Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Τα γηρατειά και ο Τιθωνός: ένα σαπφικό ποίημα

Η ανακάλυψη
Το ποίημα αυτό της Σαπφούς ήταν ουσιαστικά άγνωστο μέχρι το 2004. Ως τότε κατείχαμε από πάπυρο που εξέδωσαν στις αρχές του 20ου οι Grenfell και Hunt (P. Oxy. 1787) τα δεύτερα μισά των στίχων. Το 2004 εκδόθηκαν άλλοι δύο πάπυροι (P. Köln 21351+21376), οι οποίοι μας επέτρεψαν να συμπληρώσουμε τα κενά και να έχουμε σχεδόν ακέραιο το ποίημα. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ασκληπιάδειο μέτρο και οργανωμένο σε δίστιχα. Με βάση το μέτρο πρέπει να ανήκε στο 4ο βιβλίο της αλεξανδρινής έκδοσης των έργων της.

Το περιεχόμενο
Η Σαπφώ απευθύνεται στα μέλη του θιάσου της, νεαρές κοπέλες, και τις καλεί να συνεχίσουν τη σπουδή και την εξάσκηση της μουσικής και του χορού, ώστε να αποκτήσουν τα ωραία και ευγενή δώρα που χαρίζουν οι Μούσες στον καλλιεργημένο άνθρωπο. Η ίδια δεν μπορεί να τις ακολουθήσει στο χορό, επειδή έχει πια γεράσει. Ωστόσο αντιμετωπίζει το γήρας με φιλοσοφική διάθεση: κανένας άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να αποφύγει την παρακμή του σώματος που φέρνουν τα γηρατειά. Αφού δεν μπορεί να κάνει τίποτα, έχει συμβιβαστεί με την κατάσταση. Ακόμη κι ο Τιθωνός, ο σύζυγος της Ηώς (=Αυγή), δεν κατάφερε να μην γεράσει, μολονότι η αγαπημένη του ήταν αθάνατη θεά. Όπως είναι γνωστό από το μύθο η Ηώ ζήτησε από το Δία να κάνει τον ερωμένο της αθάνατο, αλλά ξέχασε να ζητήσει να τον κάνει να μην γερνά. Έτσι ο Τιθωνός δεν μπορεί να πεθάνει, αλλά βρίσκεται σε διαδικασία διαρκούς γήρανσης. Σε ορισμένες παραλλαγές του μύθου μεταμορφώνεται τελικά σε τζιτζίκι.  

Το αρχαίο κείμενο
ὔμμες πεδ Μοίσαν ἰ]οκ[ό]λπων κάλα δρα, παδες,
σπουδάσδετε κα τὰ]ν φιλάοιδαν λιγύραν χελύνναν·

μοι δ’ παλον πρίν] ποτ’ [ἔ]οντα χρόα γρας δη
πέλλαβε, λεκαι δ’ γ]ένοντο τρίχες κ μελαίναν·

βάρυς δέ μ’ [θ]μος πεπόηται, γόνα δ’ [ο] φέροισι,
τ δή πότα λαίψηρ’ ον ρχησθ’ σα νεβρίοισι.

τν> στεναχίσδω θαμέως· λλ τί κεν ποείην;
γήραον νθρωπον οντ’ ο δύνατον γένεσθαι.

κα γάρ π[ο]τα Τίτωνον φαντο βροδόπαχυν Αων
ρωι φ[υρ]άθεισαν βάμεν’ ες σχατα γς φέροισα[ν,

οντα [κ]άλον κα νέον, λλ’ ατον μως μαρψε
χρόνωι πόλιον γρας, χ[ο]ντ’ θανάταν κοιτιν.

Η μετάφραση
Εσείς για τα ωραία δώρα των πορφυρόντυτων Μουσών,
παιδιά μου, να φροντίζετε και για τη λύρα, που αγαπά να τραγουδά, γεμάτη μελωδία.

Μένα το δέρμα μου, απαλό που ήταν πριν, το γήρας πια
το πρόφτασε και τα μαλλιά μου έγιναν από μαύρα άσπρα.

Βάρυνε η ψυχή μου, τα γόνατα δε με βαστούν
κι ας χόρευαν κάποτε γοργά σαν ελαφάκι.

Συχνά γι’ όλα αυτά στενάζω. Μα τι μπορώ να κάνω;
Να μην γεράσει ο άνθρωπος δεν γίνεται.

Λένε πως κάποτε τον Τιθωνό ροδόχερη η Αυγή
από έρωτα γεμάτη έφτασε κουβαλώντας τον στις εσχατιές της γης.

Όμορφος ήτανε και νιος, όμως κι αυτόν στην ώρα τους
τα γκρίζα γηρατειά τον πιάσανε, κι ας είχε αθάνατη γυναίκα.  

[Σταύρος Γκιργκένης]