Πέρσες και Θράκες στους Αχαρνείς του Αριστοφάνη


Στους Αχαρνείς το θέμα του έργου είναι πρωτίστως η ειρήνη με την Σπάρτη, αλλά στο πέρασμά του μέσα από τον πολύχρωμο καθημερινό κόσμο, ο Αριστοφάνης συλλαμβάνει ένα θέμα, που οδηγεί έμμεσα προς τους βαρβάρους: πρόκειται για τις κακές συνήθειες της αθηναϊκής εξωτερικής διπλωματίας. Βρίσκουμε αμέσως μερικά γνωστά στερεότυπα για τους βαρβάρους, επεξεργασμένα διεισδυτικά από τον Αριστοφάνη: οι Αθηναίοι απεσταλμένοι που μόλις επέστρεψαν από την Περσία μετά από χρόνια προσποιούνται αναίσχυντα ότι δήθεν γκρινιάζουν για το ταξίδι τους, που έπρεπε να το κάνουν στην ταξιδιωτική άμαξα ξαπλωμένοι σε μαλακά μαξιλάρια. Τα «βάσανά» τους δεν είχαν τέλος: έπρεπε οι "ταλαίπωροι" να πιούνε αναγκαστικά από χρυσές κούπες κι από κρυστάλλινα κύπελλα, γλυκό, καθαρό κρασί, ούτε σταγόνα νερό. Ως δικαιολογία εκ μέρους των πρέσβεων ακολουθεί μια γνήσια προκατάληψη: στους βάρβαρους θεωρείται άνδρας μόνο όποιος παραδίδεται εξ’ ολοκλήρου στο ποτό και το φαγητό. Αυτό αναγκάστηκαν να κάνουν κι εκείνοι. Ο ήρωας του έργου Δικαιόπολης αναγνωρίζει το κλισέ, αλλά συνάμα σπεύδει να αποκαλύψει την εξαχρείωση των πρέσβεων παρατηρώντας σαρκαστικά: ενώ σ’ εμάς τους Αθηναίους ως άντρες θεωρούνται μόνο οι αχρείοι και οι κυνηγοί πορνών. Έτσι όμως η συνολική σκηνή είναι πολύ αμφίσημη. Ναι μεν στους Πέρσες επικρατούν η πολυτέλεια και η αφθονία, αλλά είναι οι Αθηναίοι απεσταλμένοι που διασκεδάζουν στο εξωτερικό χρόνια ολόκληρα με δημόσια δαπάνη. Η οικεία πλευρά είναι λοιπόν ο πραγματικός στόχος της επίθεσης και τα στερεότυπα περί βαρβάρων χρησιμοποιούνται γι’ αυτόν το σκοπό μόνο συμπτωματικά. Το ίδιο ισχύει και για το χιούμορ με τον απεσταλμένο των Περσών Ψευδαρτάβα που ομιλεί σπαστά, καθώς και για τα λογοπαίγνια με τον «οφθαλμό του βασιλέως» (=Πέρσης απεσταλμένος), τα οποία μπορούν να θεωρηθούν μάλλον άκακα. Το ίδιο ισχύει επίσης και για την αναφορά στον χρυσό: είναι βέβαια τυπικά συνδεμένος με την Περσία, από την άλλη όμως ο Δικαιόπολης δυσφημεί και τους Αθηναίους (=Ίωνες), που καιροφυλακτούν γι’ αυτόν: χαυνόπρωκτοι είναι οι Ίωνες, όταν περιμένουν χρήματα από τους βάρβαρους, μεταφράζει ο Δικαιόπολης τα ακατάληπτα λόγια του Πέρση απεσταλμένου Ψευδαρτάβα.
            Διαφορετικά φαίνονται τα πράγματα με τους Θράκες, οι οποίοι παρουσιάζονται ως οι επόμενοι βάρβαροι. Η αναγγελία ότι οι Θράκες του βασιλέα Σιτάλκη έφτασαν στην Αθήνα και ότι είναι ανάμεσα στους γενναιότερους των Θρακών υποσκάπτεται από την καθόλου κολακευτική αναφορά ότι πρόκειται μόνο για «συρφετό», ο οποίος επιπλέον κλέβει εν τέλει από τον Δικαιόπολη ακόμη και τα σκόρδα, ένα γεγονός το οποίο αυτός αμέσως το εξυψώνει σε γενικό: «βλέπετε εσείς οι Πρυτάνεις πώς στην πατρίδα μου με καταληστεύουν βάρβαροι»; Από την άλλη ο Αθηναίος πρέσβης στον Σιτάλκη, ο οποίος μόλις γύρισε κι αυτός στην Αθήνα, ενημερώνει την συγκέντρωση του Δήμου: ο Σιτάλκης είναι ένας φίλος της Αθήνας, είναι στην κυριολεξία ερωτευμένος με τους Αθηναίους και γράφει στους τοίχους «Αθηναίοι καλοί!». Όλη αυτή η θεατρική κοροϊδία θα είχε νόημα, μόνο εάν η ενδεχόμενη εχθρότητα των Θρακών λαμβανόταν σοβαρά υπόψη και δεν την υποτιμούσαν.
Κατά τα φαινόμενα, λοιπόν, όλοι οι Βάρβαροι δεν είναι όμοιοι μεταξύ τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι Πέρσες δεν καταλαμβάνουν και τόσο άσχημη θέση: ακόμη και οι  γλωσσικές τους ελλείψεις σχετικοποιούνται μέσω των διαλέκτων των Μεγαρέων και των Βοιωτών, οι οποίοι γίνονται θύματα δριμείας χλεύης, ομοίως όπως και οι Σπαρτιάτες.

[Από το Stephan Schmal, Feindbilder bei den frühen Griechen, 1995]