"Να πάρεις νερό του Χάρου": αρχαιοελληνική καταραστική ποίηση



Θραξ
Στην κατηγορία της καταραστικής ποίησης φαίνεται ότι ανήκε και το ποίημα Θραξ του Ευφορίωνος από τη Χαλκίδα. Κάποιος, ίσως ο ίδιος ο ποιητής, καταριέται έναν δολοφόνο με μυθολογικά παραδείγματα, ενώ απευθύνει ευλογίες προς το θύμα. Δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε αν το ποίημα είχε για αφετηρία του ένα πραγματικό ή ένα φανταστικό περιστατικό. Όπως μάλιστα προτείνουν οι Lloyd-Jones και Parsons (Supplementum Hellenisticum 413-5 στο υπόμνημα), ίσως το θύμα να μην ήταν καν άνθρωπος, αλλά κάποιο ζώο, ίσως ένας σκύλος από ράτσα Θρακική, η οποία αναφέρεται ως εξαιρετική από τους αρχαίους. Σε μια τέτοια περίπτωση οι κατάρες του ποιητή δε θα έπρεπε να νοηθούν πολύ σοβαρά.



α. 
Το πρώτο απόσπασμα διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος στο λήμμα Άσβωτος (=πόλη της Θεσσαλίας. Η Θεσσαλία φημιζόταν για τα άλογά της). Το χωρίο περιγράφει τη διάσωση του μάντη-ήρωα Αμφιάραου από τα άλογά του, τα οποία τον έφεραν στην πηγή του Άργους Φυσάδεια, στη διάρκεια κάποιας μάχης. Ίσως να πρόκειται για τον πόλεμο των Επτά εναντίον της Θήβας, όπου ο Αμφιάραος εξαφανίστηκε μέσα σε ένα χάσμα που άνοιξε στη γη ο κεραυνός του Δία κοντά στον ποταμό Ισμηνό. Δε γνωρίζουμε πώς συνδεόταν ο θάνατος του Αμφιάραου με τις κατάρες που εκτοξεύει ο ποιητής. Ίσως να εύχεται στον εχθρό του να τον καταπιεί η γη όπως τον Αμφιάραο.

Κι αυτόν άλογα της Ασβώτου  τον φέρνανε γοργά απ' τη βοή της μάχης,
για τελευταία φορά τον έσωσαν  με τρίχωμα όλο σκόνη,
ορμώντας στη Φυσάδεια που όμορφα κυλά.
 .

β.[2]
      Με διαταγή του σκληρού άντρα να φέρει τον Κέρβερο επάνω, στο φως...

γ.
Αυτό το απόσπασμα κάνει πιθανώς λόγο για την τάφο των Γιγάντων που πολέμησαν την εξουσία του Δία. Ο ποιητής εύχεται στον εχθρό του να έχει την τύχη τους. Βλ. Στράβων 10, 5, 9: «Η Μύκονος είναι που από κάτω της, λέει ο μύθος, κείτονται οι τελευταίοι Γίγαντες, τους οποίους θανάτωσε ο Ηρακλής...».
            Τάφος κάτω από τις πλαγιές της Μυκόνου με τα πολλά χαλίκια...

δ.
 Το κείμενο αυτό από τον Θράκα διέσωσε πάπυρος που αποτελείται από δύο στήλες. Στο κείμενο της πρώτης ο ποιητής απευθύνεται και πάλι στον εχθρό του με κατάρες για πόση δηλητηρίων (στ. 1-4), για ολέθριους γάμους (στ. 5-18) και για ναυάγια (στ. 20 κ.εξ.). Κεντρική θέση κατέχει η ιστορία της Απριάτης, η οποία απορρίπτει περιφρονητικά τον έρωτα του Τράμβηλου και πέφτει στη θάλασσα.
Στη δεύτερη στήλη ο ποιητής αναπολεί τη χρυσή εποχή της δικαιοσύνης πριν την άφιξη της Πανδώρας, αυτού του δόλιου θεϊκού δώρου στους ανθρώπους. Από τότε βασιλεύει ο πόλεμος και η αδικία. Εύχεται να ξανάρθει μια εποχή ειρήνης και δικαίου, όπου το κακό θα τιμωρείται απαρέγκλιτα, και δίνει δύο παραδείγματα τιμωρίας των αδίκων από τη Δίκη (Τηλεβόες και κάποιο άγνωστο, λόγω φθοράς του κειμένου, μυθικό πρόσωπο). 

(στήλη 1)
(ο πρώτος στίχος είναι ανίατα φθαρμένος)

[                 ] αφού αντλήσεις απ' το Βοριά [3] [                   ]
[                 ] να πάρεις νερό του Χάρου
[                 ] όταν τους άθλους του Δία (ο γιος;) [           ][4]
(κι ούτε ) μετά το δείπνο να έρθεις σε άδειο κρεβάτι. [5]
Μα εσύ μακάρι γάμο να γιορτάσεις με....
ή σαν τον Άκτορα [6] να επιζητείς τη θαλερή Λειπεφίλη, [7]
την κόρη του Ιόλαου, του άφοβου στη μάχη γιου του Ιφικλή,
και η Σεμίραμις [8] εράσμιο σύζυγό της να σε αγκαλιάσει,
για να χτυπάει στον προθάλαμο του ευωδιαστού της κοιτώνα
το χαριτωμένο σου μέτωπο με το παρθενικό της το πόδι.
Ή στ' αλήθεια εγώ, αχρείε σκύλε, το γάμο της Απριάτης θα σου ετοιμάσω
που τρέμοντας κάποτε το κρεβάτι του Τράμβηλου, του γιου του Τελαμώνα,
στη θάλασσα πήδησε από βράχο απόκρημνο.
[                 ] κι αυτήν ενώ ακόμη ανέπνεε [                     ]
δελφίνια σπεύδαν (να τη σώσουν) μέσα απ' τα σκοτεινά νερά.,
για να τραγουδάμε πότε τη σωτηρία της  από τα ψάρια [           ]
και πότε τη μοίρα του Τράμβηλου που τον δάμασε ο Αχιλλέας.[9]
Φονιά των ξένων, [10] [        ] εσένα κρύος (ο θάνατος να σου ‘ρθει []
[                 ] κι αυτά από γύρω να σε ταράζουν
[                 ] καθώς θα περιπλανιέσαι γύρω απ' το Μαλέα, [11]
[                 ] του Ωρίωνα με το μακρύ το ξίφος [12] [          ]
[                 ] όταν φυσούν οι θυελλώδεις Λίβες,
πλέοντας να πέσεις στα νύχια του Καρκίνου που δύει,
[                 ] να κολυμπήσεις μες τη θάλασσα
[                 ] στα θαλάσσια [                    ]
[                 ] το ακρωτήρι του Μίμαντα [13] [                       ]
(ακολουθούν 7 πολύ φθαρμένοι στίχοι)

(στήλη 2)        
(Λείπουν 8 στίχοι)
...η Πανδώρα, δώρο κακό, εκούσιος των ανθρώπων πόνος.
Ο Άρης να τους μοιράσει στη ζυγαριά του το μισθό τους [14]
και τον παγερό πάλι αφήνοντας πόλεμο
στους ανθρώπους την Ειρήνη να στείλει που φέρνει τα πλούτη
και στην αγορά να στήσει τη Θέμιδα, που το καλό ανταμείβει,
μαζί και τη Δίκη, που γοργά το γέρικο [15] σηκώνει το πόδι της,
αγριεμένη με τα έργα των ανθρώπων που επιβλέπει.
Αυτών που βέβαια τους θεούς εξοργίζουν και διαστρέφουν  τους νόμους τους
ή αλαζονικά στους αδύναμους γονείς τους φέρονται,
περιφρονώντας των ζωντανών τις παραινέσεις και των πεθαμένων, [16]
ή παραβαίνουν τα φιλόξενα γεύματα και τραπέζια του Δία. [17]
Ούτε καν ο πιο ελαφρός των ανέμων που φυσούν ακατάπαυστα
εύκολα δεν μπορεί να ξεφύγει τα ευκίνητα πόδια της Δίκης, όταν εκείνη σκιρτά.
Κι ούτε ποτέ στα νησιά Εχινάδες [18] με τα πλοία θα ενσκήπτανε
του Αμφιτρύωνα [19] και του Κέφαλου οι σύντροφοι
και η Κομαιθώ [20] ποτέ δε θα έκοβε τη χρυσή τρίχα απ' τους κροτάφους
του πατερα της, για να γίνει το αγρίμι άταφος τάφος της, [21]
αν με βόδια κλεμμένα δρόμο οι Τηλεβόες [22] δεν άνοιγαν,
που μέσω θαλάσσης έφυγαν απ' τον Αρσίνο. [23]
Κι [24] ούτε οι [                      ] θα σκέφτονταν να παν,
ούτε να βρουν ανάμεσα στα χόρτα τα ίχνη της αγελάδας απ' την Αχαΐα,
αν  o [                    ] με το δόρυ δεν έκοβε [                     ] [25]
Γι' αυτό ελπίζω με χειρότερο τρόπο να γεράσει
αυτός που το λαρύγγι σου στο αίμα πλημμύρισε, κακόμοιρε.
Ελαφρύ για σένα το χώμα και βαρύς ο έπαινος που θ' απλώσουν επάνω σου.
Χαίρε – αν βέβαια και στον Άδη υπάρχει στ' αλήθεια κάποια χαρά.





[2] Το απόσπασμα αναφέρεται στον Ηρακλή και στον άθλο του με τον Κέρβερο. Ο σκληρός άντρας είναι ο Ευρυσθέας που διέταξε τον άθλο.
[3] Το κείμενο είναι εξαιρετικά φθαρμένο. Εντούτοις από τα σχόλια που υπάρχουν στον πάπυρο αντιλαμβανόμαστε ότι ο ποιητής φαίνεται να καταριέται τον εχθρό του να πιει θανατηφόρο νερό από κάποια εξαιρετικά παγωμένη πηγή κοντά στον ποταμό Ψυχρό. Υπάρχουν διάφοροι ποταμοί μ' αυτό το όνομα, πιθανότερος όμως υποψήφιος είναι ο ομώνυμος ποταμός στον Καύκασο, κοντά στον οποίο υπήρχε η πόλη Πάγραι.
[4] Ο ποιητής φαίνεται να καταριέται τον εχθρό του να πιει θανατηφόρο νερό. Η αναφορά σε άθλους στο στίχο 4 φαίνεται να σχετίζεται με τον Ηρακλή, για τον οποίο γνωρίζουμε από άλλο απόσπασμα του Ευφορίωνος ότι ανέβασε τον Κέρβερο στο φως κοντά στην Ηράκλεια του Πόντου, σε ένα μέρος που οι ντόπιοι αποκαλούσαν Αχερούσιον. Σ’ εκείνο το μέρος ο Κέρβερος ξέρασε χολή, από την οποία φύτρωσε ένα δηλητηριώδες φυτό.
[5] Εδώ έχουμε αλλαγή θέματος: μετά την δηλητηριώδη πόση ακολουθεί άλλου είδους κατάρα: ο έρωτας του εχθρού να είναι όχι άδειος, αλλά γεμάτος με τερατωδίες. Αυτό είναι το νόημα του στίχου.
[6] Με το όνομα αυτό αναφέρονται αρκετοί ήρωες, αλλά κανείς δε σχετίζεται με τη Λειπεφίλη.
[7] Κόρη του Ιόλαου, η οποία αναφέρεται από τον Ησίοδο (απ. 252) ως γυναίκα του Φύλα ξακουστή για την ομορφιά της: «ο Φύλας πήρε γυναίκα του την κόρη του περίφημου Ιόλαου, τη Λειπεφίλη, που με τις θεές του Ολύμπου στην ομορφιά ανταγωνιζόταν». Δε γνωρίζουμε από άλλες πηγές την ερωτική ιστορία του Άκτορα και της Λειπεφίλης, πάντως θα πρέπει να είχε τραγική κατάληξη για να συμπεριλαμβάνεται σε μια κατάρα.
[8] Η Σεμίραμις, σπουδαία βασίλισσα της Ασσυρίας στα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ., είχε αποκτήσει την κακή φήμη ότι θανάτωνε τους εφήμερους εραστές της το επόμενο πρωί. Βλ. Διόδ. Σικ. 2, 13, 4: «...αφού χάρηκε όλες τις απολαύσεις τις σχετικές με τη φιληδονία, δε θέλησε να παντρευτεί με νόμιμο γάμο, από φόβο να μη στερηθεί ποτέ την εξουσία, αλλά διαλέγοντας από τους στρατιώτες της εκείνους που ξεχώριζαν στην ομορφιά έσμιγε μ' αυτούς και όλους όσους την πλησίασαν ερωτικά τους αφάνιζε».
[9] Την ιστορία διασώζει ο Παρθένιος 26: ο Τράμβηλος, ο γιος του Τελαμώνα, ερωτεύτηκε στη Λέσβο μια κοπέλα, την Απριάτη, και έκανε πολλές προσπάθειες, για να γίνει το κορίτσι δικό του. Καθώς όμως εκείνη δεν έδειχνε αρκετή διάθεση να ενδώσει, έβαλε στο μυαλό του να την κερδίσει με δόλο και απάτη. Μια μέρα, λοιπόν, που πήγαινε μαζί με κάποιες υπηρέτριες σε ένα από τα πατρικά κτήματα, το οποίο βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, έστησε καρτέρι και την έπιασε. Καθώς όμως εκείνη του αντιστεκόταν ακόμη περισσότερο για να κρατήσει την παρθενία της, ο Τράμβηλος οργίστηκε και την έριξε στη θάλασσα, γιατί συνέβαινε σ’ εκείνο το σημείο να είναι βαθιά ακόμη και κοντά στην ακτή. Εκείνη λοιπόν χάθηκε μ' αυτό τον τρόπο. Μερικοί όμως λένε ότι ρίχτηκε μόνη της στη θάλασσα, καθώς την καταδίωκε. Τον Τράμβηλο όχι πολύ αργότερα τον βρήκε τιμωρία από τους θεούς. Γιατί όταν ο Αχιλλέας άρπαζε και κουβαλούσε πολλή λεία από τη Λέσβο, ο Τράμβηλος, κατά παράκληση των ντόπιων για βοήθεια, συνεπλάκη μαζί του. Τότε χτυπημένος στο στέρνο έπεσε αμέσως κάτω. Ο Αχιλλέας, επειδή θαύμασε τη δύναμή του, τον ρώτησε, όσο ανέπνεε ακόμη, ποιος ήταν και από πού. Όταν κατάλαβε ότι ήταν γιος του Τελαμώνα, θρηνώντας πολύ του σήκωσε μεγάλο τύμβο στην ακτή. Αυτός ο τύμβος ακόμη και τώρα ονομάζεται Μνημείο του Τράμβηλου.
[10] Αρχίζει νέα κατάρα σχετική με ναυάγιο στη θάλασσα.
[11] Το νοτιότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, φημισμένο για τις κακοκαιρίες του.
[12] Η δύση του αστερισμού του Ωρίωνος, όπως και παρακάτω του Καρκίνου, συνδεόταν με καταιγίδες.
[13] Ανεμώδες βουνό και ακρωτήριο στην Ιωνία, απέναντι από τη Χίο (βλ. Οδ. γ 172).
[14] H εικόνα της ζυγαριάς που μετρά τη μοίρα των ανθρώπων συνδέεται συνήθως με το Δία. Εντούτοις, στον Αισχύλο, Αγαμ. 437 κ.εξ. και ο Άρης ονομάζεται ταλαντοῦχος.
[15] Υπάρχει οξύμωρο ανάμεσα στο «γοργά» και το «γέρικο πόδι». Εντούτοις, πρέπει να εννοήσουμε το γρήιον ἴχνος μεταφορικά: «το σεβάσμιο πόδι της».
[16] Εννοείται των πεθαμένων και ζωντανών ποιητών και ηθικών φιλοσόφων (οι οποίοι προτρέπουν τους ανθρώπους να σέβονται και να αγαπούν τους γονείς τους) και όχι των ίδιων των γονέων που αναφέρονται στον αμέσως προηγούμενο στίχο.
[17] Δηλαδή, δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις της φιλοξενίας που προστατεύει ο Δίας Ξένιος.
[18] Νησιά του Ιονίου πελάγους, κοντά στον Κορινθιακό κόλπο και στις εκβολές του Αχελώου.
[19] Ο Αμφιτρύων, με τη συνοδεία του Κέφαλου από την Αθήνα, εκστράτευσε εναντίον των Ταφίων και των Τηλεβόων. Κι αυτό, διότι η Αλκμήνη (η μετέπειτα σύζυγος του Αμφιτρύωνος) θα παντρευόταν μόνο εκείνον, ο οποίος θα εκδικούνταν το θάνατο των αδερφών της, που σκοτώθηκαν από τους Τηλεβόες, όταν οι τελευταίοι προσπαθούσαν να κλέψουν τα βόδια του πατερα της Αλκμήνης Ηλεκτρύωνα από την Αργολίδα.
[20] Η Κομαιθώ, κόρη του βασιλιά των Τηλεβόων Πτερέλαου, ερωτεύτηκε τον Αμφιτρύωνα και πρόδωσε τη χώρα της, κόβοντας το χρυσό βόστρυχο του πατερα της, ο οποίος τον έκανε αθάνατο και προφύλασσε το βασίλειο. Ο Αμφιτρύων, όταν νίκησε, θανάτωσε την Κομαιθώ, επειδή πρόδωσε την πατρίδα της. Πβ. την ανάλογη τύχη της Πεισιδίκης στον Απολλώνιο το Ρόδιο.
[21] Υπαινίσσεται σουρεαλιστικά το σπαραγμό του πτώματος της Κομαιθούς από αγρίμια και όρνια.
[22] Οι Τηλεβόες ήταν λαός της Ακαρνανίας, οι οποίοι αργότερα κατοίκησαν στη νήσο Τάφο ή Ταφιάδα, μία από τις Εχινάδες κοντά στη Κεφαλληνία.
[23] Άλλη μορφή του ονόματος του Ερασίνου, ποταμού κοντά στο Άργος.
[24] Από εδώ και στο εξής περνούμε σε άλλο μύθο.
[25] Το χωρίο, που δυστυχώς σώζεται σε κακή κατάσταση, αναφέρεται στο μύθο κάποιου φονιά, ο οποίος με τους συντρόφους του διώχτηκε από τη χώρα του και αναγκάστηκε, ακολουθώντας τα ίχνη μιας συγκεκριμένης αγελάδας, να ιδρύσει αλλού μια νέα πόλη. Παρόμοιος μύθος λεγόταν για την ίδρυση των Θηβών.