Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Υποθέσεις για τη γλώσσα των κατοίκων της Τροίας



Ένα από τα αναπάντητα ερωτήματα της ιστορίας είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι κάτοικοι της Τροίας. Γενικά έχουν γίνει τρεις υποθέσεις:

1) Οι κάτοικοι της Τροίας μιλούσαν την Ελληνική. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται βασικά στο επιχείρημα ότι οι Τρώες μιλούν Ελληνικά στον Όμηρο. Το επιχείρημα, ωστόσο, δεν ευσταθεί, επειδή αγνοεί μια βασική σύμβαση της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας που ισχύει από την ένδοξη αρχή της ως το ένδοξο τέλος της: όλοι οι ξένοι στα έργα των Ελλήνων συγγραφέων μιλούν άπταιστα την Ελληνική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Πέρσες του Αισχύλου. Δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας πρωταγωνιστής σ’ αυτό το έργο. Όλα τα ομιλούντα πρόσωπα είναι Πέρσες, αλλά η γλώσσα που μιλούν είναι η Ελληνική, ενώ ακόμη και οι θεοί τους οποίους επικαλούνται είναι οι ελληνικοί θεοί. Ο Αισχύλος, όπως και πολύ πριν από αυτόν ο Όμηρος, έγραφαν για ένα ελληνικό κοινό και θα ήταν πραγματικά κωμικό αν έβαζαν τους ξένους πρωταγωνιστές να μιλούν στη γλώσσα τους. Φανταστείτε όταν συγκρούονται στις ατομικές μονομαχίες Έλληνες και Τρώες ήρωες: πολλές φορές μιλούν μεταξύ τους πριν ή και την ώρα της μονομαχίας. Θα ήταν κωμικό αν χρειάζονταν μαζί στη μάχη και έναν μεταφραστή... Συμπέρασμα: ο Όμηρος δεν αποτελεί επιχείρημα για το ότι οι Τρώες μιλούσαν Ελληνικά. Από την άλλη κάποια ελληνική πολιτιστική επίδραση στην Τροία είναι βέβαιη: η τρωική θεότητα Apaliunas αντανακλά το όνομα του Απόλλωνα, που έχει γνήσια ελληνική ετυμολογία. Ένας από τους βασιλείς της Τροίας λέγεται Alaksandu, που είναι σχεδόν βέβαιο ότι αποτελεί μια προσπάθεια απόδοσης του ονόματος Αλέξανδρος. Γενικά, όμως, η μυκηναϊκή επίδραση στον υλικό πολιτισμό της Τροίας είναι περιορισμένη (λ.χ. μόνο ένα μικρό μέρος της κεραμικής παρουσιάζει μυκηναϊκή επίδραση). 

2) Οι Τρώες μιλούσαν μια από τις λεγόμενες Ανατολιακές γλώσσες, μια ομάδα συγγενών γλωσσών που περιλαμβάνει τη Χεττιτική, τη Λουβική και την Παλαϊκή κατά τη 2η χιλιετία π.Χ., τη Λυκική, τη Λυδική, την Καρική, τη Σιδητική και την Πισιδική κατά την 1η χιλιετία π.Χ. Το μόνο γραπτό που έχει βρεθεί στην Τροία είναι μια σφραγίδα γραμμένη στη Λουβική. Πολλοί βγάζουν το συμπέρασμα ότι οι Τρώες όντως μιλούσαν Λουβικά. Άλλοι, ωστόσο, δικαίως αντιτείνουν ότι από μια σφραγίδα δεν μπορεί να βγάλει κανείς συμπέρασμα, επειδή οι σφραγίδες είναι κινητά αντικείμενα και η συγκεκριμένη θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιον ξένο που ζούσε στην πόλη ή να αποτελεί αναμνηστικό κειμήλιο στην Τροία μέσω κάποιας ξενίας.

3) Οι Τρώες μιλούσαν μια από τις μικρασιατικές προανατολιακές γλώσσες, όπως είναι η Χαττική (δεν πρέπει να συγχέεται με τη Χεττιτική) ή κάποια γλώσσα του λεγόμενου μεσογειακού υποστρώματος. Το όνομα της Τροίας βασίζεται στη ρίζα Trs (Taruisa, Truisa), η οποία υπάρχει και στο όνομα των Τυρσηνών ή Τυρρηνών. Υπήρχε η παράδοση ότι αυτοί κατοικούσαν στην περιοχή και έφυγαν μετά το τέλος της Εποχής του Χαλκού, για να πάνε στην Ιταλία, όπου έγιναν οι Tursci των Λατίνων (=Ετρούσκοι). Μια γλώσσα παρόμοια με την Ετρουσκική βρέθηκε σε επιγραφή στη Λήμνο. Η άποψη για την ύπαρξη κάποιας προανατολιακής γλώσσας στην Τροία έχει θεωρητικά υπέρ της και το εξής: η Τροία υπήρχε τουλάχιστον από το 3000 π.Χ., ενώ οι Ανατολιακές γλώσσες σύμφωνα με τους γλωσσολόγους διείσδυσαν στη Μικρά Ασία από το 2500 π.Χ. και μετά. Φυσικά θα μπορούσε να είχε υπάρξει κατάκτηση και γλωσσική μείξη (από τους Λούβιους ή τους Χετταίους). Ίσως τελικά η πλέον εύλογη εικόνα να είναι ότι οι κάτοικοι της Τροίας αποτελούσαν ένα πολύγλωσσο σύνολο κατά τη 2η χιλιετία π.Χ., όπως συμβαίνει λ.χ. στην Ουγκαρίτ και άλλες εμπορικές πόλεις της ίδιας εποχής.


Συμπέρασμα: με τα τωρινά δεδομένα είναι αδύνατη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τη γλώσσα ή τις γλώσσες των Τρώων. Ίσως μελλοντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις να μας δώσουν κάποτε περισσότερα στοιχεία.      

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…