Το νέο ποίημα της Σαπφώς για τα αδέρφια της ένα χρόνο μετά την ανακάλυψή του: νέα μετάφραση και εκτενής σχολιασμός



Πριν από έναν χρόνο περίπου ο Dirk Obbink δημοσίευσε σε προκαταρκτική έκδοση στο δίκτυο ένα καινούργιο σχεδόν ακέραιο ποίημα της Σαπφούς με θέμα τους αδερφούς της. Η δημοσίευση είχε το νόημα της ανατροφοδότησης, δηλαδή να παρακινήσει άλλους ειδικούς φιλολόγους σε σχολιασμό και παρατηρήσεις. Τελικά ο Obbink εξέδωσε ένα διορθωμένο και σχολιασμένο κείμενο στο ειδικό περιοδικό Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik (ZPE) 189 2014, 32-49, προκαλώντας, όπως συμβαίνει πάντα στις περιπτώσεις ανακάλυψης νέων κειμένων, ένα κύμα ειδικών μελετών. Είναι σίγουρο ότι το νέο απόσπασμα θα μελετάται για πολλά χρόνια ακόμη και λίγο-λίγο κάποια σκοτεινά του σημεία θα ξεκαθαρίζουν. Είμαστε ακόμη στην αρχή. Είχα ήδη δώσει μια πρώτη μετάφραση του κειμένου, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο δίκτυο, αλλά οι ενδιάμεσες εξελίξεις στην έρευνα νομίζω ότι καθιστούν ενδιαφέρουσα μια νέα «επίσκεψη» σ’ αυτό.

     Ο πάπυρος που σώζει το ποίημα περιλαμβάνει ίχνη και άλλων ποιημάτων της Σαπφώς, κανένα όμως τόσο καλά διατηρημένο όσο το παρόν. Όλα τα θραύσματα ήταν μέρος μιας πιθανότατα αλεξανδρινής έκδοσης του 1ου βιβλίου των ποιημάτων της. Η έκδοση είχε 45 στήλες, γύρω στις 1320 γραμμές, περιλάμβανε 330 σαπφικές στροφές, περίπου 50 ποιήματα, αφού ο μέγιστος αριθμός στροφών από γνωστό ποίημα της Σαπφώς είναι 7 στροφές, ενώ τα περισσότερα είχαν λιγότερες. Ο πάπυρός μας γράφτηκε στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του 2ου με αρχές του 3ου αώνα μ.Χ., αλλά μεταφέρθηκε στο Φαγιούμ. Επέζησε αρκετά για να υποστεί ζημιές και να επιδιορθωθεί, ώσπου στο τέλος χρησιμοποιήθηκε ως ένα είδος χαρτονιού, πιθανώς στο εξώφυλλου κάποιου βιβλίου. Τα ποιήματα ήταν ταξινομημένα ανάλογα με το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης κάθε ποιήματος. Το ποίημα που μας ενδιαφέρει βρισκόταν σε τέτοια θέση στον πάπυρο που πρέπει να άρχιζε με μια λέξη από το γράμμα Π-. Ίσως να ήταν η αρχή κάποιας μορφής της λέξης πατέρας, αφού η πρώτη κατεστραμμένη στροφή του ποιήματός μας μοιάζει να αφορούσε την οικογένεια της ποιήτριας: ίσως ξεκινούσε με μια τρυφερή αναφορά στον νεκρό της πατέρα.[1] 
     Δυστυχώς την πλήρη ερμηνεία του κειμένου δυσκολεύει το γεγονός ότι η αρχή του είναι κατεστραμμένη. Έτσι δεν μπορούμε με βεβαιότητα να γνωρίζουμε σε ποιον απευθύνεται η Σαπφώ. Ωστόσο η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι πρόκειται για τη μητέρα της, επειδή μ’ αυτό τον τρόπο ερμηνεύεται καλύτερα η αναφορά στον άλλο αδερφό της Σαπφώς, τον Λάριχο, στην τελευταία στροφή: το ποίημα μοιάζει να έχει τον «αέρα» μιας ενδοοικογενειακής συνομιλίας για το παρόν και το μέλλον της οικογένειας, ένα είδος «φιλικού» καβγά μεταξύ αγαπημένων συγγενών. Ο Χάραξος, ο μεγάλος αδερφός, αντιπροσωπεύει το παρόν της οικογένειας, αφού τα κέρδη που φέρνει από τις ναυτικές εμπορικές του δραστηριότητες είναι απαραίτητα για την κοινωνική θέση και τον πλούτο της οικογένειας, επομένως η ασφαλής επιστροφή του από το ταξίδι, στο οποίο λείπει, χρἠζει θεϊκής συνδρομής και προσευχής. Από την άλλη ο Λάριχος είναι ακόμη μικρός και μια μέρα ελπίζεται ότι θα αποτελέσει τον άλλο πυλώνα της οικογενειακής υπερηφάνειας. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμελείται και να μην νοιάζεται κανείς γι’ αυτόν στο παρόν. Η αναφορά στον Λάριχο στην τελευταία στροφή ενισχύει την πιθανότητα τα σωζόμενα γράμματα λα[ στην πρώτη στροφή να αποτελούσαν την αρχή του ονόματός του. Έτσι το ποίημα θα άνοιγε και θα έκλεινε με την μνημόνευση του μικρού αδερφού. Επιπλέον τα επίσης σωζόμενα ίχνη μη[ ταιριάζουν καλά σε μια αναφορά στη μητέρα της ποιήτριας, δηλαδή στην αρχή της λέξης μητέρα. Τέλος, γνωρίζουμε ότι η Σαπφώ απευθυνόταν στη μητέρα της και σε άλλα ποιήματα.[2]
     Γιατί όμως η Σαπφώ να παραπονιέται στη μητέρα της με αφορμή τον Λάριχο; Γνωρίζουμε από άλλο απόσπασμα της Σαπφώς και από αρχαίες πληροφορίες ότι ο Λάριχος στην νεανική του ηλικία επιλέχτηκε να οινοχοεί την αριστοκρατία της πόλης στο πρυτανείο της Μυτιλήνης. Το καθήκον αυτό αναλάμβαναν ευπρεπείς και ευπαρουσίαστοι νέοι αριστοκρατικής καταγωγής. Η Σαπφώ υποδεικνύει στη μητέρα της ότι πρέπει να ασχοληθεί και με τον μικρότερο γιο της και το πώς αυτός θα εξελιχτεί σε ώριμο άνδρα αξιοποιώντας την τακτική επαφή του με την αριστοκρατία της πόλης. Η μητέρα δεν πρέπει να ασχολείται μόνο με τον απόντα Χάραξο, για την ασφαλή άφιξη του οποίου διαρκώς ανησυχεί. Η Σαπφώ την διαβεβαιώνει ότι η ίδια θα κάνει ό,τι ανθρωπίνως μπορεί, δηλαδή θα προσευχηθεί, αλλά από εκεί και πέρα όλα είναι στα χέρια των θεών και οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ο Δίας, αν το θέλει, σώζει αυτόν που πλέει στα πέλαγα. Συνεπώς η μητέρα της καλά θα κάνει να πάψει να ανησυχεί τόσο πολύ και να φροντίσει και το μέλλον της οικογένειας, τον μικρό Λάριχο.
     Στον πάπυρο αμέσως μετά από αυτό το ποίημα ακολουθούσε ένα ποίημα αφιερωμένο στην Κύπριδα, την Αφροδίτη, που σώζεται αποσπασματικά. Αυτό, αλλά και άλλα σωζόμενα στοιχεία, δείχνουν ότι στο 1ο βιβλίο των σαπφικών ποιημάτων εναλλάσσονταν θέματα που αφορούσαν την οικογένεια, την λατρεία των θεών, τον έρωτα, το θαλάσσιο εμπόριο οίνου, σημαντικό για μια αριστοκρατική οικογένεια στη Λέσβο του 7ου αιώνα που ήθελε να διατηρήσει το κύρος και τον πλούτο της. Η σημασία του εμπορίου στο νησί, ιδιαίτερα του οίνου, ερμηνεύει την παρουσία του Διονύσου στο πανλέσβιο ιερό των Μέσων, ενώ το σύμπλεγμα έρωτα, θαλάσσιου ταξιδιού, οίνου και εμπορίου ταιριάζει άριστα με την γνωστή από τον Ηρόδοτο ιστορία (2.135) για τον Χάραξο και την ερωμένη του Δωρίχα ή Ροδώπη. Από τα παπυρικά υπολείμματα και το ποίημά μας μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη ενός τύπου παραδοσιακού τραγουδιού, μιας προσευχής για την ασφαλή επιστροφή του εμπόρου που φεύγει ή έχει φύγει σε θαλάσσιο ταξίδι. Η Σαπφώ υπόσχεται στη μητέρα της να εκτελέσει ακριβώς μια τέτοια προσευχή. Η έντονη παρουσία της Αφροδίτης στο 1ο βιβλίο των σαπφικών ποιημάτων, σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν σχετίζεται μόνο με το θέμα του έρωτα: η Αφροδίτη θεωρούνταν και προστάτιδα των ναυτικών.

Το αρχαίο κείμενο  
[Πάτρος (;)                                         
[                                               ]
[                       ] Λα[ριχ-          ]
[           ] σέ, μᾶ[τερ ]

ἀλλ’ ἄϊ θρύληϲθα Χάραξον ἔλθην
νᾶϊ ϲὺµ πλέαι· τὰ µέν̣, οἴο̣µα̣ι, Ζεῦϲ
οἶδε ϲύµπαντέϲ τε θέοι· ϲὲ δ’̣ οὐ χρῆ
ταῦτα νόειϲθαι,

ἀλλὰ καὶ πέµπην ἔµε καὶ κέλη`ε΄ϲθαι
πόλλα λί̣ϲϲεϲθαι̣ βαϲί̣λ̣η̣αν Ἤ̣ραν
ἐξίκεϲθαι τυίδε ϲάαν ἄγοντα
νᾶα Χάραξον,

κἄµµ’ ἐπεύρην ἀρτ̣έ̣µεαϲ·  τὰ δ’ ἄλλα
πάντα δαιµόνεϲϲ̣ιν ἐπι̣τ̣ρόπωµεν·
εὐδίαι̣ γ̣ὰρ̣ ἐκ µεγάλαν ἀήτα̣ν̣
αἶψα πέ̣λ̣ο̣νται·

τῶν κε βόλληται βαϲίλευϲ Ὀλύµπω
δαίµον’ ἐκ πόνων ἔπ’ ἄρηον[3] ἤδη
περτρόπην, κῆνοι µ̣άκαρεϲ πέλονται
καὶ πολύολβοι.

 κ̣ἄµµεϲ, αἴ κε τὰν κεφάλα̣ν ἀέργ̣η
Λάρι̣χοϲ καὶ δήποτ’ ἄνη̣ρ γένηται,
καὶ µάλ’ ἐκ πόλλη`αν΄ βαρ̣υθύ̣µιάν̣ κεν
αἶψα λύθειµεν.

Μετάφραση
[Του πατέρα (;)...
...
... Λά[ριχος (;) ...
... εσένα, μη[τέρα (;) ...  

Μα φλυαρείς διαρκώς πως ήρθε ο Χάραξος
με το καράβι πλήρες.[4] Τούτο -νομίζω- το γνωρίζει
ο Δίας και όλοι οι θεοί. Εσύ δεν πρέπει αυτά
καθόλου να τα σκέφτεσαι,

μα εμένα να με στέλνεις και να με παρακινείς
την Ήρα τη βασίλισσα[5] θερμά να ικετεύω
ο Χάραξος εδώ να φτάσει,
το πλοίο (του) σώο φέρνοντας,[6]

και να μας βρει αβλαβείς. Όλα τα άλλα
στους θεούς ας τα αφήσουμε.
Γοργά η νηνεμία έρχεται
μετά από μεγάλο ανέμου φύσημα.

Σε όποιους θέλει ο βασιλιάς του Ολύμπου
στη στιγμή την τύχη τους [7] αλλάζει στο καλύτερο,
μακριά από βάσανα, κι εκείνοι μακάριοι
και τρισόλβιοι γίνονται.

Εμείς, εαν σηκώσει το κεφάλι 
ο Λάριχος και γίνει επιτέλους άντρας,
από πολύ βαριά αθυμία
γοργά θα απαλλαγούμε.[8]




[1] Από αρχαίες πληροφορίες συμπεραίνουμε ότι η Σαπφώ ανέφερε ονομαστικά τον πατέρα της και σε άλλα ποιήματα.  Από αυτά αντλεί τις πληροφορίες του ο Ηρόδοτος και οι αρχαίοι βιογράφοι. Το όνομα παραδίδεται ως Σκαμανδρώνυμος ή Σκάμανδρος ή με το υποκοριστικό Κάμων. Το όνομα φυσικά παραπέμπει στην γεωγραφία της απέναντι Τρωάδος και στον Τρωικό Πόλεμο.
[2] Το όνομά της ήταν Κλέις, όπως και το όνομα της κόρης της Σαπφώς.
[3] Εδώ υιοθετείται διόρθωση του West αντί της γραφής  ἐπάρηγον /ἐπάρωγον του παπύρου. Ο ίδιος ο γραφέας του παπύρου ήταν αβέβαιος για το τι να γράψει, αφού πρώτα έγραψε ἐπάρηγον και μετά προσπάθησε να το διορθώσει σε ἐπάρωγον. Η διόρθωση δίνει στη λέξη δαίμονα τη σημασία «μοίρα, τύχη», αντί της σημασίας «θεοί» που έχει στην προηγούμενη στροφή, και την μετατρέπει σε αντικείμενο του περτρόπην=περιτρέπειν (αλλάζω, μεταβάλλω).  
[4] Το νόημα φαίνεται να είναι ότι η μητέρα, πάνω στην αγωνία της, κάθε τόσο νομίζει πως άκουσε ότι ο Χάραξος επέστρεψε στην πατρίδα και διαρκώς διαδίδει φλύαρα αυτό το λάθος. Στην πραγματικότητα, αν είχε έρθει πράγματι ο Χάραξος, θα ήταν μια και καλή ολοφάνερο σε όλο τον κόσμο στην πόλη. Κάτι τέτοιο προφανώς και δεν συμβαίνει: ο Χάραξος δεν έχει επιστρέψει και το πότε θα επιστρέψει το ξέρουν μόνο οι θεοί.
[5] Η Σαπφώ αποκαλεί την Ήρα «βασίλισσα» προοικονομώντας την αναφορά στον «βασιλιά του Ολύμπου», δηλαδή τον Δία, παρακάτω. Και οι δύο θεότητες μαζί με τον Διόνυσο αποτελούσαν την θεϊκή τριάδα που λατρευόταν στο ιερό των Μέσων. Το επίθετο «βασίλισσα» ξέρουμε από άλλες μαρτυρίες ότι χρησιμοποιούνταν για την Ήρα σε σχέση μ’ αυτό το ιερό. Ο λόγος για τον οποίο δεν πηγαίνει να προευχηθεί στην  Ήρα η ίδια η μητέρα της Σαπφώς είναι προφανώς η μεγάλη της ηλικία ή εναλλακτικά μπορεί να πρόκειται για μια υποχρέωση που θεωρείται ότι πρέπει να αναλάβει η Σαπφώ μαζί με τον θίασό της.
[6] Εκεί που η μητέρα της Σαπφώς ευχόταν να γυρίσει ο Χάραξος με το καράβι γεμάτο από αγαθά (πλήρες), η  ίδια η Σαπφώ επιθυμεί απλώς να επιστρέψει ο αδερφός της με το πλοίο σώο. Αυτό μοιάζει να αποτελεί μια έμμεση κριτική στη στάση της μητέρας της. Αυτό που ταιριάζει στη Σαπφώ να ικετεύσει την Ήρα είναι να επιστρέψει ο αδερφός της σώος και να βρει την οικογένειά του επίσης σώα. Τα υπόλοιπα θέματα (πλούτος της οικογένειας, καλή και κακή τύχη), ανήκουν στη δικαιοδοσία κυρίως του Δία, αλλά και των άλλων θεών.
[7] Η Σαπφώ χρησιμοποιεί τη γλώσσα των μυστηρίων, αφού όσοι δέχονται την ευλογία και τη βοήθεια του Δία αποκαλούνται «μάκαρες» και «πολύολβοι», χαρακτηριστικά επίθετα των μυημένων σε μυστήρια.
[8] Η αναφορά στον Λάριχο ως έφηβο υποδεικνύει ότι το ποίημα αυτό γράφτηκε, όταν η Σαπφώ ήταν ακόμη σχετικά νέα. Αν η ποιήτρια γεννήθηκε γύρω στο 640 π.Χ., όπως αναφέρει η παράδοση, τότε το ποίημα πρέπει να αναφέρεται σε μια κατάσταση γύρω στο 620-610 π.Χ. και πάντως πριν το 600, όταν η Σαπφώ έφυγε εξόριστη από τη Λέσβο για τη Σικελία. Από άλλες πληροφορίες ξέρουμε ότι η Σαπφώ είχε μεγαλύτερη αδυναμία στον Λάριχο από ό,τι στον Χάραξο. Το νόημα της στροφής φαίνεται να είναι το εξής: ανεξάρτητα από το τι θα γίνει τελικά με τον Χάραξο, η οικογένεια έχει και μια άλλη πηγή ελπίδας για ευμάρεια και ευδαιμονία στο μέλλον, τον μικρότερο Λάριχο. Τώρα που λείπει ο Χάραξος, η Σαπφώ και η μητέρα της ουσιαστικά διαφεντεύουν τον οίκο χωρίς ενήλικη ανδρική παρουσία, αφού ο πατέρας της Σαπφώς είναι νεκρός. Γι’ αυτό και τους έχει κυριεύσει άγχος και βαρυθυμία για την τύχη της οικογένειας. Μόνο δυο ενδεχόμενα μπορούν να καταργήσουν αυτό το άγχος: η επιστροφή του Χάραξου με αγαθά, στην οποία στηρίζεται η μητέρα, και η ενηλικίωση του Λάριχου και η κοινωνική του ανέλιξη, στην οποία βασίζει τις ελπίδες της η Σαπφώ.