Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)


Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ
Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.


ΟΜΟΡΦΙΑ
Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι
της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι,
σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι,
κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,

διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει−
περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη,
σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι
τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.

Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια
και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα,
όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια

και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα
σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου:
«Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κοντά σου!»  



ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
Με εκοίταξε ένα σούρουπο το Μάη,
το μοσχοβολισμένο Μάη το μήνα,
και η ματιά της για πάντα μου επρομήνα
ευτυχία, που το ουδέν δεν πεθυμάει.

Μα ο πόθος δεν χορταίνει, όσο κι α φάει,
μες την καρδία μου μπήγεται σα σφήνα∙
σα διψασμένη λιώνεται αλαφίνα
η ψυχή, όση γλύκα κι α ρουφάει.

Μάγο ανέσπερο φέγγος του θανάτου,
εσύ, ναι, με γλυκιά παρηγορία
πραΰνεις καθενός τα βάσανά του.

Μεσ’ απ’ την αλαβάστρινην υδρία
ό,τι κι αν τάζεις δίνεις∙ αφανίζεις
την πεθυμιά, τους ύπνους αιωνίζεις.


ΚΡΗΤΗ
Σειρήνα πρασινόχρυση, με μάτι
σαν της αγάπης, με λαχτάρας χείλια,
αχτιδομάλλα, ορθοβύζα, με χίλια
μύρια καμάρια και λέπια γεμάτη,

τραγούδι τραγουδάς μες τη ροδάτη
κατάχνια του πελάου, και στην προσήλια
του αγέρος πλατωσία και στα βασίλεια
της γης πνοή το σέρνει μυρωδάτη:

«Σαν το γάλα της αίγας Αμαλθείας
θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.
Ελάτε να χαρείτε μες της θείας

αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,
πρόσφυγες της Ζωής, δώρα άγια τρία∙
θάνατο, αθανασία κι ελευτερία». 



ΨΥΧΟΦΙΛΗΜΑ
Χρυσάρμενα ονείρατ’ αργοπλένε
στα πέλαγα του πόθου οι φαντασίες
και κατακεί αρμενίζουν, όπου επήες,
όπου τα δυο σου μάτια γελοκλαίνε,

όπου απάρθενος φέγγεις, λατρεμένε
κρίνε της ομορφιάς, κι οι μελωδίες
των τραγουδιών σου σμίγουν τες μαγείες,                                            
που μες τ’ αγνά σου χείλη σιγοπνένε.−

Χάρου, καρδιά μου θλιβερή, και αγάλλου!
Πέρασε η μαύρη νύχτα κι η άγρια μπόρα∙
άνθι και συ μικρό μες του μεγάλου

κόσμου το περιβόλι άνοιξε τώρα.
Δεν ήξερε η ψυχή μου να φιλήσει∙
τώρα ξέρει. Ω πανάχραντο μεθύσι!


ΑΡΓΥΡΟΚΟΥΠΑ
Κρουσταλλένιο, διάφανο, γεμάτο
απ’ άδολο κρασί που πορφυρίζει,
με κίνημα θερμό, μ’ αίστημα ακράτο
ένα φτωχό ποτήρι σ’ αντικρίζει,

σε λαχταράει, σε γγίζει∙ μα τ’ αφράτο
πιοτό σαν αίμα χύνεται, σκορπίζει.
Και το ποτήρι μένει άδειο ως τον πάτο,
γιατί το σκούντημά σου το τσακίζει.

Και συ στέκεις ατάραχτη και κρύα,
αργυρόκουπα, πλούσια ιστορισμένη,
με την περήφανή σου θεωρία.

Είσαι να σ’ αγαπούν συνηθισμένη∙
στην πικρή της ζωής χαροκοπία
δε δείχνεις με τι σ’ έχουν γεμισμένη.



ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ
Του μυστήριου ανασήκωσε την πέτρα
και μη σκιαχτείς το δάγκωμα του αστρίτα∙
την αλήθεια ακατάπαυτα αναζήτα
και ιδές αν είναι, ως λεν, ψυχοπονέτρα.

Μία μία τες σαγιτιές του πόνου μέτρα
και άγρυπνος τες πληγές που ανοίγουν κοίτα∙
μηνύτρα φτάνει η καθεμιά σαγίτα
απ’ της άσπλαχνης Μοίρας τη φαρέτρα.

Και α βρεις που ο πόνος είναι η μόνη αλήθεια,
τότες απ’ τ’ αντρειωμένα σου τα στήθια
γδύσου την ταπεινότη της ορφάνιας∙

στης Ομορφιάς, στης Δύναμης τη γλύκα,
με αλαλητό χαράς και περηφάνιας
γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα.


SANSARA
Δεν λαχταρώ κι αναστενάζω γι’ άλλη
καλοτυχία, παρά για τα φιλιά σου∙
μα εσύ πετάς να στήσεις τη φωλιά σου 
μ’ άλλο ταίρι σε ξένο περιγιάλι.

Γεια σας, φανταχτερά Νεράιδων κάλλη, 
κόρη αηδονολαλήτρα, μάισσα, γεια σου! 
Κλαίω τη ροδοχιονάτη αμαλαγιά σου
σα να ’χε πας στου Χάρου την αγκάλη.

Μα δε σε θέλει ο Χάρος. Γράφ’ η Μοίρα 
πολυζώητο στη γης να μυριανθήσεις
τριαντάφυλλο ερωτιάς, και με τα μύρα 

του κόρφου σου τον κόσμο να μεθύσεις.
Μες της θείας σου γλύκας την πλημμύρα
την πίκρα της Αλήθειας να βυθίσεις.



ΕΙΔΩΛΑ
Άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,
της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι, 
από καθάριο βγαίνετε ζυμάρι
κι είσαστε γεννημένοι όχι όπως τύχει.

Δεν κελαηδήτε ανούσιοι κι άσκοποι ήχοι
σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,
μα κι ούτε παρατάτε το συρτάρι 
να βρείτε αγοραστή τόσο τον πήχυ.

Γιατ’ είσαστε ψυχούλες και κορμάκια 
των πόθων και των πόνων μου, που πλήθια 
πικρά μ’ εσυχνοπότισαν φαρμάκια.

Είδωλα ’ναι οι χαρές, καημός η αλήθεια 
και αλήθεια είν’ η ζωή. Μα τι με μέλει! 
Θωρώ εσάς κι ο καημός γίνεται μέλι.


ΠΟΡΤΑ ΡΙΑΛΑ
Του Υπερανθρώπου, με τα δώρα τ’ Άρη,
η ελπίδα στην καρδιά μας φλόγα ανάβει. 
Αχ! ώσπου σάρκα ο πόθος μας να λάβει,
το ιδρύ θα γέρνει ομπρός στο μανιτάρι.

Και σένα, αντρείας σύμβολο, σκουτάρι
της Λευτεριάς, σ’ εγκρέμισαν οι σκλάβοι
κι οι αδύνατοι, σ’ εφάγαν οι εργολάβοι,
σαν τα σκουλήκια το νεκρό λιοντάρι.

Πάει το θεριό, που μ’ ασκωμένο νύχι
γης κι ουρανό φοβέριζε, και οι τοίχοι
παν, που μπαρούτι κι αίμα είχε τους βάψουν.

Να μπορούσαν να ζήσουν τούτοι οι στίχοι 
όσο εσύ θα ’χε ζήσεις, να σε κλάψουν
και κείνους που σ’ εχάλασαν να κάψουν 



ΚΕΡΚΥΡΑ
Η θάλασσα εσπαρτάρησε ως τον πάτο
κι άφρισε σαν εδέχτηκε στον κρύο 
κόρφο ακόμα ολοζώντανο το θείο 
σπόρο, απ’ τον ουρανό σταγμένο κάτω.

Τότες βγήκε απ’ το πέλαγο τ’ αφράτο,
τέρας της ομορφάδας και σημείο,
τ’ άγιο της Αφροδίτης μεγαλείο,
γλύκες ερωτικές όλο γιομάτο.

Μα το δρεπάνι, που ’χε αυτού σκορπίσει
του θεού τ’ αμελέτητα, και κείνο 
μες το γιαλό μελλότουν να καρπίσει.

Κι έτσι, Αφροδίτη των νησιών, με κρίνο
και ρόδο πλουμιστή, γιομάτη γλύκες,
Κέρκυρα, απ’ του Ουρανού το αίμα εβγήκες.


ΚΑΡΔΑΚΙ                      
Τ’ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού, στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι,
χορταριασμένα κείτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Και λέω που ακόμα απ’ την κορφή του ωραίου
βουνού στ’ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνειρο, σε βλέπω γιατί μ’ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ’ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα το ’χει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.


ΑΦΙΕΡΩΣΗ 
Πέτα, Αγάπη, στα ουράνια και χαιρέτα
τη μάνα μου και δείχ’ της τα φτωχά μου
τούτα τραγούδια, κι έπειτα εδώ χάμου
βλογημένα απ’ αυτήν ξανάφερέ τα,

μ’ ένα χαμόγελό της χρύσωνέ τα,
και σαν πετράδια ατόφωτα, σαν άμμου
χρυσού κλωνιά, χαρές και βάσανά μου,
θα γυαλίσουν μες στ’ άτεχνα σονέτα.

Σαν αλκυόνα, Αγάπη, με φτερούγες
απλωμένες διαβαίνεις ιριδένια
κατάστρωτες με φως ανάερες ρούγες.

Στης ζωής τ’ άγριο πέλαο νεραϊδένια
χαρίζεις καλοσύνη, όθε φωλιάζεις,
και μ’ όνειρα ουρανού το ασπρογαλιάζεις.


ΛΗΘΗ 
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση∙
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.−

Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.



ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ
Στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει
της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας
και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας
η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει,

άσκωσες διαμαντένιο μετερίζι
και στη μέση, ομορφιάς θάμα και τέρας,
ναό της Μεγαλόχαρης Μητέρας
έστησες, που σαν ήλιος πορφυρίζει.

Ποτέ στ’ αραχνιασμένο βάραθρ’, όπου
μες τη μούχλα και μες τη φαρμακίλα
οχιές κλωσούν οι κάκητες τ’ ανθρώπου,

ποτέ δεν εκατέβηκες κι εκύλα
η φωνή σου βροντή κι έκαιε σα φλόγα
τους πονηρούς, μα τους καλούς ευλόγα.


ANGELICA FARFALLA
 Στ’ ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια
ακροπατώντας η ψύχη, σα να ’χει
μισoαπλωμένα τα φτερά, μονάχη
κινάει να βρει την άπειρη, γαλάζια

μοναξιά γιατρεμό για τα μαράζια,
που τόσο την παθιάζουν∙ και σα λάχει
ν’ αντικρίσει τ’ ωριόπλουμο σελάχι
κι όλα τ’ αστραφτερά χρυσά τσαπράζια

του Ήλιου, ορθοποδίζει ερωτεμένη
στης ασημοβολής το μονοπάτι,
που ίσια τη βγάνει στ’ άσπιλα τεμένη

της ομορφιάς κι εκεί, με την απάτη
πως θα πορεύεται αιώνια ιεροδούλα
στ’ άγιο φως καίεται σαν πεταλουδούλα.



ΑΛΚΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(του πατέρα του)

Γιατί δεν τον φαντάζεσαι που ανέβη
να ψάλει σ’ άλλη γη μ’ αγγέλου λύρα
το τραγούδι, τρισεύγενή σου κλήρα,
που τ’ άχτια κάθε ζήσης ειρηνεύει;

Σ’ όλο τ’ άπειρο μ’ άγρια βασιλεύει
Μέδουσας κεφαλή πάνοπλη Μοίρα.
Στης πίκρας την πεντάμαυρη πλημμύρα
μόνη η ομορφιά για λίγο αντιπαλεύει.

Και -ω μυστήριο- καθώς διαβαίνει απ’ άστρα
σ’ άστρα, φως ζέστα, δύναμη μαγνήτη,
μες τη μενεξεδένια ουράνια πάστρα

με μάτια της ψυχής, σ’ άλλο πλανήτη
να κατεβαίνει φεγγοστάλαχτ’ είδα
(γιατί τον κλαις;) σαν αρμονίας αχτίδα.


EXCELSIOR!
Κρύο κρούσταλλο νερό τα ηλιοφρυμένα
χείλια θα ογράνει∙ ευγενικιά ανθρωπότη
θα τους φιλέψει πλούσιο φαγοπότι∙
κορμιά απ’ την πλήθια χάρη αλαφρημένα,

αγάλματα θεών ζωντανεμένα,
θ’ αγναντέψουν στη Νίμπρο εκεί την πρώτη
της λευτεριάς αστραφτερή λαμπρότη,
τα στήθια θα χαρούν τα πονεμένα.

Και ανηφορούν οι βλάμηδες λεβέντες
στ’ ατέλειωτο φαράγγι όλο χαλίκι
μονοσκοίνι με γέλια και κουβέντες.

Μα έχουν ποδάρια και καρδιές τσελίκι∙
μα τους θεριεύει η ελπίδα του θανάτου
με τ’ αγιασμένα δαφνοστέφανά του.