Μορφές πολιτικής οργάνωσης των Ελλήνων: πόλεις, έθνη, πολιτεύματα, ιδεολογία


[Η ανάρτηση αποτελεί επιλεκτική μετάφραση από την Εισαγωγή των Brock-Hodkinson στο Brock-Hodkinson, Alternatives to Athens 2000, 1-31. Αυτό εξηγεί και μια ορισμένη ασυνέχεια στη ροή του κειμένου: μετέφρασα ό,τι μου φάνηκε πιο ενδιαφέρον.]

            Η Αθήνα είναι από πολλές απόψεις ξεχωριστή περίπτωση πόλης στην αρχαιότητα: 1) Είχε μεγαλύτερο πληθυσμό από όλες τις άλλες, οδηγώντας σε ασυνήθιστη στρατιωτική δύναμη και τη δυνατότητα επίμονης άσκησης επεκτατικής εξωτερικής πολιτικής. 2) Ήταν το πιο πλούσιο κράτος πριν την εμφάνιση της Μακεδονίας. 3) Είχε πολύ μεγάλη εδαφική επικράτεια.  
            Ο πληθυσμός της Αθήνας είναι ένα δύσκολο θέμα. O Meiggs πρότεινε ότι οι Αθηναίοι υπέθεταν ότι το σώμα των πολιτών ήταν περίπου 30 000. Η ύπαρξη ενός μεγάλου, πυκνά κατοικημένου άστεως, ευνοούσε ένα σύστημα μαζικής πολιτικής συμμετοχής.[1]     
            Ένας μέσος όρος πληθυσμού 750 πολιτών έχει προταθεί ως τυπικός για τη μέση ελληνική πόλη. Ο Ruschenbusch εκτίμησε ότι μια τυπική πόλη είχε 133-800 πολίτες που ζούσαν σε μια έκταση 25-100 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Μέτρησε 750 πόλεις στην Ελλάδα και το Αιγαίο μόνο.[2] Βέβαια πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί ως προς την ακρίβεια τέτοιων εκτιμήσεων, εντούτοις παραμένει γεγονός ότι τόσο μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα ήταν η εξαίρεση του κανόνα.
            Η εκτίμησή μας για την πραγματικότητα ενός συστήματος που από πολιτειακής πλευράς θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ολιγαρχία μπορεί πιθανώς να αλλάξει, αν εκτιμήσουμε τη δραστηριότητα όσων εμπλέκονταν ως εθελούσια πολιτική υπηρεσία. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει αυτόματα να υποθέτουμε ότι η καθημερινή διαχείριση και κατεύθυνση της πολιτικής από μια μειοψηφία υπονοεί πάντα την ύπαρξη ενός πλήθους ανθρώπων που διαμαρτύρονται για τον αποκλεισμό τους. Ακόμη και σε μη δημοκρατικά συστήματα, η συνέλευση του λαού εξακολουθούσε να συνέρχεται περιοδικά και λειτουργούσε για να παράσχει κάποια μορφή συμμετοχής για τους καθημερινούς πολίτες, καθώς επίσης και ως μέσο μετάδοσης πληροφοριών και επικύρωσης αποφάσεων. Οι συνελεύσεις ήταν απαραίτητες έστω και για την δραστηριοποίηση της λαϊκής γνώμης υπέρ αποφάσεων που ήδη είχε λάβει η μειοψηφία, μια διαδικασία ζωτική για μικρές κοινότητες, όπου αυτή η μειονότητα δεν μπορούσε να αποφύγει την καθημερινή συναναστροφή με την υπόλοιπη κοινότητα. Έτσι η πειθώ και η καλλιέργεια της ρητορικής ικανότητας ήταν ουσιαστικό κομμάτι της πολιτικής ηγεσίας από την εποχή της ομηρικής κοινωνίας και εξής. Ενώ εμείς θεωρούμε την πολιτική ως υπόθεση δύναμης και ελέγχου, για τους Έλληνες ζητήματα δύναμης συχνά εξισορροπούνταν από την ανάγκη να δημιουργηθεί μια γενική θέληση για δράση και μια συναίνεση εντός της κοινότητας. Αν και ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης έγραφαν την εποχή πλήρους ανάπτυξης της δημοκρατίας, η ουσιαστική πολιτική διάκριση και για τους δύο ήταν μεταξύ κοινοτήτων που κυβερνιόντουσαν από μονάρχες ή τυράννους και κοινοτήτων που αυτοδιοικούνταν, ανεξάρτητα από την ακριβή μορφή της αυτοδιοίκησης. Αποφάσεις και δράσεις που παίρνονταν από αυτοδιοικούμενες κοινότητες ποικίλου πολιτειακού χαρακτήρα αποδίδονται έτσι ομοιόμορφα στους «Αθηναίους», τους «Κορινθίους» ή τους «Θηβαίους». Παρά τη διαφορά πολιτεύματος ή στη σύνθεση του σώματος που έπαιρνε αποφάσεις, η αντίληψη είναι ότι η υπέρτατη αρχή βρίσκεται στους πολίτες. Έτσι οι αποφάσεις μιας μειονότητας γίνονταν αντιληπτές ως ενσάρκωση της θέλησης όλης της κοινότητας. Μόνο η τυραννία και η πραξικοπηματική μορφή ολιγαρχίας που ονομαζόταν δυναστεία αποκλείονταν από την παραπάνω αρχή. Μια πόλη που ήθελε να αρνηθεί υπευθυνότητα για προηγούμενες πολιτικές της επικαλούνταν το γεγονός ότι αυτές οι αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα των προηγούμενων ακραίων πολιτευμάτων. Πβ. το επιχείρημα των Θηβαίων το 427 ότι την εποχή που βοήθησαν τους Πέρσες το πολίτευμά τους ήταν δυναστεία (Θουκ. 3, 62, 3). Παρομοίως το 395 δικαιολόγησαν την προηγούμενη ψήφο τους για καταστροφή της Αθήνας με τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν η πόλη που αποφάσισε, αλλά ένας άνδρας που έτυχε να κατέχει τη θέση του αντιπροσώπου στο συμβούλιο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας (Ξεν., Ελλ. 3, 5, 8).
            Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις στο θέμα του τι σήμαινε το καθεστώς του πολίτη: η πρώτη βλέπει το καθεστώς μέσα από το πρίσμα των δικαιωμάτων που ασκούνται μέσα από σώματα όπως η συνέλευση ή τα δικαστήρια. Η δεύτερη, που κέρδισε έδαφος τα τελευταία χρόνια, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αλληλεπίδραση πόλεως και οίκου, δημοσίου και ιδιωτικού, και έτσι έλκει την προσοχή στη λειτουργία και το καθεστώς των γυναικών: όταν το δικαίωμα του πολίτη εξαρτάται από την καταγωγή από τη μητέρα όσο και από τον πατέρα, τότε οι γυναίκες περιλαμβάνονται υπό μια σημαντική έννοια στην πολιτική κοινότητα, παρά την έλλειψη ενεργών πολιτικών δικαιωμάτων. Μπορούμε να υιοθετήσουμε μια ανάλογη προσέγγιση για εκείνους που ζουν σε ολιγαρχικά καθεστώτα: τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να θεωρούσαν τον εαυτό τους να καλύπτεται από εθνοτικούς χαρακτηρισμούς όπως «Κορίνθιοι» λόγω καταγωγής, κληρονομικής κατοίκησης και κατοχής γης, προνομιούχας πρόσβασης σε θρησκευτικές διαδικασίες κ.ο.κ.  
***
            Αλλαγές πολιτεύματος στον 5ο και 4ο αιώνα ήταν πολύ συχνές και συνδέονταν με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, καθώς ηγεμονικές δυνάμεις όπως η Αθήνα και η Σπάρτη έτειναν να ευνοούν κυβερνήσεις φιλικές προς αυτές.[3] Η άνοδος της Θήβας τον 4ο αιώνα περιέπλεξε τα πράγματα, αφού τώρα ποικίλες παραλλαγές εξωτερικής εξάρτησης και εσωτερικής πολιτειακής κατάστασης ήταν δυνατές. Πάντως πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί στην απόδοση χαρακτηρισμών στα πολιτεύματα διαφόρων πόλεων, γιατί πολλά εξαρτώνται από το ποια αρχαία πηγή κάνει την κρίση και από ποια οπτική. Είναι αναμφισβήτητο ότι η Αθήνα εξήγε τη δημοκρατία της τον 5ο αιώνα και ότι λειτουργούσε ως πρότυπο και για άλλες δημοκρατίες, όχι όλες υποτακτικές της. Ωστόσο τα διάφορα δημοκρατικά κράτη, αν και μοιράζονταν την ίδια ιδεολογία, δεν κατέληγαν πάντα στις ίδιες λύσεις. Επίσης πρέπει να προσέχουμε να μην βλέπουμε παντού δημοκρατίες. Είναι δελεαστικό να το λέμε αυτό, κάθε φορά που βλέπουμε μια συνέλευση πολιτών ή ψηφίσματα του δήμου. Ωστόσο, πολλά εξαρτώνται λ.χ. από τη συχνότητα και την κανονικότητα των συνεδριάσεων, από το αν υπάρχει δυνατότητα συζήτησης ή απλής λήψης αποφάσεων κ.ο.κ. Η Σπάρτη προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: τυπικά ήταν μοναρχία ή δυαρχία, αλλά ορισμένες φορές περιγράφεται ως δημοκρατία (Ισοκρ. 7, 60-1 / 12, 178). Εντούτοις είναι φανερό ότι πρόκειται για ολιγαρχία.           
Για την αθηναϊκή ιδεολογία το αντίθετο της δημοκρατίας είναι η τυραννία. Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της ιστορικής εμπειρίας των Αθηναίων: απελευθερώθηκαν πιο αργά από την τυραννία σε σχέση με άλλες πόλεις και μετά απειλήθηκαν με επαναφορά της πρώτα από τους Σπαρτιάτες και μετά από τους Πέρσες. Ως αποτέλεσμα ο όγκος των πηγών μας είναι εξαιρετικά εχθρικός προς την τυραννία και τείνει να αποκρύψει τις τυχόν ωφέλειες από αυτήν.
            Η σύγχρονη έρευνα έχει αποφύγει σε γενικές γραμμές αυτήν την παγίδα, αλλά συχνά πραγματεύεται την τυραννία ως μεταβατική φάση που ανήκει στην αρχαϊκή περίοδο και η οποία διευκόλυνε το πέρασμα στην ολιγαρχία ή τη δημοκρατία και επιβίωσε στο εξής σε περιθωριακές ή οπισθοδρομικές περιοχές του ελληνικού κόσμου. Η ίδια συμπεριφορά εφαρμόζεται συχνά απέναντι στην μοναρχία γενικά, αφού συχνά ακόμη και η κληρονομική μοναρχία αναγκαζόταν να επανισχυροποιεί την κυριαρχία της με αυταρχικό τρόπο.
            Παρά την αθηναϊκή ιδεολογική απέχθεια για τη μοναρχία στη θεωρία, στην πράξη η πραγματικότητα ήταν πιο περίπλοκη. Η μοναρχία ήταν μέρος του παρελθόντος της πόλης στο μυθολογικό επίπεδο, μια περιοχή που ετησίως επανερευνάτο στο δράμα. Ήταν επίσης γεγονός του πραγματικού κόσμου, από το οποίο συχνά ωφελήθηκε η Αθήνα τον 5ο και 4ο αιώνα. Λ.χ. στον 5ο αιώνα η Αθήνα συμμάχησε με τον Εχεκρατίδα, ταγό της Θεσσαλίας, και προσπάθησε να αποκαταστήσει τον εξόριστο γιο του Ορέστη (Θουκ. 1, 111). Για τον 4ο αιώνα τα εγκώμια του Ισοκράτη για τον Ευαγόρα της Σαλαμίνας είναι χαρακτηριστικά. Αν και η μοναρχία-τυραννία ήταν σε θεωρητικό επίπεδο το αντίθετο της αθηναϊκής δημοκρατίας για τους Αθηναίους, στην πράξη ήταν η ολιγαρχία.
***
            Το έθνος με γεωγραφικούς όρους κάλυπτε μεγάλη περιοχή σε σχέση με την πόλη. Αχαΐα, Αρκαδία, Μακεδονία, Θεσσαλία. Τα έθνη κάλυπταν μεγάλο μέρος της βόρειας και κεντρικής Πελοποννήσου, καθώς και της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας. Ας προσθέσουμε ότι υπήρχαν γεωγραφικά διεσπαρμένα έθνη, όπως οι Ίωνες και οι Δωριείς, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν από τους συγχρόνους όπως τα έθνη με συγκεκριμένη χωρικά θέση. Ένα σημάδι αυτής της αντιμετώπισης είναι η συμπερίληψη Ιώνων και Δωριέων ανάμεσα στα έθνη της Δελφικής αμφικτιονίας.
            Στην κλασική και ελληνιστική περίοδο πολλά από αυτά είχαν μεταμορφωθεί σε ομοσπονδίες που απείλησαν την πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία των ηγετίδων πόλεων. Σήμερα τα πρώιμα ελληνικά έθνη δεν αντιμετωπίζονται τόσο ως μορφές κράτους εναλλακτικές προς την πόλη, αλλά ως διαφορετική βαθμίδα ταυτότητας που μπορούσε να συνυπάρχει με διάφορους τύπους τοπικών κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων. Οι συστατικές των εθνών κοινότητες ποίκιλαν στο χαρακτήρα από εποχή σε εποχή και από περιοχή σε περιοχή. Πόλεις-κοινότητες μπορούσαν να αναπτυχθούν και να υπάρχουν μέσα σε έθνη χωρίς αναγκαστικά να μειώνουν τους δεσμούς τους με την κοινή εθνική ή περιφερειακή ταυτότητα. Τα έθνη είναι πίσω από πολλές πρώιμες ελληνικές κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, όπως η ανάπτυξη των ιερών και η ανάπτυξη αστικών κέντρων. Η ανάπτυξη ομοσπονδιών από τα έθνη έλαβε χώρα σε διαφορετικές εποχές στα διαφορετικά έθνη και δεν ήταν διαδικασία μη αναστρέψιμη. Η αχαϊκή συμπολιτεία λ.χ. διαλύθηκε μέσα στον 4ο αιώνα και αναβίωσε το 282/1 π.Χ. Παρά την ύπαρξη κοινής αρκαδικής ταυτότητας τον 5ο αιώνα δεν υπήρχε αρκαδικό κοινό, παρά την ύπαρξη κοινών νομισμάτων, τα οποία πρέπει μάλλον να ερμηνευτούν ως εορταστικά νομίσματα για τους παναρκαδικούς αγώνες στο ιερό του Διός Λυκαίου.




[1] Σπάνια ένας μέτοικος ή ξένος έπαιρνε το καθεστώς του πολίτη: ένα μεγάλο μέρος τέτοιων παραχωρήσεων γινόταν ως ένδειξη αναγνώρισης σε μεγάλους ξένους ευεργέτες, ορισμένοι από τους οποίους ήταν μονάρχες (π.χ. ο Ευαγόρας), και για τους οποίους δεν περίμεναν ότι πραγματικά θα εγκαθίσταντο κάποτε στην Αττική, για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.
[2] O J. Davies πρόσφατα πρότεινε να χρησιμοποιούμε τον όρο «κρατίδια» (=microstates) αντί για πόλεις-κράτη, προκειμένου να ελκύσει την προσοχή στο πλήθος των αρχαίων ελληνικών κρατικών μορφωμάτων και πολιτευμάτων.
[3] Η σταθερότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα δεν ήταν συνηθισμένη σε άλλες πόλεις που ταλαντεύονταν συνεχώς μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας. Οι δύο διακοπές το 411 και 404 ήταν σύντομες και δε διακόπτουν το συνεχές του πολιτεύματος από τον 5ο στον 4ο αιώνα, παρά την επίμονη επιβίωση μιας μειοψηφικής ολιγαρχικής άποψης.