Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Ύμνοι, θρησκεία, τελετουργία, μύθοι


Η υμνογραφία αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε λατρείας τόσο αρχαίας όσο και σύγχρονης, αφού το θρησκευτικό άσμα, όπως άλλωστε και κάθε είδους θρησκευτική τέχνη, σηματοδοτεί μια αλλαγή στη συμπεριφορά των ανθρώπων σε σχέση με την καθημερινότητά τους. Η αλλαγή αυτή είναι απαραίτητη, προκειμένου ο πιστός να εισαχθεί σε μια κατάσταση διαφορετική από την τετριμμένη και να νιώσει ότι έρχεται σε επαφή με κάτι ανώτερο από αυτόν. Γι’ αυτό και το θρησκευτικό άσμα συνοδεύεται συνήθως και από άλλες μη «κανονικές» συμπεριφορές, όπως λ.χ. το άπλωμα των χεριών, το γονάτισμα ή ακόμη και το ξάπλωμα στο έδαφος. Το σημαντικό στοιχείο σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι επιτρέπει στο άτομο να αναγνωριστεί ως προσευχόμενο τόσο από τον εαυτό του όσο και από την κοινότητα των υπόλοιπων πιστών, αλλά και από την ίδια τη θεότητα.
    Το θρησκευτικό άσμα εντάσσεται, λοιπόν, σε ευρύτερα συμφραζόμενα, τα οποία κατά κάποιο τρόπο περιχαράσσουν μια θρησκευτική σφαίρα μέσα στα εγκόσμια. Η περιχαράκωση αυτή έχει και άλλους τρόπους, για να γίνεται έκδηλη. Κατ’ αρχήν φανερώνεται με τη δημιουργία ενός ιερού χώρου, ο οποίος οριοθετείται συνήθως από κάποιον περίβολο και οργανώνεται εσωτερικά με διακεκριμένες κατασκευές, όπως είναι οι βωμοί, οι ναοί, τα αγάλματα και οι εικόνες κ.τ.λ. Η αίσθηση της ιερότητας ενισχύεται από το είδος της ενδυμασίας, το χτένισμα των μαλλιών, τον τρόπο βαδίσματος και ομιλίας, που μπορεί να διαφέρουν από το συνηθισμένο. Ακόμη και η μετάβαση από την καθημερινή ζωή στη θρησκευτική τελετουργία μπορεί να σημαδεύεται με τελετουργικά στοιχεία, όπως το λούσιμο του σώματος, μια περίοδο προκαταρτικής νηστείας, μια τυπική έκκληση για σιωπή κ.ο.κ. Αλλά και το ζώο που πρόκειται να θυσιαστεί σημαδεύεται με παρόμοιο τρόπο, ώστε να ξεχωρίσει από το υπόλοιπο κοπάδι: το πλένουν και το στολίζουν με ιδιαίτερο τρόπο, για να φαίνεται σε όλους καθαρά ότι πρόκειται να θυσιαστεί. 
      Από τη σκοπιά του λάτρη όλες οι παραπάνω ενέργειες υπηρετούν το στόχο του να γίνει αποδεκτός από τη θεότητα: με την υιοθέτηση τυπικών μορφών συμπεριφοράς, ενδυμασίας, λόγου ο λάτρης πιστεύει ότι θα κερδίσει την εύνοια του θεού και θα επιτύχει το σκοπό του. Από τη σκοπιά του εξωτερικού παρατηρητή η θρησκευτική συμπεριφορά αποτελεί ένα σύμπλεγμα λόγων και πράξεων (λεγόμενα και δρώμενα) που συνδέονται, αλλά και διαφέρουν από την καθημερινή συμπεριφορά.
      Και ο ύμνος μπορεί να ιδωθεί απ’ αυτή τη σκοπιά. Ως μορφή λόγου και ομιλίας διακρίνεται από τον καθημερινό λόγο με ένα πλήθος χαρακτηριστικών: τα λόγια του εκφέρονται από ένα πλήθος ανθρώπων ταυτόχρονα, διαθέτει μελωδία, μέτρο και ρυθμό, πολλές φορές υπάρχει μουσική συνοδεία και χορός. Το κείμενο του ύμνου τηρείται όσο το δυνατόν πιστότερα και επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε κάθε ανάλογη περίσταση. Επιπλέον ο ύμνος διαφέρει από την καθημερινή ομιλία στο ότι ο λόγος του δεν απευθύνεται σε άλλους ανθρώπους, αλλά σε έναν θεό ή μια ομάδα θεοτήτων, είτε άμεσα, με μια επίκληση σε δεύτερο πρόσωπο (π.χ. εσύ ο Δίας που βροντάς από μακριά… ), είτε έμμεσα σε τρίτο πρόσωπο (π.χ. καλώ το Δία που βροντά από μακριά…).
     Πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι ειδικά για την περίπτωση των αρχαίων ελληνικών ύμνων είναι συνήθης η αλληλοεπικάλυψη, από πολλές απόψεις, με τα κοσμικά είδη ποίησης. Από άποψη μορφής ένας αρχαίος ελληνικός ύμνος συχνά ξεχωρίζει δύσκολα από ένα κοσμικό ποίημα. Δεν υπάρχει μέτρο, τεχνική σύνθεσης ή γλωσσικό μέσο, το οποίο να προορίζεται αποκλειστικά για την υμνική ποίηση. Οι ποιητές ύμνων είναι ως επί το πλείστον και συνθέτες άλλων ειδών ποίησης.
      Αλλά και από την άποψη του περιεχομένου είναι δύσκολο να γίνει μια αυστηρή διάκριση ανάμεσα στους ύμνους και τα μη θρησκευτικά είδη ποίησης: πολύ συχνά οι «κοσμικές» συνθέσεις περιλαμβάνουν θρησκευτικά στοιχεία. Για παράδειγμα οι τραγωδίες και οι επινίκιες ωδές είναι γεμάτες από επικλήσεις προς τη θεότητα, προσευχές, θεϊκές ή μυθικές αφηγήσεις. Παρομοίως πολλοί ύμνοι περιέχουν λογοτεχνικά στοιχεία, όπως περιγραφές τόπων θρησκευτικής σημασίας, διαλόγους μεταξύ θεών ή θεών και ανθρώπων κ.τ.λ. Οι πιο εξεζητημένες μορφές λογοτεχνίας, όπως μια αριστοφανική κωμωδία ή ένα σατυρικό δράμα, μπορεί να εμφανίζουν άμεσα τους θεούς ή να περιέχουν χορικά που στην ουσία δε διαφέρουν από τα καθαρά λατρευτικά άσματα.
       Παρόλα αυτά υπάρχει πραγματική διαφορά έμφασης και σκοπού ανάμεσα στο λατρευτικό τραγούδι και το λογοτέχνημα, όσο και αν το τελευταίο έχει θρησκευτικό περιεχόμενο. Ο ύμνος αποτελεί μια μορφή λατρείας που στοχεύει άμεσα στην έλξη της εύνοιας του θεού και την εξασφάλιση της βοήθειάς του. Αντίθετα, η λογοτεχνία στοχεύει στη ψυχαγωγία ή τη διαφώτιση των ακροατών-θεατών. Για παράδειγμα μια αισχύλεια τραγωδία μπορεί να στοχάζεται πάνω στην επίδραση του θείου στην ανθρώπινη ζωή, αλλά δε στοχεύει άμεσα στο να εξασφαλίσει κάτι από τη θεότητα μέσω της παράστασης. 
      Οι ύμνοι δεν αποτελούν μια δευτερεύουσα και μεταγενέστερη προσθήκη στη λατρεία. Οι αρχαιότεροι πολιτισμοί που γνωρίζουμε, αλλά και οι πιο πρωτόγονοι που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα, διαθέτουν τα δικά τους άσματα προς τους θεούς. Αντίστοιχα δεν υπάρχει καμιά περίοδος του ελληνικού πολιτισμού που να μη διαθέτει λατρευτικά τραγούδια. Ο Όμηρος για παράδειγμα αναφέρεται ξεκάθαρα σε παιάνες που ψάλλονταν προς τιμήν του Απόλλωνα, σε χορούς προς τιμήν της Άρτεμης και σε τραγούδια προς τιμήν αγροτικών θεών, όπως ο Λίνος. 
      Δυστυχώς, όμως, το μεγαλύτερο μέρος των αρχαίων ελληνικών λατρευτικών ασμάτων της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου έχουν χαθεί. Μόνο από την ελληνιστική περίοδο και μετά ο αριθμός των δειγμάτων αυξάνεται, προφανώς λόγω της αυξημένης χρήσης γραπτών αρχείων για την καταγραφή των λατρευτικών ασμάτων, προπάντων στα διάφορα ιερά. Εντούτοις και για τις αρχαιότερες περιόδους δεν πρέπει να απογοητευόμαστε ολοκληρωτικά.
    Κι αυτό επειδή διάφορα είδη της λογοτεχνικής παραγωγής φαίνεται ότι κατάγονται άμεσα ή έμμεσα από τα χορικά τραγούδια προς τιμήν των θεών. Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, μας πληροφορεί ότι η αττική τραγωδία και κωμωδία προέρχονται από διάφορες μορφές λατρευτικών ασμάτων. Αλλά και η χορική λυρική ποίηση κατάγεται από τους χορούς και τα άσματα προς τιμήν των ηρώων και των θεών. Επίσης η παράδοση της εγκωμιαστικής ποίησης, όπως εμφανίζεται στις επινίκιες ωδές, σε εγκώμια λαών και τόπων και σε λογοτεχνικούς ύμνους όπως του Καλλίμαχου, αξιοποιεί τη μορφή των λατρευτικών τραγουδιών σε νέα κοινωνικά και συναισθηματικά συμφραζόμενα. 
     Στηριζόμενοι στις παραπάνω παρατηρήσεις, αλλά και στο ευτυχές γεγονός ότι ένα πλήθος παπύρων μας επέτρεψε να ξαναδιαβάσουμε, έστω και αποσπασματικά, τμήματα ποικίλων υμνικών ασμάτων του Πινδάρου και του Βακχυλίδη, μπορούμε να καλύψουμε εν μέρει τα κενά για τις παλαιότερες εποχές της ελληνικής λατρευτικής ποίησης.
      Βοήθεια μπορούμε να λάβουμε και από την πλευρά του μύθου. Συχνά η έννοια του μύθου κυριαρχεί, όταν συζητείται η λεκτική πλευρά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Ωστόσο, με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι μύθοι αυτοί είναι η ουσία των ύμνων και ότι οι ιστορίες που λέγονται για τους θεούς στους μύθους είναι στην πραγματικότητα ιστορίες που ψάλλονταν στους θεούς στο πλαίσιο της λατρείας, προκειμένου να τους κολακέψουν, να τους επαινέσουν και εν τέλει να κερδίσουν την εύνοιά τους. Αν το κατανοήσουμε αυτό, οι μύθοι δεν εμφανίζονται πια ως υποθετικές αφηγήσεις για τις μυστηριώδεις δυνάμεις του κόσμου, αλλά πρωταρχικά ως αφηγήσεις σχεδιασμένες να «συλλάβουν» αυτές τις δυνάμεις μέσω των λόγων. 
     Υπενθυμίζοντας στη θεότητα μέσω της υμνικής λατρείας τις πράξεις μεγαλείου και ευεργεσίας που έκανε στο παρελθόν, ο λάτρης επιθυμεί ταυτόχρονα να προσδιορίσει τη θεότητα που επικαλείται και τις δυνάμεις της, αλλά και συνάμα να την «αναγκάσει» να επαναλάβει τις πράξεις αυτού του είδους προς όφελός του. 
    Οι μύθοι λοιπόν αποτελούσαν την ουσία των ύμνων που ψάλλονταν πριν ή κατά τη διάρκεια της τελετουργίας. Για παράδειγμα ο συχνά επαναλαμβανόμενος στους ύμνους μύθος του Απόλλωνα που σκοτώνει τον Πύθωνα δεν αποτελεί απλώς μια θαυμαστή και ψυχαγωγική ιστορία, αλλά στοχεύει πάνω απ’ όλα να εξασφαλίσει, μέσω της υπενθύμισης στο θεό μιας ένδοξης πράξης του, τη βοήθειά του για μια ανάλογη τρέχουσα περίσταση.
    Έτσι ο μύθος γίνεται η βάση, πάνω στην οποία ο πιστός νομιμοποιείται να προσδοκά τη συνδρομή των θείων δυνάμεων. Αυτό το γεγονός μας βοηθά πολύ στη μελέτη αποσπασματικά σωζόμενων ύμνων: πολλές φορές μεταγενέστεροι συγγραφείς αφηγούνται σε πεζό λόγο το μύθο, τον οποίο ανέπτυσσαν χαμένα λατρευτικά άσματα.