία την βασκανία που μέχρι τότε προκαλούσε στους άλλους. Η ιστορία έχει σαφέστατη παραπομπή στο μύθο του Νάρκισσου, αφού ο Ευτελίδας αρρωσταίνει μόλις βλέπει την αντανάκλασή του στο ποτάμι:

            Ωραία ήταν κάποτε, ωραία, του Ευτελίδα  τα μαλλιά.
            Μα ο ίδιος τον εαυτό του βάσκανε ο ολέθριος άντρας
            μέσα στον όλο δίνες ποταμό αντικρίζοντάς τον.
            Κι αμέσως αρρώστια ανάρμοστη τον έπιασε.[1]



[1] H αρρώστια δεν αναφέρεται, αλλά προφανώς επρόκειτο για πτώση των μαλλιών ή αλωπεκία.

CHARLES KINGSLEY, THE HEROES, ΕΚΔΟΣΗ 1901

Η ΔΑΝΑΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΕΡΣΕΑ

ΠΕΡΣΕΑΣ

ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ ΓΡΑΙΕΣ

ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ ΝΥΜΦΕΣ

Επίγραμμα στον νεαρό Εύδοξο


Παλ. Ανθ. 6. 279. Το επίγραμμα εύχεται τη μελλοντική επιτυχία ενός αγοριού, με την ευκαιρία της τελετουργικής αφιέρωσης εκ μέρους του των μαλλιών του στον Απόλλωνα, πράξη που σηματοδοτεί το πέρασμά του στην εφηβεία.

            Όταν ο Εύδοξος κούρεψε τα ωραία μαλλιά του για πρώτη φορά,
            στο Φοίβο τα χάρισε παιδική ομορφιά.
            Αντί για πλεξούδες, κάλλος των Αχαρνών να τον ακολουθεί,
            Εκηβόλε, [1] ο κισσός [2]  που πάντα να θάλλει.




[1] Λατρευτική ονομασία του Απόλλωνα που σημαίνει «αυτός ο οποίος βάλλει (από) μακριά», ενν. με το τόξο του.
[2] Ο κισσός είναι από τον αθηναϊκό δήμο των Αχαρνών, γιατί λέγεται ότι εκεί φύτρωσε για πρώτη φορά ο κισσός στη γη. Ο κισσός, ως ιερό φυτό του Διόνυσου, συμβολίζει την επιτυχία στο θέατρο και την ποίηση και αυτό είναι αναμφίβολα που εύχεται ο ποιητής στον Εύδοξο. 

CHARLES KINGSLEY, THE HEROES (ΕΚΔΟΣΗ 1868)

ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ

ΔΑΝΑΗ ΚΑΙ ΠΕΡΣΕΑΣ

Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝ

Άνιος, ο προφήτης γιος του Απόλλωνα


Άνιος
Ο Άνιος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Ροιούς ή Κρέουσας, κόρης του Στάφυλου, ο οποίος με τη σειρά του ήταν γιος του Διόνυσου (το όνομά του είναι ενδεικτικό της διονυσιακής του καταγωγής). Όταν ο Στάφυλος αντιλήφθηκε ότι η κόρη του ήταν έγκυος, την έκλεισε σε μια λάρνακα και την πέταξε στη θάλασσα, μοτίβο που το ξαναβρίσκουμε στο μύθο του Ακρίσιου και της Δανάης. Τα κύματα έβγαλαν τη λάρνακα στην Εύβοια, όπου και γεννήθηκε ο Άνιος. Ο πατέρας του Απόλλωνας τον μετέφερε στη Δήλο, όπου παντρεύτηκε τη Δωρίππη. Απ’ αυτήν απέκτησε την Ελαΐδα, τη Σπερμώ και την Οινώ, στις οποίες ο Διόνυσος έδωσε το χάρισμα να παράγουν από τη γη λάδι, σιτάρι και κρασί. Ο Απόλλωνας δίδαξε στον Άνιο τη μαντική τέχνη και ο τελευταίος προφήτεψε στον Αγχίση μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου όσα επρόκειτο να συμβούν στους απογόνους του. Τον Άνιο επισκέφτηκε για να τον συμβουλευτεί και ο Θάσος, γιος του Αγήνορος, ψάχνοντας την αδερφή του Ευρώπη. Βρήκε, όμως, τραγικό θάνατο, αφού τον κατασπάραξαν σκυλιά.  Στο σωζόμενο δίστιχο που ακολουθεί, από το έργο του Ευφορίωνα  Άνιος, ο Θάσος ταξιδεύει, πριν την άφιξή του στον Άνιο, στη Δωδώνη και τους Δελφούς (Πυθώ), για να συμβουλευτεί τα μαντεία για την τύχη της αδερφής του:
            Έφτασε στη Δωδώνα,[1] που προφητεύει με του Δία τη βελανιδιά,  
            έφτασε και στην Πυθώ  και την Προναία[2] τη γλαυκόμορφη.




[1] Εκτός από τον τύπο Δωδώνη υπήρχε και τύπος Δωδών, γενική Δωδῶνος, η δοτική του οποίου Δωδῶνι υπάρχει ήδη στο Σοφοκλή, Τραχ. 172.
[2] Λατρευτική ονομασία της θεάς Αθηνάς στους Δελφούς.

Το ψήφισμα των Αθηναίων ενάντια στον Διαγόρα τον Μήλιο


Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ένας από τους μεγαλύτερους άθεους και ασεβείς της αρχαιότητας ήταν ο Διαγόρας ο Μήλιος. Όπως μαθαίνουμε από το σχόλιο στον Αριστοφάνη που μεταφράζεται παρακάτω, οι Αθηναίοι ψήφισαν και χάραξαν σε μια χάλκινη στήλη την απόφασή τους να δώσουν αμοιβή ένα σημαντικό χρηματικό ποσό σε όποιον σκότωνε ή συνελάμβανε ζωντανό τον Διαγόρα. Στη στήλη καταδικάζονταν και οι Πελληνείς, κάτοικοι της Πελλήνης στην Πελοπόννησο, οι οποίοι αρνήθηκαν να παραδώσουν στους Αθηναίους τον φιλόσοφο που είχε καταφύγει στην πόλη τους:

Η Θήβα ως γαμήλιο δώρο της Περσεφόνης




Το απόσπασμα διασώθηκε από σχόλιο στις Φοίνισσες του Ευριπίδη (στ. 682). Αναπτύσσει δύο θέματα: το πρώτο θέμα (στον πρώτο στίχο) σχετίζεται με την έριδα των δυο γιων του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη, για τη βασιλεία στη Θήβα, έριδα που έληξε με το θάνατο και των δυο αδερφών. Δε γνωρίζουμε τα συμφραζόμενα του αποσπάσματος, αλλά προφανώς βρισκόμαστε χρονικά σε μια στιγμή, κατά την οποία η διαμάχη δεν έχει ακόμη κριθεί, γι’ αυτό και η ζυγαριά της Μοίρας (πεπρωμένα τάλαντα στο πρωτότυπο) δεν έχει γείρει προς τη μια ή την άλλη μεριά. Το δεύτερο θέμα του αποσπάσματος σχετίζεται με τον γάμο της Περσεφόνης και του Πλούτωνα: η πόλη της Θήβας δόθηκε από τον Δία ως νυφικό δώρο στην θεά για το γάμο της με τον θεό του Κάτω Κόσμου. Και άλλες πόλεις αναφέρονται ως γαμήλια δώρα της Περσεφόνης, όπως ο Ακράγας (Σ Πίνδ., Ολ. 2, 15), η Κύζικος (Αππιανός, Μιθρ. 323), ή και ολόκληρη η Σικελία (Σ Πίνδ., Νεμ. 1, 17). Τέλος αξίζει να σημειωθεί η αναφορά στην καλύπτρα που σκέπαζε το πρόσωπο της νύφης: σε αντίθεση με τις Ανατολίτισσες, οι γυναίκες στην Ελλάδα δεν φορούσαν καλύπτρα σε καθημερινή βάση, παρά μόνο ως μέρος της τελετής του γάμου (η απομάκρυνση της καλύπτρας λεγόταν ανακαλυπτήρια). Οι καλύπτρες αποτελούσαν μέρος της ενδυμασίας των Περσίδων (Αισχ., Πέρσ. 537, Πλάτων 123Β) ή γενικά βάρβαρων και απόμακρων μυθικών μορφών (Εκάβη, Ιλ. Χ 406, Καλυψώ Οδ. κ 543-545, Κίρκη Οδ. ε 230-232). Σύμφωνα με τον Πλάτωνα μια ολόκληρη περιοχή του περσικού κράτους ονομαζόταν «Καλύπτρα», επειδή τα εισοδήματά της προορίζονταν για τις καλύπτρες των γυναικών του βασιλιά.

            Όμως ακόμη δεν είχε κρίνει η πλάστιγγα τη μοίρα για τη Θήβα.  
            Αυτήν κάποτε δώρο στη Περσεφόνη έδωσε ο γιος του Κρόνου, ο Δίας,
            τότε που πρώτη ήτανε φορά το σύζυγό της ν' αντικρίσει
            τραβώντας του νυφικού φορέματός της την καλύπτρα.


Η προέλευση του ονόματος των Βοιωτών


Το απόσπασμα αυτό του Ευφορίωνα από τη Χαλκίδα αφορά την ετυμολογία του ονόματος του Βοιωτού, μάντη και γενάρχη των Βοιωτών. Οι αρχαίοι ετυμολογούσαν το όνομα της Βοιωτίας από τη λέξη βοώτης (= γεωργός που χρησιμοποιεί βόδια, ζευγολάτης) και θεωρούσαν ότι Βοιωτία σημαίνει «τόπος βοδιών». Στο απόσπασμά μας η ετυμολογία  θεμελιώνεται με την παράθεση ενός μύθου, σύμφωνα με τον οποίο ο μυθικός γενάρχης των Βοιωτών, ο Βοιωτός, πήρε το όνομά του από το γεγονός ότι η μητέρα του τον άφησε έκθετο ανάμεσα στα βόδια του πατέρα της. Η μητέρα στο απόσπασμά μας ονομάζεται Άρνη, μια κόρη του Αιόλου. Όταν γέννησε δίδυμα από τον Ποσειδώνα, τον Βοιωτό και τον Αίολο, τα άφησε έκθετα, από το φόβο του πατέρα της, βάζοντάς τα στα βουστάσια του Αιόλου. Σε άλλη παραλλαγή του μύθου η μητέρα των παιδιών ονομάζεται Μελανίππη. Στην παραλλαγή αυτή, όταν ο παππούς Αίολος βρήκε τα παιδιά στο βουστάσιο, νόμισε ότι γεννήθηκαν ως τέρατα από τα βόδια και θέλησε να τα σκοτώσει. Τελικά η μητέρα τους αποκάλυψε ότι ήταν δικά της παιδιά, για να τα σώσει. Ο μύθος αυτός υπήρξε το θέμα της χαμένης τραγωδίας του Ευριπίδη Μελανίππη η σοφή.

            Για να 'ναι μάντης ανάμεσα στου Βοιωτού τους γόνους, 
            από τον Ποσειδώνα δαμασμένη τον γέννησε η Άρνη  
            και Βοιωτό τον αποκάλεσε. Έτσι τον είπαν οι βοσκοί,
            αφού στων πατρικών βοδιών τους στάβλους η μάνα του τον άφησε.  


Ο θάνατος του Φαέθοντα


Το σε κακή κατάσταση σωζόμενο παπυρικό απόσπασμα (P.Tebt. 3) που ακολουθεί αποτελούσε στην αρχαιότητα μέρος μιας ανθολογίας επιγραμμάτων. Στο τέλος κάθε επιγράμματος της συλλογής υπήρχε το όνομα του συνθέτη του, αλλά στο ποίημά μας δεν συμβαίνει αυτό, γεγονός που αναγκάζει τους φιλολόγους να το αποδώσουν με επιφύλαξη στον ποιητή του αμέσως επόμενου επιγράμματος στη συλλογή, που είναι ο Αλκαίος ο Μεσσήνιος. Από το ποίημα σώζονται τα δεύτερα μισά των στίχων, αλλά το υπόλειμμα αυτό είναι αρκετό, για να καταλάβουμε το περιεχόμενο και τη ροή του κειμένου. Το θέμα του είναι η περιγραφή μιας εικόνας ή ίσως ενός γλυπτικού συμπλέγματος που εμπνέεται από το μύθο του Φαέθοντος, όπως φαίνεται από το τελευταίο δίστιχο (στ. 9-10). Γίνεται λόγος για το άρμα του Ήλιου (στ. 1), τον κεραυνό που σκότωσε τον Φαέθοντα, όταν προσπάθησε να φτάσει στο δώμα του Ήλιου (3-4), για τις αδερφές του που τον θρηνούν (5-6). Ο ποιητής μας φαίνεται να ακολουθεί σπανιότερες παραδόσεις: α) ο Φαέθων κεραυνώνεται όχι επειδή έχασε τον έλεγχο του άρματος του Ήλιου και κατάκαιγε τη γη, όπως λέγεται συνήθως, αλλά επειδή θέλησε να δει το χρυσό παλάτι του Ήλιου, προφανώς χωρίς την άδειά του. β) Στον πάπυρο σώζεται η γραφή ]θωνου και είναι πολύ δελεαστική η συμπλήρωση Τι]θωνοῦ. Σύμφωνα με μια δευτερεύουσα παράδοση, πατέρας του Φαέθοντα δεν ήταν ο Ήλιος/Φοίβος, όπως συνήθως αναφέρεται, αλλά ο Τιθωνός, που στο πλαίσιο αυτής της παράδοσης δεν είναι σύζυγος, αλλά γιος της Ηώς και του Κέφαλου (Απολλόδωρος 3.14.3). Ο ποιητής μοιάζει να ενώνει τις διαφορετικές παραδόσεις στο ίδιο επίγραμμα και να καινοτομεί: ο Φαέθων είναι γιος του Τιθωνού, αλλά ως εγγονός της Ηώς, αδερφής του Ήλιου, εξασφαλίζει προφανώς την άδεια να πάρει το άρμα του θεού, αλλά όχι και την άδεια να ανέβει στο παλάτι του. γ) Το σωζόμενο παπυρικό ίχνος ]ίδα συμπληρώνεται με φυσικό τρόπο ως Ὑπεριον]ίδα, δηλαδή «ο γιος του Υπερίονα». Ο ποιητής διατηρεί την αρχαία παράδοση ότι ο Ήλιος είναι γιος του Τιτάνα Υπερίονα, ενώ γενικά η λέξη Υπερίων κατάντησε να είναι απλώς ένα επίθετο του Ήλιου. Παρακάτω συμπλήρωσα με τη φαντασία μου τα κενά, για να είναι ομαλή η ροή του κειμένου:

"Μες στο νερό άφησε όλη του τη ζωή": από τον Φιλοκτήτη του Ευφορίωνα


Φιλοκτήτης
Στο έργο αυτό ο Ευφορίων ο Χαλκιδεύς ανέπτυσσε τις περιπέτειες του γνωστού ήρωα Φιλοκτήτη, τον οποίο οι Έλληνες, στο δρόμο για την Τροία, εγκατέλειψαν με τα τόξα του στη Λήμνο, διότι μύριζε υπερβολικά η πληγή στο πόδι του. Αντίθετα από το Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, όπου ο ήρωας ζει σε πλήρη απομόνωση με τη βοήθεια του περίφημου τόξου του μέχρι την άφιξη του Νεοπτόλεμου και του Οδυσσέα, ο Φιλοκτήτης του Ευφορίωνος έχει τη φροντίδα του Ιφίμαχου, γιου του Δολοπίονα και βοσκού του βασιλιά Άκτορα, ο οποίος όμως βρίσκει φριχτό θάνατο στη θάλασσα. Φαίνεται ότι ο Ευφορίων δεν περιοριζόταν στις περιπέτειες του Φιλοκτήτη στη Λήμνο, αλλά τον παρουσίαζε να πηγαίνει και στην Ιταλία

            Και τον Ιφίμαχο, που τη ζωή ποθούσε, η θάλασσα τον κάλυψε,
            τα χέρια του πάνω από το νερό φαινόντουσαν πέρα ως πέρα τεντωμένα,
            έτσι που ώρα σπαρταρούσε ανώφελα του Δολοπίονα ο γιος, ο δύστυχος.
            Μες στο νερό άφησε όλη του τη ζωή, τα χέρια του ψηλά κουνώντας,
            και το αλμυρό νερό πλημμύρισε το στόμα του.



"Ήλιους τριακόσιους σε κουβάλησα μέσα μου": η παράκληση μιας μητέρας προς τον γιο της (Ευφορίων)



To χωρίο του Ευφορίωνα από τη Χαλκίδα προέρχεται από τον Στοβαίο 4.24d.50 (στο κεφάλαιο περί νηπίων) και παραδίδεται δίχως περαιτέρω επισημάνσεις. Είναι φανερό ότι μια μάνα ικετεύει το παιδί της να μην την σκοτώσει και υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των λόγων της και των ικεσιών της Κλυταιμήστρας προς τον Ορέστη στις Χοηφόρους (896-8, 908) του Αισχύλου και στην Ηλέκτρα (1206) του Ευριπίδη.

            Παιδί μου, μη θερίσεις το λαιμό της μητέρας σου:
            ήλιους τριακόσιους σε κουβάλησα μέσα μου,
            παιδί μου, κάτω απ' τη ζώνη μου,
και ωδίνες, καθώς ερχόσουν στο φως, ανέχτηκα φοβερές.
            Πρώτη εγώ το μαστό μου γλυκό κρατώντας στα χείλη σου
            σε τάισα με γάλα λευκό...