Πριάπεια (Ευφρόνιου του Χερσονησίτη)




Ο Ευφρόνιος, γραμματικός από την αιγυπτιακή πόλη της Χερσονήσου, όχι πολύ μακριά από την Αλεξάνδρεια, έζησε την εποχή του Πτολεμαίου Δ΄ Φιλοπάτορος (221-204 π.Χ.). Υπήρξε δάσκαλος του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, μελετητής της αρχαίας αττικής κωμωδίας και σχολιαστής των κωμικών ποιητών στο έργο του Υπομνήματα, μέλος της αλεξανδρινής πλειάδας και συγγραφέας ενός ποιήματος αφιερωμένου στο θεό Πρίαπο με τον τίτλο Πριάπεια. Ο Πρίαπος ήταν θεός της γονιμότητας με αρχική εστία λατρείας την περιοχή του Ελλήσποντου. Στην απεικόνισή του κυριαρχούσε ένας υπερμεγέθης φαλλός που ήταν και το σύμβολό του. Ήταν γιος του Διόνυσου και της Αφροδίτης ή κάποιας ντόπιας νύμφης. Προς τιμήν του θυσίαζαν όνους, ζώα που οι αρχαίοι θεωρούσαν ενσάρκωση της ασέλγειας. Μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου η λατρεία του διαδόθηκε σε μεγάλο μέρος του ελληνιστικού κόσμου και στην Αλεξάνδρεια, όπου παρουσιάζεται απαλλαγμένη από τον πρωτόγονο αγροτικό της χαρακτήρα. Στο μοναδικό απόσπασμα που σώζεται από το ποίημα αυτό ο Ευφρόνιος φαίνεται να κολακεύει τον Πτολεμαίο αποκαλώντας τον νέο Διόνυσο. Πβ. Κλήμ. Αλεξ., Προτρ. 4. 54. 2: «ο τέταρτος Πτολεμαίος καλούνταν Διόνυσος».

  
α) (Χοιροβοσκός, Εξήγ. εις Ηφαιστ. εγχ., σελ. 241.11 Consbruch:) Ονομάστηκε πριάπειο μέτρο, διότι ο Ευφρόνιος ο γραμματικός έγραψε σ' αυτό το μέτρο για τον Πρίαπο την εποχή των Πτολεμαίων στην Αλεξάνδρεια. Και όπως το ιθυφαλλικό μέτρο ονομάστηκε έτσι, γιατί ήταν κατάλληλο για το Διόνυσο, έτσι και το πριάπειο (για τον Πρίαπο). Πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι ο Αρίσταρχος ο γραμματικός υπήρξε ακροατής αυτού του Ευφρόνιου και όχι μόνο του Αριστοφάνη του Βυζάντιου.

β)         Όχι βέβηλος, του νέου Διόνυσου μυσταγωγοί,
            <.........................................................................>
            κι εγώ από την αγαθοεργία του μυημένος έχω έρθει,
            οδοιπορώντας βράδυ πλάι στο τέλμα του Πηλούσιου. [1]


[1] Πόλη της Κάτω Αιγύπτου στο ανατολικότερο στόμιο του Νείλου. Τόσο το εβραϊκό του όνομα Sin, όσο και το αιγυπτιακό Peremoun ή Peromi, αλλά και  το ελληνικό (< πηλός) σημαίνουν την πόλη της λάσπης ή του βούρκου.