Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης, Ύμνος στην Αρετή


            Ο Αριστοτέλης συνέθεσε αυτόν τον ύμνο στη μνήμη του φίλου του Ερμεία. Γύρω στα 350 π.Χ. ο Ερμείας, άνθρωπος ταπεινής καταγωγής και πρώην μαθητής της σχολής του Πλάτωνα, απέκτησε εξουσία σε μια περιοχή της Μικράς Ασίας απέναντι από τη Λέσβο. Οι κυριότερες πόλεις της επικράτειας αυτής ήταν η Άσσος και ο Αταρνεύς. Ο Ερμείας φαίνεται ότι είχε πολιτικούς δεσμούς με το Φίλιππο της Μακεδονίας, αφού ο Δημοσθένης (10, 32)  τον περιγράφει ως άνθρωπο ο οποίος γνωρίζει και συμπράττει στα σχέδια του βασιλιά της Μακεδονίας εναντίον των Περσών. Ο Ερμείας προσκάλεσε τον Αριστοτέλη να έρθει στην Άσσο μαζί με μερικούς μαθητές του (ανάμεσά τους και ο Θεόφραστος). Ο Αριστοτέλης αποδέχτηκε την πρόσκληση και φαίνεται ότι παρέμεινε στην πόλη κατά το χρονικό διάστημα 347-5 π.Χ. Ο Ερμείας ίσως είχε την πρόθεση να προσδώσει αίγλη στην αυλή του με την παρουσία ενός τόσο σπουδαίου φιλοσόφου, όπως είχε κάνει παλαιότερα ο Διονύσιος Β΄ των Συρακουσών με τον Πλάτωνα. Ωστόσο οι δύο άντρες φαίνεται ότι συνδέονταν και με φιλική ή συγγενική σχέση. Ο Δίδυμος (6, 6, σελ. 23 Diels-Schubart) μας πληροφορεί για την οικειότητα που έδενε τον Ερμεία με τον Αριστοτέλη, ενώ γνωρίζουμε ότι η σύζυγος του Αριστοτέλη Πυθιάς ήταν ανεψιά και υιοθετημένη κόρη του Ερμεία. Το 342/1 π.Χ., και ενώ ο φιλόσοφος βρισκόταν κοντά στον Αλέξανδρο, έφτασε η είδηση ότι ο Ερμείας είχε συλληφθεί από τον Ρόδιο Μέντορα, ο οποίος τον παρέδωσε στο βασιλιά Αρταξέρξη Γ΄. Ο Αρταξέρξης βασάνισε τον Ερμεία, για να του αποκαλύψει ο τελευταίος τα σχέδια του Φιλίππου, όμως ο Ερμείας δεν υπέκυψε. Λίγο πριν πεθάνει ζήτησε να σταλεί μια επιστολή στους φίλους του, με την οποία να τους πληροφορεί ότι δεν έκανε τίποτε ανάξιο της φιλοσοφίας (Δίδυμος 6, 15-17).  
            H στάση αυτή του Ερμεία έκανε μεγάλη εντύπωση στον Αριστοτέλη, ο οποίος, όταν επέστρεψε στην Αθήνα το 338 και ίδρυσε το Λύκειο, φρόντισε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Ερμεία με δύο τρόπους. Πρώτον, έστησε άγαλμά του στους Δελφούς με το ακόλουθο επίγραμμα (Διογ. Λαέρτ. 5, 6):

«Τούτον τον άνθρωπο τον σκότωσε κάποτε ο βασιλιάς των τοξοφόρων Περσών
ανόσια τον ιερό των μακαρίων θεών νόμο παραβιάζοντας.
Δεν τον νίκησε καθαρά με τη λόγχη του σε ματωμένο αγώνα,
αλλά με τη βοήθεια της πίστης άνδρα δολίου».

Δεύτερον, ο Αριστοτέλης εισήγαγε στο Λύκειο τη συνήθεια να άδεται μετά από κάθε γεύμα ένα τραγούδι στη μνήμη του Ερμεία που συνέθεσε ο ίδιος ο φιλόσοφος. Μάλιστα το 323 π.Χ, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, όταν η Αθήνα τόλμησε να κρατήσει ξανά αντιμακεδονική στάση, κάποιος Δημόφιλος κατηγόρησε τον Αριστοτέλη για ασέβεια, επειδή ακριβώς καθιέρωσε στη σχολή του αυτόν τον παιάνα στον Ερμεία. Εντούτοις, το ποίημα ούτε προσφωνεί τον Ερμεία ως θεό, τονίζοντας μάλιστα το θάνατό του, ούτε και περιλαμβάνει το παιανικό επίφθεγμα που συναντάμε σε άλλους παιάνες, οι οποίοι συντέθηκαν προς τιμήν ανθρώπων για τη θεοποίησή τους (Λύσανδρος, Κρατερός, Πτολεμαίος). Μάλιστα η μόνη αναφορά στον Ερμεία είναι έμμεση: τον αποκαλεί του Αταρνέως το θρέμμα στο στίχο 13-4.
            Ο Αριστοτέλης, για να συνθέσει το ποίημα, διάλεξε τη μορφή ενός πινδαρικού ύμνου στην Αρετή, την προσωποποίηση της ανθρώπινης τελειότητας. Για να ακούγεται το ποίημά του ως ύμνος χρησιμοποίησε πολύ το δεύτερο πρόσωπο (στ. 3, 9, 11, 12, 14), όπως ο Πίνδαρος ξεκινούσε συχνά έναν επινίκιο ύμνο με την επίκληση σε κάποια θεότητα. Επίσης, όπως ο Πίνδαρος μετά τον έπαινο της θεότητας περνά σε κάποιο μυθικό παράδειγμα ηρωικής αξίας (π.χ. Ηρακλής, Αχιλλέας κ.τ.λ.) και επαινεί τον αθλητή, για το οποίο συνέθεσε τον ύμνο, έτσι και ο Αριστοτέλης, παράλληλα με τον ύμνο της Αρετής, επαινεί και έναν άνθρωπο, τον Ερμεία.
            Η δομή του ύμνου στην Αρετή είναι σαφής, όπως θα περίμενε κανείς από τον Αριστοτέλη:
            στίχοι 1-8: έπαινος της Αρετής, για χάρη της οποίας ο άνθρωπος είναι έτοιμος να υποφέρει δεινά, ακόμη και το θάνατο. Η κατάκτησή της ισοδυναμεί με την αθανασία.
            9-12: Ηρωικά παραδείγματα το αποδεικνύουν αυτό: τα παιδιά του Δία κέρδισαν την αθανασία χάρη στον αγώνα τους για την κατάκτηση της αρετής, το ίδιο και ο Αχιλλέας και ο Αίας (μέσω του Ομήρου).
            13-8: Το ίδιο και ο Ερμείας, ο οποίος πέθανε για χάρη της Αρετής, θα τιμηθεί από τις Μούσες μ’ αυτό το ποίημα που τιμά την ακλόνητη φιλία.

            Αρετή, που των θνητών το γένος με μόχθους πολλούς σε κατακτά,[1]
            της ζωής κάλλιστο θήραμα,
            για τη δική σου όψη, παρθένε,[2]
            ακόμη κι ο θάνατος είναι ζηλευτή στην Ελλάδα μοίρα
            κι η αντοχή σε κόπους φοβερούς και ακάματους.
            Τόσο πολύτιμος είναι ο καρπός[3] που τρέφεις μέσα στο νου,
            ισαθάνατος,[4] απ’ το χρυσό ανώτερος
            κι απ’ τους γονείς[5] κι απ’ τον ύπνο που μαλακώνει τα μάτια.[6]
            Για χάρη σου ο γόνος του Δία, ο Ηρακλής, της Λήδας οι γιοι[7]
            πολλά υπέφεραν στους άθλους τους,
            τη δύναμή σου θηρεύοντας,
            από πόθο για σένα ο Αχιλλεύς και ο Αίας πήγαν στο παλάτι του Άδη.
            Για τη δική σου αγαπημένη μορφή, του Αταρνέως
            το θρέμμα[8] έχασε του ήλιου το φως.
            Γι’ αυτό και του αξίζει ο ύμνος των έργων του
            κι αθάνατο θα τον κάνουν οι Μούσες,[9]
            της Μνημοσύνης οι κόρες,
            που ψέλνουν το σέβας του Ξένιου Δία[10] και το βραβείο της σταθερής φιλίας.





[1] Η παραδοσιακή ελληνική σοφία από την εποχή του Ησιόδου (Έργα και ημέραι 289-91) τονίζει ότι η κατάκτηση της αρετής απαιτεί κόπους και βάσανα. Με το Σιμωνίδη (PMG 579) η αρετή για πρώτη φορά υψώνεται σε θεότητα. Η αρχαιότερη καταγραφή επίσημης λατρείας της Αρετής είναι από τις Ερυθρές της Μ. Ασίας (ΙΕ 207, γύρω στα 180-50 π.Χ.) και την Πέργαμο (ΑΜ 32, 1907, 311, n. 34 από το 145 π.Χ.).
[2] Στην περίφημη αλληγορία του Προδίκου η Αρετή παρουσιάζεται μπροστά στον Ηρακλή ως μια όμορφη γυναίκα, πρότυπο σεμνότητας και αγνότητας, σε αντίθεση με τη λάγνα Κακία (Ξενοφ., Απομν. 2, 1, 22 κ.εξ.).  
[3] Η εξίσωση Αρετή = καρπός υπάρχει ήδη στον Πίνδαρο, Ολ. 1, 12-3, όπου τα συμφραζόμενα επιβάλλουν να φανταστούμε την Αρετή ως μήλο.
[4] Το επίθετο είναι δημιούργημα του Αριστοτέλη και δηλώνει την αρετή ως αθάνατο καρπό για τον άνθρωπο, ο οποίος την κατακτά. Η έννοια της αθανασίας εδώ είναι η εξής: ο ενάρετος άνθρωπος θα είναι αντικείμενο μνήμης και επαίνου και μετά το θάνατό του, ουσιαστικά για πάντα. Πβ. τους υπέροχους στίχους από την Ανδρομάχη του Ευριπίδη (774-6):
            «Ο χρόνος δεν μπορεί να γυμνώσει τα λείψανα
            των αγαθών ανδρών. Η αρετή
            ακόμη και στους νεκρούς λάμπει».
[5] Η έννοια της έκφρασης «η αρετή είναι ανώτερη κι απ’ τους γονείς» είναι προβληματική στην ερμηνεία της. Υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη, η σκέψη του Αριστοτέλη είναι η εξής: «Όσο πολύτιμοι και αν είναι οι γονείς, επειδή μας χάρισαν τη ζωή, ο καρπός της αρετής είναι πολυτιμότερος, επειδή για χάρη του οι άνθρωποι θυσιάζουν αυτή τη ζωή». Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, ο Αριστοτέλης κάνει υπαινιγμό στην ταπεινή καταγωγή του Ερμεία: «Ο καρπός της αρετής που κέρδισε ο ταπεινής καταγωγής Ερμείας είναι ανώτερος από την ευγενική καταγωγή που επικαλούνται κάποιοι μέσω των γονέων τους».
[6] Ο Αριστοτέλης θέλει να αντιπαραθέσει τη χαλαρότητα του ύπνου με τη διαρκή υπερένταση που είναι αναγκαία για την κατάκτηση της αετής. Στα Ηθικά Νικομ. 1176b34-77a5 οι εξαίρετοι άνθρωποι παρουσιάζονται να χαλαρώνουν μόνο για να αποκτήσουν τη δύναμη για περαιτέρω δράση.
[7] Ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης.
[8] Ο Ερμείας. Το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης θεωρεί επαρκή μόνο αυτήν την έμμεση αναφορά στον Ερμεία, φανερώνει ότι ο ύμνος προοριζόταν για ιδιωτική χρήση και απευθυνόταν σε ανθρώπους που γνώριζαν τα συμφραζόμενα.
[9] Εδώ Μούσες = εγκωμιαστική ποίηση. Η ιδέα ότι η ποίηση προφυλάσσει τη φήμη και την αρετή των ανθρώπων από το θάνατο εκφράζεται με έξοχο τρόπο και από το Βακχυλίδη (3, 90-2):
            «Το φέγγος της αρετής των θνητών δε σβήνει
            μαζί με το σώμα τους, αλλά
            η Μούσα το τρέφει».  
[10] Η αναφορά στον Ξένιο Δία γίνεται, επειδή ο Ερμείας φιλοξένησε στην Άσσο τον Αριστοτέλη.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…