Ο σκοπός των τεχνών κατά τον Πλούταρχο


[Από την εισαγωγή στο βίο του Δημήτριου και του Αντώνιου]
        Αυτοί που πρώτοι συνέλαβαν την ιδέα ότι οι τέχνες μοιάζουν με τις αισθήσεις, μου φαίνεται ότι κατάλαβαν επίσης και την ικανότητά αυτών για διακρίσεις, ικανότητα με την οποία μπορούμε εκ φύσεως να κατανοήσουμε τα αντίθετα, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση. Γιατί αυτό είναι το κοινό τους σημείο. Διαφέρουν, όμως, ως προς το σκοπό, για τον οποίο μεταδίδουν τα αποτελέσματα των διακρίσεων.[1] Γιατί οι αισθήσεις σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχουν για να αντιλαμβανόμαστε τα άσπρα αντικείμενα περισσότερο από τα μαύρα, τα γλυκά από τα πικρά, τα μαλακά και εύπλαστα από τα σκληρά και άθραυστα, αλλά η δουλειά τους είναι να ενεργοποιούνται από κάθε αντικείμενο που τυχαίνει να συναντούν και με την ενεργοποίησή τους να μεταδίδουν στη νόηση τα ερεθίσματα όπως τα δέχονται. Οι τέχνες, όμως, με τη βοήθεια της λογικής έχουν καταστεί ικανές να διαλέγουν και να λαμβάνουν ό,τι τους ταιριάζει, καθώς επίσης και να αποφεύγουν και να αποκρούουν ό,τι τους είναι ξένο. Έτσι, εξετάζουν από μόνες τους κατά προτεραιότητα ό,τι τους ταιριάζει, ενώ ό,τι δεν τους ταιριάζει το εξετάζουν μόνο κατά περίσταση και για να μπορούν να το αποφύγουν.[2] Έτσι, λοιπόν, η ιατρική συμβαίνει να εξετάζει ποια είναι η φύση της ασθένειας και η μουσική ποια είναι η φύση της παραφωνίας, με σκοπό να δημιουργήσουν τα αντίθετά τους. Και οι τελειότερες από όλες τις τέχνες, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η φρόνηση, δεν κρίνουν μόνο τα καλά, τα δίκαια και τα ωφέλιμα, αλλά και τα επιβλαβή, τα αισχρά και τα άδικα. Επίσης, δεν επικροτούν εκείνη την αθωότητα, της οποίας το καύχημα είναι η έλλειψη γνώσης του κακού. Αντίθετα, θεωρούν αυτήν την αθωότητα ως ανοησία και άγνοια εκείνων των πραγμάτων, τα οποία προπάντων είναι καθήκον τους να γνωρίζουν, όσοι πρόκειται να έχουν έναν έντιμο βίο. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, λοιπόν, συνήθιζαν να εξαναγκάζουν τους Είλωτες σε πόση μεγάλων ποσοτήτων ανόθευτου κρασιού[3] και να τους πηγαίνουν στα συμπόσια, για να δείξουν στους μαθητές τι πράγμα είναι το μεθύσι.[4]  Όμως εμείς δε θεωρούμε καθόλου φιλανθρωπία και πολιτική ορθότητα το να διορθώνουμε τα λάθη κάποιων διαφθείροντας άλλους ανθρώπους. Επίσης, δε νομίζουμε ότι είναι χειρότερο το να παρεμβάλλουμε ίσως στους παραδειγματικούς βίους ένα ή δύο ζεύγη ανθρώπων που έχουν ζήσει πολύ απερίσκεπτα και έγιναν αντικείμενο προσοχής εξαιτίας της κακής διαγωγής τους κατά την άσκηση της εξουσίας και της πολιτικής. Αυτό θα το κάνουμε, μα το Δία, όχι με σκοπό την τέρψη και τη διασκέδαση των αναγνωστών χάρη στην ποικιλία της γραφής μας, αλλά με τον τρόπο που ο Ισμηνίας ο Θηβαίος,[5] δείχνοντας στους μαθητές του και τους καλούς και τους κακούς αυλητές, συνήθιζε να λέει: “Έτσι πρέπει να παίζετε τον αυλό” ή πάλι “Δεν πρέπει να παίζετε τον αυλό κατ’ αυτόν τον τρόπο”. Παρομοίως ο Αντιγενείδας[6] θεωρούσε ότι οι νέοι ακούν πιο ευχάριστα τους καλούς αυλητές, αν αποκτήσουν κάποια πείρα και των κακών αυλητών. Έτσι μου φαίνεται ότι κι εμείς θα γίνουμε πιο πρόθυμοι θεατές και μιμητές της ζωής των πιο ενάρετων, αν δεν αφήσουμε ανιστόρητη και τη ζωή των κακών και αξιόμεμπτων ανθρώπων.[7]



[1] Είναι αδύνατο να πούμε με ακρίβεια ποιοι είναι αυτοί οι φιλόσοφοι που κατά τον Πλούταρχο πρώτοι έκαναν διάκριση μεταξύ τεχνών και αισθήσεων. Ίσως να πρόκειται για τους Ατομικούς, το Λεύκιππο και το Δημόκριτο.
[2] Για τη διάκριση ανάμεσα στην κατώτερη γνώση που προσφέρουν οι αισθήσεις και την ανώτερη που προσφέρει ο νους και η λογική πβ. Δημόκριτος, απ. 11 DK.
[3] Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να πίνουν το κρασί πάντα νερωμένο. Κατά την άποψή τους η πόση καθαρού οίνου ήταν δείγμα βαρβαρότητας. Η συνήθεια των Ελλήνων να ανακατεύουν το κρασί με νερό ευθύνεται για την ονομασία που πήρε ο οίνος σε μεταγενέστερες εποχές: η λέξη κρασί σημαίνει κράμα, μείγμα, από το ρήμα κεράννυμι, δηλαδή αναμιγνύω.
[4] Πβ. Πλούτ., Λυκ. 28 / Λακ. αποφθ. 239Α / Περί αοργησίας 455Ε.
[5] Ο σπουδαίος αυλητής Ισμηνίας αναφέρεται πολλές φορές από τον Πλούταρχο (π.χ. Περ. 1 / Συμπ. 632C-D). Έζησε κατά την εποχή του Περικλή. Λέγεται ότι ο φιλόσοφος Αντισθένης αντιλαμβανόταν το μουσικό του χάρισμα, αλλά τον θεωρούσε μοχθηρό άνθρωπο (Πλούτ., Περ. 1).
[6] Για το φημισμένο Θηβαίο αυλητή της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου Αντιγενείδα (ή Αντιγενίδα) βλ. Πλούτ., Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής 335Α / Βασιλέων αποφθέγματα 193F. Είχε δύο κόρες, τη Μηλώ και τη Σατύρη, που επίσης έγιναν αυλητρίδες και μνημονεύονται σε επίγραμμα της Παλατινής ανθολογίας (5, 206).
[7] Η φιλοσοφική και ηθική πτυχή της προσωπικότητας του Πλουτάρχου εμφανίζεται από την αρχή σ’ αυτόν το βίο, ο οποίος εκκινεί με τον τρόπο μιας πραγματείας από τα Ηθικά, δηλαδή με αφηρημένες σκέψεις για τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στις τέχνες και τις αισθήσεις. Τόσο οι πρώτες όσο και οι δεύτερες διαθέτουν μια ικανότητα να διακρίνουν τις ποιότητες που είναι αντίθετες μεταξύ τους, αλλά οι αισθήσεις παρέχουν στη νόηση μόνο ακατέργαστο και κατώτερο υλικό, ενώ οι τέχνες –για παράδειγμα η ιατρική και η μουσική και ιδιαίτερα οι ανώτατες τέχνες, όπως η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η φρόνηση- είναι σε θέση να διακρίνουν τι τους ταιριάζει και τι όχι. Έτσι, δεν αποδέχονται την αθωότητα που καυχιέται για την άγνοια εκ μέρους της του κακού, επειδή είναι απαραίτητη η γνώση του τελευταίου, για να μπορεί κανείς να το αποφεύγει και να ζει σωστά. Αυτές οι προκαταρκτικές σκέψεις είναι απαραίτητες στο συγγραφέα, προκειμένου να δικαιολογήσει τη στροφή του από την περιγραφή της ζωής ηρωικών προσωπικοτήτων στην περιγραφή της ζωής ανθρώπων κατώτερης ηθικής ποιότητας, όπως ο Δημήτριος και ο Αντώνιος. Αυτό το γεγονός τον κάνει να παρουσιάζει ως παράδειγμα ανάλογης πρακτικής (που κατά τα άλλα τη θεωρεί απάνθρωπη) τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών απέναντι στους Είλωτες: ο εξαναγκασμός των τελευταίων σε μέθη χρησίμευε στους νέους της Σπάρτης ως παράδειγμα για το τι πρέπει να αποφεύγουν.