Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Ο "ελάσσων Θεόφραστος": οι χαρακτήρες του Αρίστωνος του Κείου



ΑΡΙΣΤΩΝ Ο ΚΕΙΟΣ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΟΥΦΙΖΕΙΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑΣ

Εισαγωγή

Ο Αρίστων ο Κείος, διάδοχος του Λύκωνος στην ηγεσία του Περιπάτου (περ. 225 π.Χ.), συνέγραψε ένα έργο χαρακτηρολογίας, το οποίο παρουσιάζει στενές ομοιότητες με τους Χαρακτήρες του Θεόφραστου. Το έργο σώζεται σε αποσπασματική μορφή στον πάπυρο PHerc 1008. O πάπυρος περιέχει τμήματα έργου του Φιλόδημου του Επικούρειου από το Γάδαρα με τον τίτλο Περί κακιών και εκδόθηκε από τον C. Jensen στη Λειψία το 1911.[1] Στο 10ο βιβλίο τού Περί κακιών ο Φιλόδημος,[2] με αφορμή τη δική του μελέτη της αλαζονείας, ενσωματώνει και σχολιάζει ορισμένα χωρία από το έργο του Αρίστωνος με τον τίτλο Περί τοῦ κουφίζειν ὑπερηφανίας. Ο τίτλος μπορεί να αποδοθεί ως «Για το πώς μπορεί κανείς να ελευθερωθεί από την αλαζονεία». Ο Φιλόδημος παραθέτει διάφορα χωρία του έργου, στα οποία ο Αρίστων ασχολείται με ανθρώπινους τύπους όπως ο υπερήφανος, ο αυθάδης, ο αυθέκαστος, ο παντειδήμων, ο υπερόπτης, ο βρενθυόμενος, ο σεμνοκόπος, ο είρων, ο εξευτελιστής, ο εξουδενωτής. Όλοι οι παραπάνω τύποι έχουν ως κοινό συνδετικό στοιχείο και μια ορισμένη μορφή αλαζονείας.
Αρχικά θεωρήθηκε ότι το Περί του κουφίζειν υπερηφανίας είχε τη μορφή επιστολής, στην οποία ο Αρίστων, αφού κατεδείκνυε την ηθική ασχήμια της αλαζονικής συμπεριφοράς και των κακών που προκύπτουν απ’ αυτήν, στη συνέχεια εξέταζε και περιέγραφε μερικά είδη αλαζονείας, όπως αυτά υλοποιούνται σε συγκεκριμένους ανθρώπινους τύπους ή χαρακτήρες. Ωστόσο προσεκτικότερη μελέτη του φθαρμένου κειμένου  οδήγησε στο γενικά σήμερα αποδεκτό συμπέρασμα ότι το έργο μπορεί να θεωρηθεί μία σύντομη έκθεση (επιτομή) του τρόπου, με τον οποίο μπορεί κανείς να απαλλαχθεί από το βάρος της αλαζονείας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πλαίσιο, στο οποίο ο Αρίστων ενσωμάτωνε τους χαρακτήρες του, ήταν ηθικολογικού και ψυχοθεραπευτικού χαρακτήρα. Αυτό το μαρτυρεί προπάντων ο τίτλος του έργου του (Περί του κουφίζειν υπερηφανίας), ο οποίος υποδηλώνει ότι η περιγραφή (κατά το πρότυπο του Θεόφραστου) των διάφορων τύπων αλαζόνος πρέπει στον Αρίστωνα να είχε ενσωματωθεί στο πλαίσιο της ηθικής παραίνεσης και τελικά της ψυχοθεραπείας. Ο Αρίστων, για να κινηθεί στο περιβάλλον της ηθικής παραίνεσης της Περιπατητικής Σχολής, προσέγγισε τη λαϊκή φιλοσοφία, όπως δείχνει μεταξύ άλλων και η περιγραφή του αυθέκαστου, η οποία δε θεμελιώνεται στην αριστοτελική θεωρία, αλλά στην καθημερινή και κοινή εμπειρία. Μέσω του επικούρειου Φιλοδήμου, ο οποίος έδρασε στην Ιταλία τον 1ο αιώνα π.Χ., ο Αρίστων επηρέασε και τη ρωμαϊκή σάτιρα: ο επικούρειος φιλόσοφος, ενσωματώνοντας στα έργα του την αναπαράσταση δραματικών χαρακτήρων και θέτοντάς την στην υπηρεσία της ηθικής παραίνεσης, προσέφερε στις σάτιρες (και τις επιστολές) του Οράτιου το πρότυπο του ύφους του Αρίστωνα.
Ο Αρίστων μιμείται το θεοφράστειο έργο, ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να κατηγορηθεί για λογοκλοπή ή δουλική απομίμηση. Αν και η αρχική μορφή των χαρακτήρων του Αρίστωνος έχει αλλοιωθεί από το σχολιασμό και τις παραφράσεις που ενθέτει ο Φιλόδημος, είναι φανερό ότι ο Αρίστων ακολουθεί από κοντά τον Θεόφραστο στο ύφος, την τεχνική και το περιεχόμενο: χτίζει τις προτάσεις του με απαρέμφατα, χρησιμοποιεί πολύ τις μετοχές και συχνά συνδέει τις προτάσεις και τις περιόδους με ένα απλό «και». Χρησιμοποιεί επιπλέον τον ίδιο τύπο παραδειγμάτων από την καθημερινή ζωή: ένας άνθρωπος ζητά ζεστό ή κρύο νερό χωρίς να ρωτήσει το διπλανό του στα λουτρά, δεν ανταποδίδει την επάλειψη με λάδι που του έχει γίνει, παραλείπει τις φράσεις ευγενείας στις επιστολές του κ.ο.κ.

Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια

1. Ο ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΣ

[Φιλόδημος, Περί κακιών βιβλίο 10ο, στήλη 16.29 κ.εξ.]

            Ο άνθρωπος που αποκαλείται «αυτάρεσκος» μοιάζει να είναι ένα μίγμα οίησης, υπερηφάνειας και υπεροψίας, ενώ έχει και ένα μεγάλο μερίδιο απερισκεψίας. Είναι το είδος του ανθρώπου, λέει ο Αρίστων, που στα λουτρά ζητά ζεστό ή κρύο νερό, χωρίς να ρωτήσει προηγουμένως τον διπλανό του αν του αρέσει και εκείνου και...

[στήλη 17]

...όταν αγοράζει δούλο, δε ρωτά ούτε καν το όνομά του, ούτε του δίνει ένα όνομα ο ίδιος, αλλά τον αποκαλεί «δούλε» και τίποτε άλλο. Αν κάποιος τον αλείψει με λάδι, δεν τον αλείφει κι αυτός σε ανταπόδοση. Αν τον φιλοξενήσουν, δεν ανταποδίδει τη φιλοξενία. Όταν χτυπά ξένη πόρτα και τον ρωτήσουν ποιος είναι, δεν απαντά, μέχρι ο άλλος να βγει έξω. Όταν είναι άρρωστος και τον επισκέπτεται κάποιος φίλος, δεν του λέει πώς αισθάνεται, ούτε όταν κάνει ο ίδιος επίσκεψη σε κάποιον θα ρωτήσει κάτι αντίστοιχο. Όταν γράφει επιστολή, δεν προσθέτει το «χαίρε», ούτε στο τέλος το «να είσαι υγιείς».


2. Ο ΙΣΧΥΡΟΓΝΩΜΩΝ

[στήλη 17, συνέχεια]

Ο ισχυρογνώμων, πάλι, δεν είναι πολύ απερίσκεπτος, ούτε παράλογος όπως ο αυτάρεσκος, είναι όμως ιδιότροπος, επειδή επαίρεται ότι μόνο αυτός διαθέτει κρίση. Έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του ότι θα κάνει το σωστό σε όλα τα ζητήματα, ενώ αν εμπιστευτεί την κρίση κάποιου άλλου θα αποτύχει, γίνεται και αλαζόνας. Είναι το είδος του ανθρώπου που δε ζητά τη συμβουλή κανενός πριν ταξιδέψει, αγοράσει, πουλήσει, αναλάβει κάποιο αξίωμα ή ολοκληρώσει άλλες υποθέσεις. Αν τον ρωτήσει κανείς τι πρόκειται να κάνει, απαντά: «Ξέρω εγώ». Αν τον κατηγορήσει κανείς, του λέει υπομειδιώντας: «Εσύ (κατηγορείς) εμένα;». Αν τον καλέσουν σε μια συνάντηση για έναν άνθρωπο που ζητά συμβουλή, αρνείται να πει τι πιστεύει, αν ο άνθρωπος αυτός δεν πρόκειται να εφαρμόσει τη συμβουλή του. Και όλα στα οποία απέτυχε...

[στήλη 18]

...και δεν επιθυμεί να παραδεχτεί ότι συνέβη. Δεν ντρέπεται, όταν τον αποκαλούν ισχυρογνώμονα, αλλά λέει ότι είναι παιδάκια όσοι ζητούν την καθοδήγηση των άλλων ως παιδαγωγών, και ότι είναι ο μόνος που, αν και διαθέτει γενειάδα και γκρίζα μαλλιά, θα μπορούσε να επιβιώσει, αν τον άφηναν στην ερημιά.


3. Ο ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗΣ

[στήλη 18, συνέχεια]

            Ακόμη χειρότερος από τον προηγούμενο είναι ο παντογνώστης, ο οποίος έχει πείσει τον εαυτό του ότι τα ξέρει όλα:[3] άλλα τα έχει μάθει από τους πλέον ειδικούς, άλλα μόνο με το να τους βλέπει να τα κάνουν, άλλα τα έχει μηχανευτεί από μόνος του. Και δεν αρκείται μόνο να ισχυρίζεται, όπως ιστορεί ο Πλάτων για τον Ιππία τον Ηλείο,[4] ότι κάθε τι που φορά στο σώμα του το έχει φτιάξει από μόνος του, αλλά επιπλέον κατασκευάζει σπίτι και πλοίο από μόνος του και χωρίς αρχιτέκτονα. Συντάσσει για τον εαυτό του συμβόλαια που απαιτούν νομική εμπειρία. Κάνει το γιατρό όχι μόνο στον εαυτό του, αλλά και στους δούλους του, και επιχειρεί να γιατρέψει κι άλλους. Ασχολείται με εκείνα τα είδη της γεωργίας και της εμπορικής ναυτιλίας που περισσότερο από όλα τα άλλα απαιτούν τους πλέον ειδικούς, για να έχουν επιτυχία. Η τρέλα του δεν έχει τέλος, ακόμη κι αν ναυαγήσουν όλα του τα σχέδια. Είναι το είδος του ανθρώπου που γελοιοποιεί τον εαυτό του, εγείροντας αξιώσεις για όλους τους τομείς της γνώσης. Εκείνους που τον περιγελούν τους αποκαλεί ανίδεους…



4. Ο ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ

[στήλη 21]
      Ο υποκριτής, πάλι, είναι ως επί το πλείστον ένα είδος αλαζόνα…

[στήλη 22]
            ...έχει στο μυαλό του… αλλά μάλλον τα αντίθετα, με αποτέλεσμα να επαινεί κάποιον που στην πραγματικότητα ψέγει, να ταπεινώνει και να ψέγει τον εαυτό του και εκείνους που… Είναι το είδος του ανθρώπου που σε κάθε περίπτωση συνηθίζει να μιλά με υπονοούμενα για όσα επιθυμεί. Τον βοηθούν στις επινοήσεις του και η δεξιότητα και η αληθοφάνεια που παρουσιάζουν οι μυθοπλασίες του. Είναι το είδος του ανθρώπου που τις περισσότερες φορές περιγελά, μορφάζει, μειδιά και σηκώνεται ξαφνικά να παραχωρήσει τη θέση του σε όσους πλησιάζουν, αναπηδώντας και αποκαλύπτοντας το κεφάλι του. Με μερικούς παραμένει σιωπηλός, μολονότι έχει περάσει πολύ χρόνο μαζί τους. Όταν κάποιος τον επαινεί ή τον προτρέπει να μιλήσει ή λένε γι’ αυτόν ότι θα μείνει στη μνήμη των ανθρώπων, αυτός απαντά: «Και τι ξέρω εγώ, εκτός βέβαια από αυτό, δηλαδή ότι δεν ξέρω τίποτα;» και «Τι αξία έχω εγώ;» και «Αν υπάρξει κάποια περίπτωση να με θυμηθείτε». Συνηθίζει να εκφράζεται ως εξής: «Ευλογημένοι που είναι μερικοί απ’ τη φύση τους» ή «για τις ικανότητές τους» ή «για την τύχη τους». Δεν αποκαλεί τους ανθρώπους μόνο με το όνομά τους, αλλά «ο ωραίος Φαίδρος», «ο σοφός Λυσίας», και επιθέτει λέξεις αμφίσημες, όπως «χρηστός», «γλυκός», «απλός», «ευγενής», «ανδρείος». Κάνει επίδειξη δήθεν σοφών σκέψεων, τις αποδίδει όμως σε άλλους, όπως κάνει ο Σωκράτης με την Ασπασία και τον Ισχόμαχο.[5] Λέει σ’ εκείνους που απορρίφθηκαν στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχόντων: «Στ’ αλήθεια έβαλαν σε δοκιμασία εσένα που είσαι ο αξιότερος όλων;

[στήλη 23]

… είσαι ικανός να φέρεις εις πέρας τα πάντα». Και αν τύχει να συναντήσει κάποιον, παριστάνει στους διπλανούς του ότι μένει κατάπληκτος και θαυμάζει την εμφάνιση, την αξία και το λόγο του. Όταν τον προσκαλούν να μοιραστεί με τους άλλους τις σκέψεις του, λέει ότι φοβάται και ότι και τα πιο ασήμαντα προβλήματα του φαίνονται ανεπίλυτα. Αν κανείς τον περιγελάσει, απαντά: «Σωστά κάνεις και με περιφρονείς εσύ που είσαι τόσο σπουδαίος. Γιατί και ο ίδιος περιφρονώ τον εαυτό μου» και «Μακάρι να ήμουν νέος, κι όχι γέρος, για να γίνω δούλος σου». Aν κάποιος από τους παρόντες κάνει μια ξεκάθαρη δήλωση κι ο άλλος πει «Γιατί άραγε λες κάτι τέτοιο;», ο είρωνας θα αναφωνήσει υψώνοντας τα χέρια του: «Πόσο γρήγορα το κατάλαβες! Όμως εγώ είμαι ανόητος, αργόστροφος και βραδύνους». Αυτόν που μιλά τον κοιτά με προσοχή και ανοιχτό το στόμα, μετά όμως μιλά με υπαινιγμούς και κάνει νεύματα στους άλλους, κάποτε μάλιστα γελά με καγχασμό. Είναι το είδος του ανθρώπου που λέει σ’ εκείνους με τους οποίους τυχαίνει να μιλά: «Φίλοι, κάντε μου φανερή την αγραμματοσύνη και τα άλλα λάθη μου και μη με αφήνετε να γελοιοποιούμαι» και «Δε θα μου διηγηθείτε τις επιτυχίες του τάδε, για να χαρώ και, αν μπορέσω, να τον μιμηθώ;»…



5. Ο ΕΥΤΕΛΙΣΤΗΣ

[στήλη 24]

…ο ευτελιστής ή εξευτελιστής και ο μηδενιστής ή εκμηδενιστής είναι όροι όμοιοι και αναφέρονται στην ίδια συμπεριφορά, διαφέροντας μόνο στη χαλάρωση ή την επίταση της διαβολής προς τον πλησίον. Γιατί ο ευτελιστής για κάποιον που απουσιάζει θα ισχυριστεί ότι δεν του φαίνεται και τόσο σημαντικός, ενώ ο μηδενιστής θα τον παρουσιάσει ως ίσο με το μηδέν… 

[Σταύρος Γκιργκένης]


[1] C. Jensen, Philodemi, Περί κακιῶν liber x, Leipzig 1911. Στην πραγματικότητα ο πάπυρος ήταν ήδη γνωστός από το 1792, όταν ξετυλίχτηκε από τον Antonio Lentari. Στα ενδιάμεσα χρόνια μελετήθηκε από αρκετούς, αλλά η πρώτη πραγματική κριτική έκδοση θεωρείται του Jensen.
[2] Το Περί κακιών, γραμμένο μετά το 50 π.Χ., αποτελούσε ένα είδος συμπληρώματος στο ήδη εκδομένο έργο του Φιλόδημου με τον τίτλο Περί ηθών και βίων. Σε πολλά από τα σωζόμενα χωρία το θέμα είναι η κολακεία. Το 9ο βιβλίο ήταν αφιερωμένο στην οικιακή οικονομία (Περί οικονομίας, PHerc 1424): ο Φιλόδημος εναντιωνόταν εδώ τόσο στον Οικονομικό του Ξενοφώντα όσο και στο ομώνυμο, ψευδώς αποδιδόμενο στον Αριστοτέλη, έργο. Το 10ο βιβλίο μελετούσε, όπως αναφέρθηκε, τις εκδηλώσεις της αλαζονείας. Το Περί κακιών είναι γεμάτο με παραπομπές σε προηγούμενους φιλοσόφους: έχουμε χωρία από το Θεόφραστο, το Δημόκριτο, τον Ανάξαρχο, τον Αρίστωνα κ.ά.
[3] Η λέξη παντειδήμων λείπει και από τον Αριστοτέλη και από το Θεόφραστο. Στον Αρίστωνα o παντειδήμων διεκδικεί τη γνώση και την ικανότητα σε όλους τους τομείς, δίχως να κατέχει στην πραγματικότητα κανέναν. Ο Φιλόδημος παρατηρεί παρακάτω στον πάπυρο (στήλη 20) ότι ο παντειδήμων μοιάζει με το Μαργίτη, τον ήρωα ενός σατιρικού έπους που αποδιδόταν στον Όμηρο: ο Μαργίτης ήξερε πολλά πράγματα, αλλά τα ήξερε όλα. Ο παντειδήμων, συνεχίζει ο Φιλόδημος, απηχώντας ίσως τον Αρίστωνα, ξεχνά ότι ακόμη και ο πραγματικά πολυμαθής δεν μπορεί να τα ξέρει όλα. Ο λόγος είναι ότι πολλές τεχνικές και πολλές γνώσεις απαιτούν πολύμοχθη και πολύχρονη τριβή με το αντικείμενο. Στην πραγματικότητα γύρω από τους πολυμαθείς υπάρχει μόνο ένα άρωμα γνώσης πολλών πραγμάτων, όχι αληθής κατοχή τους. Αυτή την αρνητική στάση απέναντι στην πολυμάθεια ή την επίκλησή της την συναντάμε στον Ηράκλειτο (απ. 22 Β 40 DK), το Δημόκριτο (68 Β 64 DK), τον Πλάτωνα (Νόμοι 811Α) κ.ά.   
[4] Ο Ιππίας ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Σοφιστές της κλασικής εποχής. Ασχολήθηκε με τους περισσότερους τομείς του επιστητού, αποκτώντας τη φήμη παντογνώστη. Κάποτε στην Ολυμπία καυχήθηκε ότι όλα όσα φορούσε επάνω του, αρχίζοντας από το δαχτυλίδι του, τα είχε φτιάξει μόνος του. Βλ. Πλάτων, Ιππίας ελ. 368BC.
[5] Στους διαλόγους Μενέξενος του Πλάτωνος και Οικονομικός του Ξενοφώντος. Ωστόσο oρισμένοι υποστηρίζουν ότι η αναφορά στην Ασπασία πρέπει να συνδεθεί περισσότερο με το χαμένο έργο Ασπασία του σωκρατικού Αισχίνη του Σφήττιου.