Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η δελφική θεωρία της μαντικής έμπνευσης: ο θεός, η πυθία του και το φως του μέλλοντος


Στο έργο του Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν ο ιερέας των Δελφών και μέγιστος συγγραφέας Πλούταρχος εκθέτει την γενική άποψή του για τη μαντεία. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε ένα βαθμό η άποψη αυτή διαμορφώθηκε μέσα από την προσωπική του πείρα ως ιερέα, αλλά και μέσα από συζητήσεις με άλλα μέλη του μαντείου και φιλοσόφους, όπως ο δάσκαλός του πλατωνικός Αμμώνιος. Το έργο αυτό του Πλουτάρχου έχει τη μορφή διαλόγου. Ο τίτλος του διαλόγου σαφηνίζει επακριβώς το κεντρικό θέμα που τίθεται προς επίλυση: για ποιο λόγο η Πυθία δεν εκφράζει πλέον τους χρησμούς της σε μέτρο, αλλά σε πεζό λόγο. Ο Πλούταρχος, όμως, αναμφίβολα εξετάζει και άλλα προβλήματα που εγείρει το δελφικό μαντείο: είναι κυρίως το ζήτημα της εγκυρότητας και της αξίας των χρησμών που υπερβαίνει με μοναδικό τρόπο το κεντρικό θέμα για τη μορφή των χρησμών που δίνει η Πυθία. Επιπλέον, η θεωρία της μαντικής έμπνευσης, που εκτίθεται με αφορμή το ίδιο ζήτημα, παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια που υπαινίσσεται ο τίτλος του έργου.
Ορισμένοι σύγχρονοι του Πλουτάρχου, όπως ο Διογενιανός, ένιωθαν έκπληξη από το γεγονός ότι η μορφή των χρησμών της Πυθίας είχε αλλάξει με το πέρασμα των αιώνων. Ενώ, δηλαδή, σε μια παλαιότερη εποχή η μορφή των χρησμών ήταν έμμετρη, την εποχή του Πλουτάρχου ήταν πλέον σε πεζό λόγο. Το γεγονός αυτό αναγκάζει το συγγραφέα να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας του γύρω από αυτό το ζήτημα. Εντούτοις, ο Πλούταρχος θεωρεί ότι το όλο θέμα ότι έχει τεθεί με λάθος τρόπο, επειδή η συγκεκριμένη αλλαγή που συνέβη δεν ήταν κατά τη γνώμη του ριζική. Παρ’ όλα αυτά αναγκάζεται να ασχοληθεί κυρίως μ’ αυτό, αν και δεν ξεχνά να απαντά και σε άλλες αντιρρήσεις που προέβαλαν οι δύσπιστοι και που κατά τη γνώμη του ήταν σοβαρότερες, όπως λ.χ. για τη λογοτεχνική μετριότητα των χρησμών τόσο σε μέτρο όσο και σε πεζό λόγο.
Ο Πλούταρχος είχε ήδη ασχοληθεί πολλές φορές με το πρόβλημα της μαντικής έμπνευσης σε αρκετά από τα έργα του, προπάντων όμως στο Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων (= η παρακμή των μαντείων). Σ’ εκείνο το έργο είχαν εξεταστεί από κοινού δύο υποθέσεις: σύμφωνα με την πρώτη η μαντική έμπνευση έπρεπε να αποδοθεί στην ύπαρξη των δαιμόνων, όντων με ενδιάμεση θέση μεταξύ θεών και ανθρώπων, μια άποψη που είχε εκφραστεί ήδη από τον Πλάτωνα. Σύμφωνα με τη δεύτερη η μαντική έμπνευση έπρεπε να αποδοθεί σε ένα πνεύμα, μια αναθυμίαση που προκαλούσε έκσταση, ένα ρευστό υλικό που υποτίθεται ότι αναδυόταν από κάποια ρωγμή του εδάφους κάτω από το μαντικό τρίποδα, προκαλώντας τον ενθουσιασμό, τη θεϊκή κατοχή, τη μανική έκσταση της Πυθίας.
Σ’ εκείνο το διάλογο η ισχυρή προσωπικότητα του Αμμωνίου, του δασκάλου του Πλουτάρχου, απέρριπτε αυτές τις θεωρίες που επιζητούσαν να αφαιρέσουν από το θεό την αιτία της έκστασης. Το έργο τελείωνε με μια ομολογία αδυναμίας να δοθεί απάντηση και με μια υπόσχεση για επανεξέταση του ζητήματος στο μέλλον. Το Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν φέρνει στο προσκήνιο μια λύση που μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο ως η τελική που έδωσε ο Πλούταρχος στο πρόβλημα. Φαίνεται ότι ο συγγραφέας αποφάσισε να δώσει μια οριστική απάντηση σε ένα ζήτημα που τον είχε απασχολήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής του. Στο έργο αυτό πίσω από το όνομα του Θέωνα, το οποίο συμβολίζει συνάμα την πίστη στο θεό και το θεολογικό προσανατολισμό του συγγραφέα, ο Πλούταρχος θεωρεί ότι ο Απόλλωνας είναι ο αληθινός και μόνος αυτουργός της προφητείας. Εντούτοις, δε συμμερίζεται τη λαϊκή και απλοϊκή πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία ο θεός μιλούσε αυτοπροσώπως μέσα από το στόμα της Πυθίας. Κατά τη γνώμη του η φωνή, οι ήχοι, οι εκφράσεις και οι στίχοι δεν ανήκουν στο θεό, αλλά στην ίδια την Πυθία. Ο ίδιος ο Απόλλωνας αρκείται να της προκαλεί οράματα και να γεμίζει την ψυχή της μ’ εκείνο το φως που επιτρέπει τη θέαση του μέλλοντος. Αυτή είναι η αληθινή ουσία του ενθουσιασμού. Ο Θέωνας μάλιστα δίνει ένα βαθύτερο και πιο φιλοσοφικό περιεχόμενο: η ψυχή της Πυθίας είναι για το θεό ένα όργανο, κατά τον ίδιο τρόπο που το σώμα αποτελεί όργανο για την ψυχή. Η φύση αυτού του οργάνου δεν είναι απαθής και η σκέψη του θεού φτάνει σ’ εμάς μέσα από ένα παραπέτασμα και επομένως πάντα μη καθαρή. Κατά τον ίδιο τρόπο η σελήνη αντανακλά για μας τις ακτίνες του ήλιου, αλλά όχι ακριβώς όπως τις έλαβε.
Για τον Πλούταρχο το πέρασμα από την ποιητική μορφή των χρησμών στον πεζό λόγο μπορεί να εξηγηθεί με την εξέλιξη των λογοτεχνικοί ειδών και επομένως δε σχετίζεται άμεσα με τον Απόλλωνα. Ο Πλούταρχος αποτελεί τον πνευματικό πρόδρομο ορισμένων ερμηνευτών της Βίβλου, ιδιαίτερα των προφητικών βιβλίων της: ο προφήτης δεν παραμένει απαθής στην επίδραση της θείας φώτισης. Έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία, τις δικές του πεποιθήσεις. Μιλά για λογαριασμό του καιρού και της κοινωνίας, στην οποία έζησε. Είναι διαμέσου της ψυχής του προφήτη που ακούμε τη φωνή του θεού.

Ο διάλογος αυτός αντιπροσωπεύει αναμφίβολα το τελευταίο στάδιο της σκέψης του Πλουτάρχου επάνω σ’ αυτά τα ζητήματα. Ο συγγραφέας κατόρθωσε μ’ αυτόν να πραγματοποιήσει τη σύνδεση της αθηναϊκής φιλοσοφίας με τη δελφική θεολογία με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί και τον πιστό και τον διανοούμενο, τον ιερέα του Απόλλωνα και το μαθητή του Πλάτωνα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…