Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Λατρευτικά προσωνύμια του Διός στη Θεσσαλία και η σημασία τους


Κάθε θεότητα του ελληνικού πανθέου αντιπροσωπεύει ένα σύνολο διαφορετικών ιδιοτήτων και γνωρισμάτων που συνδυάζονται σε ένα ενιαίο σύνολο. Οι επικλήσεις προς τον θεό έχουν ως ρόλο να προσδιορίζουν με ακρίβεια τη συγκεκριμένη ιδιότητα της θεότητας στην οποία θέλει να απευθυνθεί ο πιστός, ανάλογα με τη βοήθεια που περιμένει να λάβει. Η προσευχή, η θυσία και η προσφορά έπρεπε να γίνονται πάντα με την κατάλληλη επίκληση, διαφορετικά υπήρχε ο φόβος πως η βοήθεια δεν θα ερχόταν ποτέ. Τα προσωνύμια που λαμβάνει ο κάθε θεός είναι πολλά και η χρονική περίοδος κατά την οποία ένα συγκεκριμένο προσωνύμιο αρχίζει να χαρακτηρίζει τη θεότητα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί.
Το όνομα του Διός συχνά συνοδεύεται από διάφορες προσωνυμίες που δηλώνουν τις διαφορετικές δικαιοδοσίες του. Τα επίθετα που συνοδεύουν το όνομα του θεού υποδηλώνουν είτε τις ενέργειές του στο φυσικό κόσμο, είτε τις ενέργειές του στην ηθική ζωή των ανθρώπων. Ο Ζευς φαίνεται να ασκεί την εξουσία του σε ολόκληρο το φυσικό κόσμο, ουράνιο και επίγειο, αλλά και στον Κάτω Κόσμο, χωρίς να περιορίζεται σε ένα μόνο τομέα.


Ο ΖΕΥΣ ΩΣ ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ
Το όνομα του Διός συνδέεται ετυμολογικά με τον ουρανό, την ημέρα και τα καιρικά φαινόμενα. Ο Ζευς είναι ο δημιουργός της ημέρας, των εποχών και των καιρικών φαινομένων. Σε ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό χώρο λατρευόταν ως Ακραίος σε κορυφές βουνών, από όπου οι άνθρωποι πίστευαν πως έλεγχε τα καιρικά φαινόμενα, δημιουργούσε τα σύννεφα που έφερναν τη βροχή και τη νοτιά, απαραίτητα στοιχεία για την καρποφορία της γης. Παράλληλα όμως έστελνε και το χαλάζι και τη βροχή με τις καταστροφικές τους συνέπειες.  
Στην Κραννώνα ο Ζευς λατρευόταν ως Νότιος σύμφωνα με ενεπίγραφη στήλη που βρέθηκε κοντά στην ακρόπολη. Πιθανόν εκεί κοντά να βρισκόταν και το ιερό του θεού. Ο Ζευς Νότιος έστελνε στη γη τη νοτιά, δηλαδή τη δροσιά και τις ανοιξιάτικες νότιες βροχές, που ήταν απαραίτητες για την ανάπτυξη της βλάστησης. Ο Αντίγονος ο Καρύστιος[1] περιγράφει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον έθιμο των κατοίκων της Κραννώνας, το οποίο αποτελούσε μια μαγική τελετουργία για πρόκληση βροχής (βροχομαγεία) μετά από ανομβρία.
Ο Ζευς ως Ακραίος λατρευόταν σε κορυφές βουνών από όπου έλεγχε τα καιρικά φαινόμενα και σε αυτόν απευθύνονταν οι πιστοί για να ζητήσουν βροχή σε περιόδους μεγάλης ανομβρίας. Από τον 5ο αι. π.Χ. μαρτυρείται η λατρεία του σε ιερό στην κορυφή Πλιασίδι του Πηλίου. Στην ίδια θέση λατρευόταν ο Κένταυρος Χείρων και παλαιότερα ο Πηλέας, υπάρχει δηλαδή μια διαδοχή της λατρείας. Σύμφωνα με τον Ηρακλείδη[2] κάθε χρόνο οι Μάγνητες διοργάνωναν πομπή προς το ιερό του Ακραίου Διός κατά την εμφάνιση του αστερισμού του Κυνός. Ο Ηρακλείδης μας πληροφορεί πως στην πομπή συμμετείχαν επιφανείς νέοι πολίτες που φορούσαν προβιές ζώων (κριαριών ή προβάτων) που είχαν πρόσφατα σφαχτεί.[3] Η λατρεία του Διός Ακραίου ήταν γνωστή και στους Γόμφους,, όπου απεικονίζεται σε νομίσματα καθισμένος σε βράχο και κρατώντας σκήπτρο.
Στο Συκύριον της Πελασγιώτιδος ο Ζευς λατρευόταν με το επίθετο Φερφερέτας. Πρόκειται για διαλεκτικό τύπο του γνωστού από την Μακεδονία Διός Υπερβερέτα. Πρόκειται για τη λατρεία του Διός ως νεφεληγερέτου, ὑψινεφοῦς, ύπερφέροντος, όρσινεφοῦς ή του θεού που ὑπερφέρεται, μεταφέρεται στα ύψη από αετό. Η λατρεία του διαδόθηκε στη Θεσσαλία από τη Μακεδονία, όπου μαρτυρείται και ο μήνας Υπερβερεταίος (15 Σεπτεμβρίου-15 Οκτωβρίου), στο τέλος του οποίου εορτάζονταν τα Υπερβερεταία.[4]
Ο Ζευς Ολύμπιος, ο ύψιστος θεός των Μακεδόνων,[5] λατρευόταν στη Φάρσαλο, όπως δείχνει μια μνημειακή μαρμάρινη αναθηματική στήλη (αρχές 4ου αι. π.Χ.) που αποτελεί πιθανόν ανάθημα του γνωστού Φαρσάλιου πολιτικού Πολύχαρμου, γιου του Αγάθωνα, καθώς επίσης και στη Μητρόπολη, όπως μαρτυρεί μια μαρμάρινη αδημοσίευτη ενεπίγραφη στήλη των ρωμαϊκών χρόνων που αφιέρωσε η πόλη στο θεό. Εκτός από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία ο Ζευς Ολύμπιος λατρευόταν επίσης στην Αθήνα, στην Ολυμπία, στη Ρόδο, στη Χίο, στην Έφεσο, στην Κύπρο, στη Λυκία, στη Συρία κ.α.
Στους Γόννους και στην Άζωρο της Περραιβίας καθώς και στην Πύρασο-Δημήτριον της Αχαΐας Φθιώτιδος ο Ζευς συναντάται ως Ύψιστος κατά τον 2ο αι. π.Χ.-1ο αι. μ.Χ. Η λατρεία του Διός Υψίστου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε πολλά μέρη της Μακεδονίας (Δίον, Κοζάνη, Έδεσσα, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Πύδνα), όπως δείχνουν οι αναθηματικές επιγραφές και τα άλλα αναθηματικά μνημεία της λατρείας του. Στις επιγραφές αναφέρονται λατρευτικές ομάδες (θρησκευτικοί θίασοι ή συνοδοί), που αποτελούνταν από ένα περιορισμένο αριθμό μελών. Στις ομάδες συμμετείχαν απελεύθεροι και δούλοι, ανάμεσα τους και γυναίκες. Είναι γνωστοί συγκεκριμένοι θρησκευτικοί τίτλοι: ἱερεύς, ἀρχισυνάγωγος, διάκονοι, λογιστής, προστάτης, γραμματεύς, ἐπιμεληταί και κριτής. Ένας από τους βασικούς σκοπούς των θρησκευτικών ομάδων ήταν η λατρεία του Διός Υψίστου για την πρόκληση βροχής, που θα βοηθούσε στην εξασφάλιση της καρποφορίας. Η λατρεία του στόχευε επίσης και στον εξευμενισμό του θεού για την αποτροπή των χαλαζοπτώσεων, που προκαλούσαν καταστροφές στις γεωργικές καλλιέργειες. Σε αναθηματικές επιγραφές στον Δία Ύψιστο συναντώνται συχνά οι εκφράσεις «υπέρ του...» και «υπέρ της σωτηρίας του...» και απεικονίζεται συχνά ο αετός.
Ο Ζευς λατρευόταν ως Κεραύνιος στο Πύθιο, από όπου προέρχεται ανάγλυφη αναθηματική στήλη που απεικονίζει το θεό όρθιο, σε έντονο διασκελισμό, κραδαίνοντας με το δεξί χέρι τον κεραυνό, ενώ στο αριστερό, που είναι τεντωμένο μπροστά, κάθεται ο αετός. Στον ίδιο τύπο αποδίδεται ο Ζευς σε νόμισμα από τη γειτονική Ολοσσώνα. Λατρεία του Διός Κεραύνιου μαρτυρείται σε πολλές αρχαίες πόλεις, όπως στην Ολυμπία, στη Θάσο, στη Μήλο, στην Πριήνη, στη Μυτιλήνη, στο Κίτιο της Κύπρου.
Ο Ζευς ως θεός του κεραυνού λατρευόταν με το επίθετο Καταιβάτης «παρὰ τὸ καταβιβάζειν τοὺς κεραυνούς» ή αυτός που κατεβαίνει-εμφανίζεται ανάμεσα σε βροντές και αστραπές. Από το ιερό του στο Πύθιο, που βρισκόταν 2 χλμ. νότια της πόλης, στη θέση Τοπόλιανη, προήλθε αναθηματική στήλη. Το ιερό είχε πηγή νερού και δάσος δρυών, από το οποίο σήμερα σώζεται ένα δέντρο που έχει δεχτεί ριπές κεραυνών. Με την ίδια προσωνυμία λατρευόταν και στην Πέλιννα. Οι κεραυνωθέντες (ἐνηλύσιοι ή διόβλητοι) θάπτονταν στο σημείο όπου είχαν σκοτωθεί και συχνά ο θάνατος από τον κεραυνό αντιμετωπιζόταν ως ευθανασία, μέσο αφηρωισμού ή και τιμωρίας.[6]  Όταν οι άνθρωποι επιζούσαν μετά το χτύπημα του κεραυνού, λάτρευαν το Δία ως Σωτήρα. Τα σημεία που δέχονταν το χτύπημα του κεραυνού (ἐνηλύσια) θεωρούνταν κατοικία του θεού και γι' αυτό ήταν άβατα και συχνά εκεί ιδρυόταν ιερό του Διός Καταιβάτη, καθώς η ριπή του κεραυνού αντιμετωπιζόταν ως επιφάνεια του θεού. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη η κάθοδος του Διός Καταιβάτη δεν συνδεόταν με τους κεραυνούς, αλλά ο θεός κατέβαινε στη γη για να τιμωρήσει ή να βοηθήσει τους ανθρώπους.  Σύμφωνα με μια διαφορετική ερμηνεία ο Καταιβάτης ήταν μια θεότητα που ζούσε στα βάθη της γης και αργότερα ταυτίστηκε με το Δία. Λατρεία του Διός Καταιβάτη υπήρχε στην Ολυμπία, στην Πάρο, στη Μήλο, στη Θάσο, στη Μίλητο και στην Αθήνα. Το συγκεκριμένο προσωνύμιο υιοθέτησε και ο Δημήτριος Πολιορκητής, όταν έφτασε στην Αθήνα.

Ο ΖΕΥΣ ΩΣ ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΟΣ
Ο Ζευς εμφανίζεται συχνά ως χθόνιος και τιμωρός θεός. Αυτές τις ιδιότητές του εκφράζουν τα επίθετα Μειλίχιος, Θαύλιος, Παλάμνιος, Φόνιος, Ικετέας, και Λαφύστιος.
Ως εξαγνιστής-καθάρσιος θεός του Κάτω Κόσμου, αλλά και της γονιμότητας, λατρευόταν ο Ζευς Μειλίχιος στο μικρό ιερό των Φερών, στις Φθιώτιδες Θήβες, στη Λάρισα και στην Πύρασο-Δημητριάδα. Ήταν ο θεός των νεκρών και του θανάτου, αλλά παράλληλα έλεγχε τις παραγωγικές δυνάμεις της γης και παρείχε πλούτο στους ανθρώπους. Ο αυστηρός αυτός θεός γινόταν ευμενής, πράος και μειλίχιος με κατάλληλες τελετουργίες και προσφορές.  Άλλωστε, το επίθετο Μειλίχιος συνδέεται με τις λέξεις μέλι, μείλια (καταπραϋντικά δώρα), μειλίγματα ή μειλίκρατα (μείγματα με μέλι), που ήταν προσφορές προς το Δία και τις άλλες χθόνιες θεότητες. Επικρατούσε η άποψη πως οι χθόνιες θεότητες είχαν τη δύναμη να τιμωρήσουν ή να εξαγνίσουν τους μολυσμένους, έτσι και ο Ζευς Μειλίχιος εξάγνιζε και όσους μολύνονταν με το μίασμα του φόνου. Στη λατρεία του Διός Μειλιχίου σημαντικό ρόλο παίζει το φίδι, που αντιπροσωπεύει τη χθόνια υπόσταση του θεού. Συνήθως αποδίδεται κουλουριασμένο και με ανασηκωμένο το κεφάλι, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φέρει γένι.  Η λατρεία του Διός Μειλιχίου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Συναντάται στην Αττική, στο Άργος, στη Σικυώνα, στην Τεγέα, στην Άνδρο, στη Χίο κ.α. Στην Αθήνα τελούνταν προς τιμή του η γιορτή Διάσια, στο πλαίσιο της οποίας διεξαγόταν μια πομπή που είχε ως στόχο τον εξαγνισμό και την εξιλέωση. Κεντρικό στοιχείο της τελετής ήταν το Διός Κώδιον (προβιά του Διός).  
Ο Ζευς ως Θαύλιος λατρευόταν στο μεγάλο ιερό των Φερών μαζί με την Ενοδία, σε ιερό στο δυτικό νεκροταφείο του Άτραγα, στο λόφο της Αγίας Παρασκευής των Φαρσάλων και στην ακρόπολη της Λάρισας. Ο Ζευς Θαύλιος ήταν ο θεσσαλικός θεός του Κάτω Κόσμου και των νεκρών, γι' αυτό και στις Φερές λατρευόταν μαζί με την Ενοδία που είχε και αυτή χθόνια υπόσταση. Εξοργιζόταν από το έγκλημα του φόνου και τιμωρούσε τους φονιάδες. Η έρευνα έχει κατά καιρούς συσχετίσει τον Δία Θαύλιο της Θεσσαλίας με το μακεδονικό θεό Θαύλο, το Θαύλωνα και το γένος των Θαυλωνιδών καθώς και με την δωρική γιορτή των Θαυλίων, χωρίς όμως να έχει διαφωτιστεί πλήρως το ζήτημα. Ο Ησύχιος αναφέρει ότι Θαύμος ή Θαύλος αποκαλείτο ο Άρης στη Μακεδονία. Είχε υποστηριχθεί αρχικά ότι επρόκειτο για τον μακεδονικό θεό του πολέμου.[7] Ο Ησύχιος αναφέρεται επίσης στους Θαυλωνίδες, ένα παλιό ιερατικό γένος της Αθήνας, ιδρυτής του οποίου ήταν ο Θαύλων. Η συγκεκριμένη οικογένεια είχε το καθήκον της θυσίας του ταύρου προς τιμήν του Διός Πολιέως στην Ακρόπολη των Αθηνών κατά την 14η του Σκιροφοριώνα (τέλος Ιουλίου).[8] Μετά τη θυσία ακολουθούσε ένα τελετουργικό ανάστασης του ζώου.[9] Μια γιορτή με την ονομασία Θαύλια αναφέρεται από τον Ησύχιο και συνδέθηκε στην έρευνα με το Δία Θαύλιο και τα Βουφόνια. Τη γιορτή είχε καθιερώσει ο Κτέατος. Ορισμένοι θεωρούν ότι το όνομα Θαύλος-Θαύλιος προέρχεται από το ρήμα θαυλίζω που σημαίνει εναγίζω, φονεύω, καθαιρώ.
Ο Ζευς ως τιμωρός θεός του φόνου λατρευόταν και με τα προσωνύμια Φόνιος στη Λάρισα και Παλάμνιος στους Γόμφους. «Παλαμναῖοι» ήταν αυτοί που διέπρατταν φόνο με το χέρι τους και ο «Ζευς Παλαμναῖος» ήταν ο τιμωρός τους. Επρόκειτο, λοιπόν, για ένα θεό εκδικητικό που δεν αφήνει ατιμώρητους τους εγκληματίες που έχουν διαπράξει φόνο.
Στις Φθιώτιδες Θήβες λατρευόταν ο Ζευς Ικετέας  στον οποίο κατέφευγαν οι φονιάδες για βοήθεια. Μετά την διάπραξη κάποιου φόνου ο δράστης κατέφευγε για βοήθεια στο Δία Ικετήσιο-Ικετέα, καταδιωκόταν για να τιμωρηθεί από το Δία Παλάμνιο και τέλος, απαλλάσσεται από το μίασμα του φόνου με την βοήθεια του Διός Θαυλίου.
Ο Ζευς λατρευόταν στην Άλο ως Λαφύστιος,[10] δηλαδή λαίμαργος, αδηφάγος.  Κατά μια άποψη το επίθετο του θεού προήλθε από το όνομα ενός παλιού θεού του θανάτου, γι' αυτό και ο Ζευς Λαφύστιος ήταν θεός που ενέπνεε το φόβο και εξευμενιζόταν δύσκολα, συχνά μόνο με ανθρωποθυσίες. Ο Ζευς Λαφύστιος συνδέθηκε με τον μύθο του Φρίξου και της Έλλης, αλλά και με μια ανθρωποθυσία που γινόταν στην πόλη της Άλου. Επρόκειτο για τον πιο αυστηρό και δυσεξιλέωτο θεό του Κάτω Κόσμου. Στην Άλο υπήρχε ιερό άλσος του θεού που ήταν άβατο και ενέπνεε φόβο και το οποίο αναφέρει ο Ηρόδοτος[11] με αφορμή την άφιξη του Ξέρξη στην πόλη. Η λατρεία του Διός Λαφύστιου, όπως και του Διός Ακραίου στο Πήλιο, συνδέεται με το κριάρι. Το κριάρι είναι το κυρίαρχο ζώο του βουκολικού πληθυσμού και θεωρείται ενσάρκωση της αναπαραγωγικής δύναμης. Μέσα από το μύθο του Φρίξου και του χρυσόμαλλου κριαριού, όσο κι αν αυτός έχει διαμορφωθεί από την ποιητική συνείδηση, αντανακλά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του παρελθόντος. Το χρυσόμαλλο κριάρι του Φρίξου αποτελεί μια θηριομορφική εμφάνιση του Διός.

ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ
Ο Ζευς λατρευόταν στις πόλεις της Θεσσαλίας ως Άφριος, Τριτόδιος, Φηγωναίος, Ελευθέριος, Ομολώιος, Αλεξατήρ, Υπερδέξιος, Ηλακαταίος και Σωτήρ. Ορισμένα από αυτά όπως ο Άφριος, ο Ηλακαταίος και ο Τριτόδιος συναντώνται μόνο στη Θεσσαλία.
Η λατρεία του Διός Αφρίου  είναι γνωστή μόνο από τρεις αναθηματικές στήλες που βρέθηκαν στο μεγάλο ιερό των Φερών, όπου λατρευόταν η Ενοδία και ο Ζευς Θαύλιος. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στο ίδιο ιερό λατρευόταν ο Ζευς με δυο διαφορετικές υποστάσεις του, ως Θαύλιος και Άφριος. Το ουσιαστικό αφρός σχετίζεται με το χυμό της γονιμότητας, με τα ρευστά συστατικά και τις ουσίες που προκαλούν την βλάστηση την άνοιξη. Πρόκειται δηλαδή για το Δία προστάτη της ευφορίας των δέντρων και γενικά της φύσης και συνεπώς συγγενεύει με το Δία Γεωργό ή προστάτη της γεωργικής παραγωγής. Τη σημαντική θέση που κατείχε στη λατρεία της Θεσσαλίας ο Ζευς Άφριος αποδεικνύει η ύπαρξη του μήνα Άφριου που τοποθετείται στο β' μισό Μαρτίου-α' μισό Απριλίου, δηλαδή κατά την περίοδο άνθισης της φύσης. Η λατρεία του Διός Αφρίου ίσως να μην είχε επίσημο χαρακτήρα στη δημόσια ζωή της πόλης, καθώς συνδέεται κυρίως με την επιθυμία των αγροτών για θεϊκή βοήθεια για την ευκαρπία της χρονιάς.[12] Η λατρεία του Διός Αφρίου μπορεί να συσχετιστεί με την λατρεία της Αφροδίτης, η οποία λατρεύεται ως ἀνθεσφόρος και είναι αυτή που εξασφαλίζει την ανθοφορία και ευκαρπία των δέντρων. Στη συνέχεια προέκυψε η ιδιότητα της ως προστάτρια της ερωτικής ζωής.
Η λατρεία του Διός Τριτοδίου είναι γνωστή από δυο αναθηματικές στήλες (β' μισό 5ου αι. π.Χ.- αρχές 3ου αι. π.Χ.) από τον Άτραγα της Πελασγιώτιδος. Ο Ζευς Τριτόδιος πιθανόν να ήταν προστάτης των σταυροδρομιών, όπως και η θεά Ενοδία.
Σε ένα λόφο κοντά στη Σκοτούσσα λατρευόταν ο Ζευς Φηγωναίος. Εκεί πιθανώς βρισκόταν δενδρομαντείο του θεού, το οποίο θεωρείται ο πρόδρομος του μαντείου της Δωδώνης, όπου η ιερή δρυς (φηγός) έδινε με το θρόισμα των φύλλων της τους χρησμούς.
Στη Λάρισα μετά την νίκη των Ρωμαίων επί των Μακεδόνων ιδρύθηκε ο ναός του Διός Ελευθερίου και κάθε χρόνο γίνονταν αγώνες προς τιμήν του, τα Ελευθέρια. Η λατρεία του είχε πολιτικό χαρακτήρα, καθώς παρουσίαζε την επικράτηση των Ρωμαίων ως απελευθέρωση των Θεσσαλών από τους Μακεδόνες κατακτητές. Ο Ζευς Ελευθέριος δεχόταν τιμές συνήθως μετά από νίκες σε μάχες. Έτσι, μετά τη νίκη στις Πλαταιές, οι Έλληνες ίδρυσαν ιερό και αγώνες προς τιμήν του θεού. Αλλά και στις Συρακούσες μετά την ανατροπή του τύραννου Θρασύβουλου το 466 π.Χ. στήθηκε στην πόλη άγαλμα του Διός Ελευθερίου και καθιερώθηκαν ετήσιοι αγώνες προς τιμή του.
Λατρεία του Διός Ομολωίου μαρτυρείται στον Άτραγα κατά τον 3ο αι. π.Χ. Το επίθετο πιθανόν προήλθε από την αρχαία πόλη Ομόλιον της Μαγνησίας. Στο θεσσαλικό ημερολόγιο υπάρχει μήνας Ομολώιος (μέσα Μαΐου-μέσα Ιουνίου), ο οποίος μαρτυρείται επίσης στη Βοιωτία και στην Αιτωλία, ενώ μια γιορτή με την ονομασία Ομολώια είναι γνωστή από τη Θήβα.
Στις Φερές μαρτυρείται λατρεία του Διός Αλεξατήρος. Το επίθετο ἀλεξητήρ δηλώνει αυτόν που απωθεί, που απομακρύνει, και συναντάται για πρώτη φορά ως προσωνύμιο του Διός στη Θεσσαλία. Το συγκεκριμένο επίθετο το έφεραν αποτρόπαιοι θεοί όπως ο Ασκληπιός, ο Απόλλων, ο Διόνυσος, αλλά και ο Ηρακλής.[13]
Στη Φάρσαλο ο Ζευς ως προστάτης των ανθρώπων λατρευόταν με το προσωνύμιο Σωτήρ. Είναι γνωστή η λατρεία του στον Πειραιά από ναυτικούς, οι οποίοι του απέθεταν τις ελπίδες τους για σωτηρία από ναυάγιο. Συχνότερα λατρευόταν ως θεός που έσωζε από τα δεινά του πολέμου και λατρεία του υπήρχε στο Άργος, στην Τροιζήνα, στο Πέργαμο, στην Αιτωλία και στη Λέσβο.
Με την προσωνυμία Υπερδέξιος ο Ζευς λατρευόταν στη Λάρισα. Το επίθετο ὑπερδέξιος δηλώνει μεταφορικά τον ανώτερο, τον υπέρτερο, τον υψηλότερο, τον νικητή.  Ίσως εδώ να δηλώνει αυτόν που λατρεύεται σε κορυφές βουνών και υψώματα. Λατρεία του Διός Υπερδεξίου μαρτυρείται στη Λέσβο, όπου λατρευόταν μαζί με τη Αθηνά Υπερδέξια.
Στο Ηλακαταίο όρος, του οποίου η θέση δεν έχει ταυτιστεί, υπήρχε ιερό του Διός Ηλακαταίου. Η προέλευση του τοπωνυμίου δεν έχει διασαφηνιστεί. Ηλακάτη είναι το αδράχτι, γι' αυτό εικάζεται ότι πρόκειται για τον Δία που κρατά το αδράχτι της μοίρας. Ωστόσο το όνομα Ηλακαταίο μπορεί να σχετίζεται με το σχήμα του βουνού, καθώς η ηλακάτη ερμηνεύεται και ως άτρακτος. Θα μπορούσε να συσχετιστεί επίσης με το φυτό ηλακάτη, τον ήρωα Ηλακάτα και την γιορτή Ηλακάτεια της Σπάρτης.[14]
Τέλος, σύμφωνα με τον Αθήναιο[15] ο Ζευς με την προσωνυμία Πέλωρος σχετιζόταν με τη δημιουργία των Τεμπών και της θεσσαλικής πεδιάδας. Ο Πέλωρος ήταν μια τοπική θεότητα που ταυτίστηκε αρχικά με τον Ποσειδώνα και μετά με το Δία, όταν πλέον ο Ποσειδών είχε καθιερωθεί ως θεός του πελάγους.


[ΠΗΓΗ: ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ, ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ ΔΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ, ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ, Α.Π.Θ., ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2009, 76-87. ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΜΕΥΣΗ]



[1]   Ιστοριών Παραδόξων Συναγωγή 15.
[2]  Ηρακλείδης απ. 2,8.
[3]  Η προβιά του κριαριού είχε τη μαγική δύναμη να εφελκύει την βροχή. Επιπλέον, το κριάρι θεωρείται ιερό ζώο του Διός καθώς και μια από τις θηριομορφικές του επιφάνειες.
[4]   Τα Υπερβερεταία εορτάζονταν στο τέλος του Υπερβερεταίου μήνα, όταν ξεκινούσαν οι πρώτες καταιγίδες που ήταν αναγκαίες για τις καλλιέργειες, οπότε η γιορτή θα είχε γεωργικό χαρακτήρα. Τον Υπερβερεταίο ακολουθούσε ο μήνας Δίος, κατά τον οποίο λατρευόταν ο Ζευς ως Ύψιστος που έστελνε τις βροχές για την έναρξη της σποράς.
[5]  Ο Ζευς Ολύμπιος ήταν ο επίσημος θεός του κράτους των Μακεδόνων. Τα σημαντικότερα κέντρα λατρείας του Διός Ολυμπίου στη Μακεδονία ήταν το ιερό του στην κορυφή Αγ. Αντώνιος του Ολύμπου, όπου υπήρχε οργανωμένη λατρεία από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 5ο αι. μ.Χ., και το ιερό του στο Δίον, όπου γιορτάζονταν τα Ολύμπια τα οποία διαρκούσαν εννέα μέρες. Ο Ζευς Ολύμπιος ήταν ο επίσημος θεός του κράτους των Μακεδόνων.
[6]  Τη στιγμή που ο Ηρακλής καιγόταν στην πυρά έπεσαν κεραυνοί και δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι εκείνη την ώρα ανέβηκε στον Όλυμπο και λατρευόταν πλέον ως ήρωας. Στον Τάραντα ένας μεγάλος αριθμός ανδρών σκοτώθηκε από κεραυνό, ως τιμωρία για την εισβολή τους στην πόλη Κάρβινα. Τότε οι κάτοικοι του Τάραντα τοποθέτησαν μπροστά από τις πόρτες τους στήλες, στις οποίες προσέφεραν θυσίες προς το Δία Καταιβάτη σε ανάμνηση του γεγονότος. Ο Καπανέας και ο Σαλμωνέας σκοτώθηκαν από τον κεραυνό του Διός, καθώς διέπραξαν ύβρη. Ο Καπανέας καυχήθηκε ότι ήταν καλύτερος από το Δία κατά την επίθεση στη Θήβα και σκοτώθηκε από χτύπημα κεραυνού. Το σώμα του τοποθετήθηκε σε «ιερό τύμβο». Ο Σαλμωνέας προσπάθησε να μιμηθεί το Δία, διέπραξε ύβρη και ο θεός τον σκότωσε με τον κεραυνό του.
[7]   Είναι γνωστά τα ονόματα Θαύμιος, Θαυμία και Θαύμιον στην Ολοσσώνα και στη Λάρισα.
[8]   Ο Παυσανίας (1.24.4) περιγράφει το τελετουργικό της θυσίας: τοποθετούσαν στο βωμό του Διός Πολιέως στην Ακρόπολη κριθάρι ανάμεικτο με σιτάρι. Ο ταύρος που προοριζόταν για θυσία αφηνόταν ελεύθερος να πλησιάσει το βωμό και να φάει τους σπόρους, ώστε να ενοχοποιηθεί για ασέβεια. Τότε ένας από τους ιερείς, που ονομαζόταν βουφόνος ή βουτύπος, σκότωνε το ζώο με ένα πελέκι, πετούσε το όπλο και έφευγε, γιατί θεωρούνταν εναγής. Οι παρευρισκόμενοι πιστοί υπέβαλλαν σε δίκη το φονικό όργανο, το οποίο καταδικαζόταν και καταποντιζόταν στη θάλασσα. Ο ταύρος μετά την θυσία τεμαχιζόταν και μοιραζόταν στους πιστούς, οι οποίοι τον έτρωγαν. Με αυτό τον τρόπο θεωρούσαν ότι λάμβαναν μέρος σε μια θεία ιερουργία.
[9]  Γέμιζαν τη δορά του νεκρού ζώου με χόρτο και την έραβαν, κάνοντάς το να μοιάζει ζωντανό και το έζευαν στο άροτρο.
[10] Εκτός από την Άλο σημαντικό κέντρο της λατρείας του ήταν στην Κορώνεια της Βοιωτίας. Παυσανίας (9.34.5): «Από την Κορώνεια ως το Λαφύστιο όρος και το τέμενος του Λαφύστιου Δία είναι είκοσι περίπου στάδια. Το λατρευτικό άγαλμα ήταν λίθινο. Κατά την παράδοση όταν ο Αθάμας επρόκειτο να θυσιάσει εδώ τον Φρίξο και την Έλλη, ο Δίας έστειλε για τα παιδιά ένα κριάρι χρυσόμαλλο και τα παιδιά απέδρασαν πάνω στο κριάρι αυτό».
[11] Ηρόδοτος 7.197.
[12] Το σημερινό αντίστοιχο λαϊκό δρώμενο λαμβάνει χώρα στην Καστανιά της Στυμφαλίας. Το δρώμενο αυτό έχει ως στόχο να τονίσει την δύναμη ζωής που περιέχουν τα κλαδιά και τα άνθη του δέντρου, την «φουσκοδεντριά», που αντιστοιχεί στον αφρό.
[13] Ειδικότερα στη Θεσσαλία λατρευόταν ως ἀλεξεατίς λατρευόταν η Ενοδία στην Λάρισα, ενώ το συγκεκριμένο επίθετο θυμίζει το θεό των Σικυωνίων Αλεξάνορα, το γιο του Θεσσαλού Μαχάονα, ο οποίος έδιωχνε το κακό και τις αρρώστιες και παραμερίστηκε αργότερα από τον Ασκληπιό (Παυσανίας 2.11.5-7)
[14] Στη Σπάρτη υπήρχε ιερό με την ονομασία Ηλακαταίον, όπου διεξάγονταν αγώνες, Ηλακάτεια, προς τιμή του ήρωα Ηλακάτα που ήταν σύντροφος του Ηρακλή.  
[15] Αθήναιος 14.639.