Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 3ο)


Μέρος 2ο

Μέρος 1ο

Όλα σε μορφή pdf


ΧΑΡΡΙΣ                                                                      
Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας                                                                                                            σ’ εφλόγισε πατώντας της Ηπείρου
το χώμα, σα στην πλατωσιά του απείρου
ν’ άστραφτε από το «εν τούτω νίκα» ο αιθέρας,

και σα σε λάμψη παρουσίας δευτέρας
μ’ αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου
νά ’βλεπες στο βυθό του Παμπονήρου
να γκρεμιστεί η Τουρκιά, το ανίερο τέρας.

Και σε λόγου σου τότε έκαμες τάμα
να φτάσεις όπου αυτός μόνος ξαμώνει
που ’ναι ποιητής και μάρτυρας αντάμα.

Του Απόλλωνα όχι η χάρη, η δόξα μόνη
σου ’λειπε του θανάτου −κι ένα βόλι
σ’ έστειλ’ ήρωα στο ηλύσιο περιβόλι.


ΝΙΚΟΣ ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ
Και αν είναι άλλη ζωή, θα ’ναι για σένα
ο αθέρας τουτηνής. Βαθιά γαλήνη
σιωπής αρμονικιάς θα μεγαλύνει
τα πλήθια μάγια σμίγοντάς τα σ’ ένα

θεράπιο θεϊκό∙ τη μια παρθένα
που εφίλησες κι ο πόθος σου την κρίνει,
τα πέντε σας παιδιά που άχραντοι κρίνοι
ανθούν κι αλλιώς σου μοιάζει το καθένα

πεντάμορφο, και τ’ άδολο της Γνώσης
ανάμα, και τη φώτιση του Ωραίου
κι όσα δάκρυα φτωχών έχει στεγνώσεις

και, με τη λάβρα τ’ άξιου Κερκυραίου
για του νησιού σου την ευδαιμονία,
για το Γένος, την ένθεη μανία.


ΕΛΑ ΠΑΡΘΕΝΑ ΜΟΥ...
Έλα, παρθένα μου, να ιδείς πώς λάμπει το φεγγάρι.
-Φεύγα, μην τύχει και σε ιδεί το φως του ηλιού κοντά μου.
-Κάθησε κάτω, αγάπη μου, στο πράσινο χορτάρι,
φόβο μην έχεις, κάθησε, πέσε στην αγκαλιά μου.

-Φοβούμαι μη η μανούλα μου με ξυπνήσει και με κράξει,
φοβούμαι μη τα λόγια μας τα πάρει τ’ αγεράκι,
μήπως τ’ ακούσει φθονερός, μήπως πουλί πετάξει
και δει στα χείλη μας ζεστό τ’ έρωτος το φιλάκι.

-Πέσε, έλα, πέσε, αγάπη μου, στα χείλη μ’ αποκάτου.−
Στην αγκαλιά του έπεσε η εύμορφη παρθένα
κι έκρωζε κει ’νας κόρακας. Φαρμάκων’ η λαλιά του.

Τα μελωμένα τους φιλιά, και τα ζευγαρωμένα
κουφάρια τους εμείνανε− δες, την αστροφεγγιά του
το μισοφέγγαρο έκρυψε... −μαζί μαχαιρωμένα.


ΠΟΙΗΣΙΣ
Στην μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
την κεφαλή του προς τα σύγνεφα κι αφήνει
τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
και τα μαρμάρινα τα στήθη του να πλύνει,

εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
ενώ μεσουρανίς φιλέρημη σελήνη
ασημοΰφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

αυτού η καρδιά μ’ απ’ τη χαρά της ξεχειλίζει,
όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
αιθέρια μούσα μ’ όλα τ’ ουρανού τα κάλλη,
θαρρώ πως αγροικώ της λύρας της τους ήχους.



Η ΜΟΥΣΙΚΗ
Εις την γλυκιά της νύκτας ήσυχη ερημία,
ενώ λαμποκοπούν τ’ αστέρια μαγεμένα,
τ’ αέρι παίρνει απ’ τους ανθούς την ευωδία
και τα νερά κρυφομιλούν ερωτεμένα.

Τότ’ αγκαλιάζω αν αγροικώ την αρμονία
όπου τ’ αηδόνια χύνουν, στα κλαριά κρυμμένα,
ή κι αν ερωτική μου ψάλλει μελωδία
μέσα εις βαρκούλ’ αηδονολάλητη παρθένα.

Κι ευτύχημ’ άλλ’ ο νους μου δεν επιθυμάει
παρ’ όλην την ζωήν μου να την ναναρίζει
τέτοι’ αρμονία που τα πάθη όλα νικάει.

Εις την ψυχήν η Μουσική φτερά χαρίζει,
ώστ’ ημπορεί μακράν του κόσμου να πετάει
κι εις ύψη αιθέρι’ από ηδονή να λαχταρίζει.


ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
Είσ’ έμορφη, σεμνή χωριατοπούλα
και στον ανθό της νιότης λουλουδίζεις,
δροσερή και γελούμενη ροδίζεις,
όπως στον ουρανό ροδίζ’ η αυγούλα.

Καθώς μες το τριαντάφυλλο η δροσούλα,
όμοια λάμπει το δάκρυ σου αν δακρύζεις,
σα νύφη στο χορό γλυκογυρίζεις
και καμαρώνεις σαν βασιλοπούλα.

Όλοι αντάμ’ ας φιλούν οι άλλοι μία
γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,
που κλαίει τα μαραμένα της τα νιάτα.

Εγώ σέν’  αγαπώ, σέν’ αγκαλιάζω.
Αν τη φωνή σου ακούσω, αναγαλλιάζω.
Λιώνομαι στα φιλιά σου τα δροσάτα.



ΣΤΟ ΦΙΛΟ Γ.ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟ
Όταν ξυπνάς στο αυτί σου έν’ αντηχάει
μονάχο «καλημέρα» ευλογημένο,
που η μάνα αγάλι αγάλ’ ηχολογάει
στο παιδί της κοντά τ’ αγαπημένο.

Την νύχτα πριν τα δυο σου μάτια κλείσεις,
ο γέροντας πατέρας σε σκεπάζει
και σου λέγει γλυκά να τον φιλήσεις,
και αν φιληθεί, η καρδιά του αναγαλλιάζει.

Αλλ’ όμως, Γιώργ’, η αγγελική ψυχή σου
κάπου ν’ αναπαυθεί, κάπου να λέει
έχει ανάγκη τα κρύφια μυστικά της.

Τες ώρες της χαράς  με τους γονείς σου
πέρασε, αλλ’ όταν η καρδιά σου κλαίει
στον φίλο θα ματάβρεις την χαρά της.


ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ
Ο κόσμος είναι πλανερό μαγνάδι
κεντησμένο με ρόδα και με βάγια,
με ήλιους και μ’ άστρα, που το απλών’ η Μάγια
απάνου στης αλήθειας το σκοτάδι.

Σ’ αγαπούσαμε τόσο, έρμο ρημάδι,
γιατί στη μέση απ’ της ζωής τα μάγια
στην ψυχή μας φανέρωνες την άγια
του θανάτου θωριά, τον κρύον Άδη,

το τίποτε∙ και ανήξερα στα βάθια
του είναι μας εξύπναες μια λαχτάρα
να γλιτώσουμε απ’ όλα μας τα πάθια,

την πικρή να ξορκίσουμε κατάρα
της ζωής, και να μπούμε μονομίας 
στ’ άδυτα της θεϊκής ανυπαρξίας.



ΑΜΙΛΗΤΑ
Ποτάμι τρέχει η αγάπη και όσο τρέχει
πληθαίνει και στ’ ολόγλυκό της ρέμα 
δείχνει της ευτυχιάς το ουράνιο ψέμα
και ο δρόμος της, θαρρεί, σωμό δεν έχει.

Μα μπροστά της χωρίς να το παντέχει
του πόνου η πικροθάλασσα στο βλέμμα
απλώνεται γεμάτη δάκρυα κι αίμα,
και τα πάντα ρουφάει, τα πάντα βρέχει.

Χρυσομάνα, εμαράθηκαν τα φύλλα
και χειμώνας πλακώνει∙ σε θωράω
κατάματα με τρόμου ανατριχίλα∙

Και σέναν’ αλαφιάζεται το πράο
άρρωστο ανάβλεμμά σου, σα να ερώτα:
θα χαρούμε άλλην άνοιξη, σαν πρώτα;


ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ
«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία 
εδώθε». −«Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιο, πατέρα Ολυμπιονίκες.

Να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
κι εγώ να καμαρώσω μες τα ωραία 
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκιες.

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια∙
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει
με της αντριάς τα αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».



ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΙΝΝΑ
Τι με γνοιάζει πως είναι κελνερίνα,
αν μ’ όλη την καρδιά της μ’ αγαπάει,
αν τα στήθη της άσπρα είναι σαν κρίνα,
αν σαν τα Χερουβείμ χαμογελάει;

Σαν ο τυφλός που ξάφν’ ουράνι’ αχτίνα
το μαύρο σκότος γύρω του σκορπάει,
όμοια κι εγώ θαμπώνομαι από κείνα
τα δυο της μαύρα μάτια αν με τηράει.

Άμε χάσου ξερή Φιλολογία,
γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,
που ως τώρα το μυαλό μου έχεις τυφλώσει.

Την Εμορφιά την κλασική σπουδάζω,
όταν γλυκά την Μίννα μου αγκαλιάζω,
όταν η Μίννα ένα φιλί μου δώσει.


ΤΑΜΑ
Κόρη αφράτη, με στήθια σαν το γάλα,
μ’ ολόξανθα μαλλιά σαν το χρυσάφι,
με μάγουλα π’ ο Έρωτας τα βάφει
ρόδισμα ουράνιο ραίνοντας μια στάλα,

σαν και σένα δεν είναι πλάσματα άλλα∙
σε λαχταρώ σα διψασμένο αλάφι.
Να τ’ αγαπήσω η μοίρα μου το γράφει
τα δυο σου μάτια μαύρα τα μεγάλα.

Εσύ είσαι η ευτυχία μου, εσύ το φως μου,
πως θα ιδώ στη ζωή μου τέτοιο θάμα
ποτέ δεν το εφαντάστη ο λογισμός μου∙

να μη σ’ απαρνηθώ σου κάνω τάμα,
έλα, χαρές και βάσανα του κόσμου
χεροπιασμένοι θα περνάμε αντάμα.



ΟΝΕΙΡΟ
Νύχτα, με δίχως άστρα ουδέ φεγγάρι,
σε μιαν άγρια παράδερνα λαγκάδα∙
ξάφνου με σκιαχτερή ξένη ασκημάδα
τρεις  Άχαρες θωρώ σ’ ένα λογγάρι∙

Η μεσινή ψηλά κρατεί λυχνάρι,
που των τριωνών φωτίζει την αχνάδα∙
ουρλιάζοντας μ’ αταίριαστη βραχνάδα
αργά ξαλλάζουν το εξάδιπλο αχνάρι

κι ομπρός μου σταματούν. Τότε στυλώνει
η καθεμιά τα μάτια κατά μένα∙
η μεσινή το λύχνο χαμηλώνει

και φου! τον σβηούν οι τρεις με φύσημ’ ένα.
Φρενιασμένος εξύπνησα.  Αχ! το φως μου, −
την ίδια ώρα εσβήστηκε ο αδερφός μου!


ΠΛΗΡΩΜΑ ΧΡΟΝΟΥ
Οι Τούρκοι είναι θεριά, δεν είναι ανθρώποι.
Για χιλιοστή φορά πάλι σηκώσου!
Το τρισένδοξο θέλει ριζικό σου
θεριά να σφάξεις που τα θρέφει η Ευρώπη.

Πολύ ψηλά, κει που δε φτάνει τόπι 
αφορεσμένου Τούρκου, Φράγκου ή Ρώσου,
είναι στημένο τ’ άγιο φλάμπουρό σου
στου Ιδανικού το ουράνιο κατατόπι.

Κι α σε κρατούν πιστάγκωνα δεμένη
κι α χίλια μύρια βάσανα παθαίνεις,
μα στο τέλος θε να βγεις κερδεμένη,−

είσ’ αίμα Ελληνικό και δεν πεθαίνεις. 
Αν είναι ένας Θεός δικαιοκρίτης,
συ θα το δείξεις, Λευτεριά της Κρήτης.




ΠΑΤΡΙΔΑ
Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ’ αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σα νύφ’ η γη πο ’χει άμετρα άνθη προίκα,
λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ’ αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα∙
τη φύση στην καλή της ώρα εβρήκα,
λαχταρίζει η ζωή σ’ όλα τα μέρη.

Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα,
κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα

να  σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα,
να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,
όμορφή μου, καλή, γλυκιά πατρίδα.


ΧΑΡΑΥΓΗ
Αχνά, σαν το ροδόβαμμα μιας πρώτης
ανήξερης αγάπης, ξημερώνει∙
την απάρθενη θάλασσα φουσκώνει
σαν γλυκοανασασμός πάναγνης νιότης,

και σαν άνθια κυλάει τον κάτασπρό της
ανάλαφρον αφρό, και η γης ασκώνει
τη λευκή καταχνιά και φανερώνει
την ομορφάδα της αιωνιότης

άγγιχτη, αφίλητη, αθώρητη. Μένει
σαστισμένη η ψυχή στη δροσεράδα
του αγέρος που όσο πάει κι ασπρογαλιάζει∙

το πάθος ξαστοχάει και αναγαλλιάζει,
σαν ο άγριος κρίνος που ξανοίγει αράδα,
στην άπειρη ωραιότη ερωτεμένη.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…