Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Η ετυμολογία της λέξης "πρώτος" και άλλων συναφών όρων


Η ετυμολογία της λέξης πρῶτος και του αντίστοιχου δωρικού τύπου πρᾶτος σχετίζεται με την πρόθεση/επίρρημα προ- που σημαίνει «μπροστά, πριν». Εντούτοις η ακριβής διαδικασία σχηματισμού των τύπων παραμένει αντικείμενο έντονης διαφωνίας. Πιο απλή φαίνεται η λύση της συναίρεσης μέσω της εξής διαδικασίας: πρόwατος (τύπος που φαίνεται ότι πρέπει να αποκατασταθεί σε κάποια ομηρικά χωρία για μετρικούς λόγους) > πρόατος > πρῶτος και πρᾶτος (πβ. ἁπλόα>ἁπλᾶ από το ἁπλοῦς < ἁπλόος). Η κατάληξη -(w)ατος μπορεί να είχε υπερθετική χροιά (= «πιο μπροστά από όλους»). Πβ. ὕπατος (<ὑπό/ὕπο/ὑπαί).
Μια πολύ παλιά λέξη που σχετίζεται με την έννοια του ενός, αλλά προέρχεται από ανεξάρτητη ρίζα σε σχέση με το αριθμητικό, είναι η λέξη οἴνη και οἶνος, η οποία επιβίωσε στην ιστορική εποχή με την ειδική σημασία «άσσος» στα ζάρια.[i] Ωστόσο η λέξη σήμαινε αρχικά «μόνος, μοναδικός, μοναχικός», όπως φαίνεται από τη γλῶσσα που καταγράφει ο λεξικογράφος Ησύχιος οἰνίζειν = μονάζειν, ενώ αλλού ο ίδιος ερμηνεύει τον τύπο οἰνῶντα με τη σημασία «ο μονήρης». Η λέξη παράγεται από ρίζα oἰ-, στην οποία προστίθεται η επιθετική κατάληξη -νος/-νη, δηλαδή αρχικά ήταν επίθετο. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το σπάνιο, μετά τον Όμηρο, επίθετο οἶος, οἴα ή οἴη, οἶον (μόνος, απομονωμένος) και τα σύνθετα και παράγωγα του (π.χ. οἰόβατος, οἰόζωνος, οἰοχίτων, οἰόομαι, οἰαδόν κ.ά.). Υπήρχε και η φράση οἰόθεν οἶον (=εντελώς μόνος). Η λέξη προέρχεται από τη ρίζα οἰ- συν την κατάληξη -wos (oiwos>oios>οἶος) που ίσως εδώ δήλωνε χωρική σχέση (πβ. μόνwος>μόνος, δεξιwός>δεξιός κ.ά.). Ο αρχικός τύπος με το -w- διασώζεται σε επιγραφές στην κυπριακή διάλεκτο. Η μηδενική βαθμίδα της ίδιας ρίζας ἰ- δίνει τον αρχαϊκό ομηρικό τύπο ἴα (=μία) και τον αρσενικό τύπο ἰός μια φορά στον Όμηρο, αλλά και στην Κρήτη με τη σημασία «εκείνος». [ii]





[i] Δεν πρέπει να συγχέεται με τη λέξη για το κρασί ή την άμπελο που παράγεται από άλλη ρίζα (woinos). Οι φωνητικές εξελίξεις, βασικά η απώλεια του w-, έκαναν τις δύο λέξεις ομόηχες.
[ii] Τα δύο τελευταία παραδείγματα αποδεικνύουν ένα βασικό κανόνα της διαλεκτολογίας, ότι αρχαϊκοί τύποι διασώζονται πολλές φορές στην περιφέρεια ενός γλωσσικού συνεχούς.