Πώς ακουγόταν ο αρχαιότερος ελληνικός χριστανικός ύμνος με μουσική συνοδεία



Σὲ πάτερ κόσμων, πάτερ αἰώνων, μέλπωμεν] ὁμοῦ πᾶσαι τε θεοῦ λόγιμοι δε […………
…………. οὐ τὰν δείλαν ο]ὐ τὰν ἠῶ σιγάτω, μήδ’ ἄστρα φαεσφόρα χ[λα]δέ-
[σ]θων, ἐ[κ]λειπ[όντων] ρ[ιπαὶ πνοιῶν, πηγαὶ] ποταμῶν ροθίων πᾶσαι, ὑμνούντων δ’ ἡμῶν
[π]ατέρα χυἰὸν χἄγιον πνεῦμα, πᾶσαι δυνάμεις ἐπιφωνούντων ἀμὴν ἀμήν, κράτος, αἶνος
[ἀεὶ καὶ δόξα θεῷ] δ[ωτ]ῆ[ρι] μόνω[ι] [πάν]των ἀγαθῶν, ἀμὴν ἀμήν.

«Εσένα, πατέρα των κόσμων, πατέρα των αιώνων, ας τραγουδήσουμε μαζί, καθώς και όλες του θεού οι έξοχες (δυνάμεις)… (Τα στοιχεία της φύσης που δεν ηρεμούν ούτε το βράδυ,) ούτε το πρωί ας σιγήσουν, ούτε τα φωτεινά τα άστρα να βγάλουν ήχο,[1] ας πάψουν οι ριπές του ανέμου και όλες οι πηγές των ηχηρών ποταμών, την ώρα που εμείς υμνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ενώ όλες οι Δυνάμεις[2] αναφωνούν αμήν, αμήν, κράτος, έπαινος αιώνιος και δόξα στον Θεό, τον μόνο χορηγό όλων των αγαθών,[3] αμήν, αμήν».

Μια από τις πολλές προτεινόμενες εκτελέσεις του ύμνου, που ακολουθεί ένα ελαφρώς διαφορετικό κείμενο για τα κενά του παπύρου:


Ο λεγόμενος «Ύμνος της Οξυρύγχου» αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό χειρόγραφο ελληνικού χριστιανικού ύμνου που περιέχει ταυτόχρονα και το κείμενο, αλλά και τη μουσική σήμανση. Το χειρόγραφο έχει τον αριθμό 1786 στη συλλογή των παπύρων της Οξυρύγχου και φυλάσσεται στην Οξφόρδη. Ανακαλύφθηκε το 1918 και εκδόθηκε το 1922. Ο ύμνος γράφτηκε στα τέλη του 3ου αιώνα μετά Χριστόν. Καλεί σε μία τελετουργική σιωπή κατά την παράδοση των αρχαίων ελληνικών ύμνων και προχωρεί στην εξύμνηση της Αγίας Τριάδας. Από ιστορική άποψη αποδεικνύει τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, καθώς οι μορφωμένοι Έλληνες χριστιανοί αποδέχτηκαν και χρησιμοποίησαν την κλασική μουσική παράδοση, για να εκφράσουν τις νέες απαιτήσεις της χριστιανικής λατρείας. Γι’ αυτό και ο ύμνος είναι γραμμένος σε ελληνική φωνητική μουσική σήμανση, ενώ ανήκει στο λεγόμενο διατονικό γένος. Αποτελεί το μόνο σωζόμενο παράδειγμα ελληνικής χριστιανικής μουσικής από τους τέσσερις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Για τον τρόπο έκφρασής του δεν φαίνεται να αντλεί από την Βίβλο, ούτε φαίνεται να έχει ως πρότυπο βιβλικά χωρία.
Τα υπολείμματα του ύμνου ανευρίσκονται στο πίσω μέρος ενός λογαριασμού με ποσότητες δημητριακών, στον οποίο εμφανίζεται ένας ικανός αριθμός ονομάτων από πόλεις του νομού της Οξυρύγχου. Ο ύμνος κλείνει με ένα διπλό αμήν, το οποίο το ακολουθεί κενό, γεγονός που σημαίνει ότι ο ύμνος τελείωνε εκεί. Η αρχή του ύμνου είναι κατεστραμμένη και έτσι δεν ξέρουμε εάν ο πρώτος φθαρμένος στίχος  του χειρογράφου ήταν και ο πρώτος στίχος του ύμνου.
Τα αρχαία ελληνικά μουσικά κείμενα παρουσιάζουν μία σχετικά απλή μέθοδο μουσικής σήμανσης. Γράμματα του ιωνικού αλφαβήτου, συμπληρωμένα με κάποια επιπλέον σύμβολα, σημαδεύουν τη φωνητική μουσική και τοποθετούνται πάνω από το κείμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε να αντιστοιχούν σε συλλαβές. Διαφορετικές ομάδες συμβόλων χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν την οργανική μουσική ή την απλή μουσική συνοδεία. Η ερμηνεία των συμβόλων της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι γενικά καλά γνωστή στους ειδικούς χάρη στην ύπαρξη ειδικευμένων πραγματειών που μας σώθηκαν από την αρχαιότητα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το έργο Μουσική Εισαγωγή του Αλύπιου, ο οποίος έζησε στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο. Στη μορφή που σώζεται το έργο περιέχει πίνακες μουσικών συμβόλων. Ο Αλύπιος ερμηνεύει αυτά τα σύμβολα με κάποια προκαταρκτικά σχόλια. Εκεί αναφέρεται στα σημάδια (σημεῖα) για τους 15 τρόπους ή τόνους και στη συνέχεια τα ομαδοποιεί όλα σε δύο ομάδες μουσικών συμβόλων, από τις οποίες η μία αφορά το κείμενο (λέξις) και η άλλη τη μουσική συνοδεία (κρούσις). Όλα τα χειρόγραφά του Αλυπίου διακόπτονται σ’ αυτό το σημείο, αλλά χάρη στην ύπαρξη άλλων παρόμοιων έργων και των ίδιων των μουσικών δειγμάτων της αρχαίας ελληνικής μουσικής είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε μία λίγο-πολύ ολοκληρωμένη εικόνα. Τα μουσικά σύμβολα που μας παρέχει ο Αλύπιος, αλλά και άλλοι συγγραφείς της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου, είναι λογικό ότι ταιριάζουν περισσότερο στη μουσική της εποχής τους, ωστόσο φαίνεται να λειτουργούν και για προηγούμενες περιόδους της ελληνικής μουσικής. Σε κάθε περίπτωση ο Αλύπιος, του οποίου οι πίνακες για το διατονικό γένος διασώζονται ακέραιοι, μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστη πηγή για την ερμηνεία των μουσικών συμβόλων που συναντώνται στον πάπυρο μας, ένα χειρόγραφο το οποίο ανήκει στο τέλος της μακραίωνης ελληνικής μουσικής παράδοσης. Ο πάπυρος χρησιμοποιεί τα ακόλουθα σύμβολα:  
Ιδού ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται τα μουσικά σημάδια στο ίδιο το χειρόγραφο:

Το έτος 1992  ο Martin West,  ένας από τους σπουδαιότερους φιλολόγους του 20ου αιώνα και ειδικός στην αρχαία ελληνική μουσική, μελέτησε ξανά τον πάπυρό μας και εξέδωσε μία καθοριστική μελέτη που άλλαξε την οπτική γωνία υπό την οποία γινόταν μέχρι τότε  αντιληπτό τόσο το περιεχόμενο, όσο και η μουσική του κειμένου. Ο West έκανε ξεκάθαρο ότι κάθε όψη του ύμνου ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο της ελληνορωμαϊκής Αιγύπτου του 2ου και 3ου αιώνα μετά Χριστόν. Κατέδειξε επίσης με ποιο τρόπο ο συνθέτης του ύμνου κατάφερε να εντάξει δύσκολες μετρικά χριστιανικές φόρμουλες, αφήνοντας σε άλλα σημεία την μουσική να παρασύρει το μετρό, ενώ σε άλλα σημεία τις προσάρμοσε, ώστε να ταιριάζουν στο μετρό. Το μοτίβο της κοσμικής σιωπής έχει πλήθος ελληνικά παράλληλα που φτάνουν πίσω τουλάχιστον ως την Ελληνιστική Εποχή. O West κατέδειξε επίσης ότι η μουσική του ύμνου ταιριάζει απόλυτα μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής μουσικής παράδοσης, ανατρέποντας τη μέχρι τότε καθιερωμένη άποψη ότι ο ύμνος παρουσιάζει στοιχεία και επιδράσεις από την αιγυπτιακή, την συριακή ή την ιουδαϊκή παράδοση. Στην ίδια άποψη κατέληξε και η πλέον  εξαντλητική εξέταση  του ύμνου από τον Charles Cosgrove το 2011 (An Ancient Christian Hymn With Musical Notation). Μετά από αυτές τις δύο μελέτες σήμερα γίνεται γενικά αποδεκτό ότι ο παρών ύμνος στέκει στο τέλος της αρχαίας ελληνικής μουσικής παράδοσης, όπως αυτή μαρτυρείται από τα σωζόμενα δείγματα.


[1] Παραπέμπει στην αρχαία παράδοση για την μουσική των σφαιρών.
[2] Πιθανότατα εννοούνται οι άγγελοι ή ίσως όλα τα ουράνια πνευματικά όντα.
[3] Παραπέμπει στην αρχαιοελληνική έκφραση θεοί δωτῆρες ἐάων, που χρησιμοποιεί ήδη η επική παράδοση.