Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Η ένωση του Δία και της Αλκμήνης και η γέννηση του Ηρακλή (στους πρώτους 56 στίχους της Ασπίδας)


Η εκδοχή της γέννησης του Ηρακλή που ακολουθεί αποτελεί τους πρώτους 56 εναρκτήριους στίχους της ψευδο-ησιόδειας Ασπίδας του Ηρακλή. Το τμήμα αυτό αποσπάστηκε από τον Γυναικών κατάλογο, ένα άλλο ποίημα που αποδιδόταν στην αρχαιότητα στον Ησίοδο, και προσκολλήθηκε στην αρχή της Ασπίδας. Οι διαφορές στη γλώσσα και το ύφος με το υπόλοιπο ποίημα είναι πολλές και εγγυώνται την διαφορετική προέλευσή του:

[1]...ή σαν αυτήν που πίσω της παλάτι αφήνοντας, τη γη την πατρική
ήρθε στη Θήβα[2] με τον πολεμικό τον Αμφιτρύωνα,
η Αλκμήνη, κόρη του Ηλεκτρύωνα που ξεσηκώνει το στρατό για μάχη.[3]
Ήταν αυτή ξεχωριστή στην ομορφιά και το παράστημα
στων γυναικών το γένος μέσα. Καμιά τους δεν την έφτανε στο νου
απ’ όσες γεννηθήκανε από θνητές που με θνητούς πλαγιάσαν.
Απ’ το κεφάλι της, από τα κυανά της μάτια
έπνεε σαν της πολύχρυσης της Αφροδίτης γλύκα.
Μα κι έτσι,[4] μες την καρδιά τον άντρα της τιμούσε,
όσο ποτέ τον άντρα της δεν τίμησε καμιά γυναίκα.[5]
Κι όμως, εκείνος το γενναίο πατέρα της τον σκότωσε νικώντας τον με βία,[6]
για κάποια βόδια θυμωμένος. Κι άφησε αυτός την πατρική του γη
και πήγε ικέτης στους ασπιδοφόρους[7] τους Καδμείους, στη Θήβα[8].
Σπίτι είχε εκεί μαζί με τη σεβάσμια γυναίκα του,
μα δίχως έρωτα μαζί της ποθητό να κάνει. Τι δεν του έπρεπε
στην κλίνη ν’ ανεβεί της κόρης του Ηλεκτρύωνα[9] με τους ωραίους τους αστράγαλους,
προτού να εκδικηθεί το θάνατο των αδερφών της, που ’χαν καρδιά γενναία,
και με φωτιά ολέθρια τις κώμες κατακάψει
των Ταφίων[10] και Τηλεβόων[11] ηρώων.[12]
Αυτή τη συμφωνία είχε κάνει κι ήτανε μάρτυρες οι θεοί σ’ αυτήν. [13]
Φοβόταν την οργή τους και βιαζόταν όσο πιο γρήγορα
το μέγα έργο να εκτελέσει που ο Δίας του ’χε ορίσει.[14]
Κι αυτόν τον συνοδεύανε, με πόθο για μάχη και για πόλεμο,
αρματηλάτες Βοιωτοί[15] που ξεφυσούν επάνω απ’ τις ασπίδες τους,[16]
Λοκροί που σώμα με σώμα πολεμούν[17] και γενναιόκαρδοι
Φωκείς. Τους οδηγούσε του Αλκαίου[18] ο γενναίος γιος,
περήφανος για το στρατό του. Μα ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, ο Δίας,
στο νου του άλλο σχέδιο ύφαινε: πώς δηλαδή να σπείρει γιο,
προστάτη απ’ το κακό και των θεών και των ανθρώπων που παλεύουν για τη ζήση.[19]
Κι όρμησε απ’ τον Όλυμπο στο βάθος του μυαλού του δόλο[20] πλέκοντας,
ποθώντας έρωτα καλόζωστης γυναίκας,
μες τη νύχτα. Γοργά στο Τυφαόνιο έφτασε. [21] Κι από εκεί
στην κορυφή του Φίκιου[22] ανέβηκε ο συνετός ο Δίας.
Κάθισε εκεί[23] και με το νου σχεδίαζε θαυμάσια έργα.
Γιατί την ίδια νύχτα στο κρεβάτι ερωτόσμιξε
με του Ηλεκτρύωνα το λυγερόποδο κορίτσι. Κι έτσι τον πόθο του εκπλήρωσε.
Κι αυτήν την ίδια νύχτα ο Αμφιτρύων που ξεσηκώνει το στρατό για μάχη,
ήρως λαμπρός, αφού το μέγα έργο εκτέλεσε, έφτασε σπίτι του,
κι ούτε που κίνησε να πάει στους δούλους και τους ποιμένες των αγρών του,
προτού ν’ ανέβει στο κρεβάτι της γυναίκας του.[24]
Τόσο μεγάλος πόθος τον ποιμένα του στρατού μες την καρδιά κατείχε.
[Όπως όταν κανείς χαρά γεμάτος ξεφύγει από τη συμφορά,
είτε απ’ αρρώστια αφόρητη, είτε κι από ισχυρά δεσμά,
έτσι και τότε ο Αμφιτρύων, το έργο το βαρύ του σαν τελείωσε,
όλος χαρά κι αγάπη στο σπιτικό του μέσα μπήκε.][25]
Κι όλη τη νύχτα πλάγιαζε με τη γυναίκα του τη σεβαστή
και με τα δώρα της πολύχρυσης της Αφροδίτης[26] ευφραινότανε.
Κι εκείνη, έχοντας με θεό ενωθεί και μ’ άντρα πολύ ξεχωριστό,
στη Θήβα μέσα την εφτάπυλη δίδυμα γέννησε παιδιά,
που ίδιο δεν είχαν φρόνημα, κι ας ήτανε αδέρφια.
Τον ένα[27] τον γέννησε κατώτερο, τον άλλον πάλι πολύ ανώτερο άντρα,
δεινό και κρατερό, το δυνατό Ηρακλή.
Τον ένα αφού υποτάχθηκε στο μαυροσύννεφο το γιο του Κρόνου,
ενώ τον Ιφικλή[28] αφού υποτάχθηκε στον Αμφιτρύωνα που σείει το δόρυ,
- γενιές που διέφεραν- τον ένα σμίγοντας μ’ άντρα θνητό,
τον άλλο με το γιο του Κρόνου Δία, άνακτα όλων των θεών.





[1] Στο 4ο βιβλίο του Καταλόγου η ιστορία της Αλκμήνης (=Ασπίδα 1-56) ακολουθούσε το γάμο της Αερόπης, εγγονής του Μίνωα (Pap. Oxy. 2355-2494A). H Αερόπη και η Αλκμήνη ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους της ίδιας οικογένειας: η πρώτη καταγόταν από τον Αγήνορα και η άλλη από τον Βήλο, που και οι δυο τους ήταν γιοι της Λιβύης. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Κατάλογος ήταν οργανωμένος με βάση τις μεγάλες γενεαλογικές γραμμές της ελληνικής μυθολογίας.
[2] Βασιλιάς στη Θήβα ήταν τότε ο Κρέοντας, ο οποίος είχε γυναίκα του την Ηνιόχη (βλ. Ασπίδα 83) Πβ. και Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 2. 57.
[3] Ο Ηλεκτρύων ήταν γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας και μυθικός ήρωας της Τίρυνθας. Οι παραδόσεις γύρω από το πρόσωπό του είναι πολλές και ποικίλες. Σύμφωνα με την κυριότερη απ' αυτές βρήκε το θάνατο, μετά από φιλονικία για την κυριότητα κάποιων κοπαδιών, από τον ανιψιό και γαμπρό του στην κόρη του Αλκμήνη Αμφιτρύωνα. Τότε ο Αμφιτρύωνας αναγκάστηκε να φύγει στη Θήβα μαζί με την Αλκμήνη.
[4] Δηλ. παρά την τόση της ομορφιά (έμενε πιστή στον άντρα της).
[5] Οι δύο στίχοι χρησιμεύουν για να έρθουν σε αντίθεση με τον αμέσως επόμενο στίχο.
[6] Ο ποιητής δε δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για το περιστατικό, θεωρώντας προφανώς το μύθο γνωστό στο ακροατήριό του.
[7] Στο πρωτότυπο ο ποιητής αποκαλεί τους Θηβαίους φερεσσακέας. Η Βοιωτία είχε παράδοση στη χρήση ασπίδας που καλύπτει όλο το σώμα (σάκος) και αυτό το είδος ασπίδας υπάρχει χαραγμένο στα βοιωτικά νομίσματα ως εθνικό όπλο ή ως σύμβολο κάποιας θεότητας ή ήρωα. Η έκφραση μπορεί να ήταν τυπική προς περιγραφή των Θηβαίων. Στον Όμηρο δε συναντώνται επίθετα σύνθετα με τη λέξη φερ-, φερε-, φερεσι- (αλλά βλ. το όνομα Φέρεκλος στην Ιλ. Ε 55).
[8] Ήταν συνήθης πρακτική η φυγή σε ξένη χώρα για όσους είχαν διαπράξει κάποιο φόνο. Ο Αμφιτρύωνας εκδιώχτηκε από την Αργολίδα από το Σθένελο, αδερφό του Ηλεκτρύωνα. Οι Θηβαίοι ονομάζονταν Καδμείοι από το μυθικό ιδρυτή της πόλης τους Κάδμο.
[9] Η Αλκμήνη αποκαλείται Ηλεκτρυώνη, ένα όνομα που γίνεται συνήθως αντιληπτό απλά ως πατρωνυμικό, όπως τα Ακρισιώνη για τη Δανάη, το Τυνδαρεώνη για την Κλυταιμήστρα κ.τ.λ. Στην πραγματικότητα, όμως, το αρχικό όνομα της Αλκμήνης ήταν πράγματι Ηλεκτρυώνη, μια λέξη που συνδέεται με το ἠλέκτωρ, επίθετο του ήλιου που λάμπει, που ακτινοβολεί (πβ. και τη λέξη ήλεκτρο). Ηλέκτρα λεγόταν η μητέρα της θεάς Ίριδος (Θεογ. 266), Ηλεκτρυώνη σύμφωνα με το Διόδωρο (5. 56) λεγόταν μια κόρη του Ήλιου. Από τα δάκρυα των Ηλιάδων, αδελφών του Φαέθοντα, γιου του Ήλιου, γεννήθηκε το ήλεκτρο. Μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι η Αλκμήνη αρχικά συνδεόταν με τη λατρεία του Ήλιου και ίσως ταυτιζόταν με την Ηλεκτρυώνη, κόρη του Ήλιου και της Ρόδου, επώνυμης θεάς της Ρόδου. Αλλά και το όνομα του πατέρα της Ηλεκτρύων, δείχνει ακριβώς την ίδια σύνδεση, και φαίνεται να προέκυψε από το όνομα της Ηλεκτρυώνης και όχι το αντίθετο. Δηλαδή, δεν ονομάστηκε η Αλκμήνη Ηλεκτρυώνη, επειδή ήταν κόρη του Ηλεκτρύωνα, αλλά ο Ηλεκτρύωνας πήρε αυτό το όνομα ως πατέρας της ηλιακής θεότητας Ηλεκτρυώνης-Αλκμήνης.
[10] Κάτοικοι της Τάφου, ενός μικρού νησιού στο Ιόνιο πέλαγος, νοτιανατολικά της Λευκάδας. Το νησί λέγεται σήμερα Μεγανήσι και χωρίζεται από τη Λευκάδα με ένα στενό εύρους μισού μιλίου. Οι Τάφιοι ήταν περίφημοι ναυτικοί και πειρατές. Σύμφωνα με το μύθο, όπως τον εκθέτει ο Απολλόδωρος (2. 57), έκαναν κάποτε επιδρομή στα κοπάδια του Ηλεκτρύωνα και στη συμπλοκή σκοτώθηκαν όλοι οι γιοι του. Τότε η Αλκμήνη ανακοίνωσε πως θα δεχτεί ως σύζυγο αυτόν που θα ορκιστεί να εκδικηθεί το φόνο των αδερφών της. Ο ποιητής των πρώτων 56 στίχων της Ασπίδας διασώζει μια κάπως διαφορετική εκδοχή του μύθου: η Αλκμήνη και ο Αμφιτρύωνας είναι ήδη σύζυγοι, προτού συμβεί η εκδίκηση του φόνου των αδερφών της από τον Αμφιτρύωνα. Η Αλκμήνη ακολουθεί το σύζυγό της με προθυμία στην εξορία. Επομένως, το βραβείο που λαμβάνει ο Αμφιτρύων με την εκδίκηση του φόνου των αδελφών της Αλκμήνης δεν είναι ο γάμος του μ’ αυτήν, αλλά η έναρξη των ερωτικών επαφών μαζί της μέσα στο πλαίσιο του γάμου. Είναι πιθανό ότι ο ποιητής εδώ διασώζει κάποια αρχαιότερη παραλλαγή του μύθου: ο φονιάς του Ηλεκτρύωνα είναι ήδη σύζυγος της κόρης του και η εξορία η διαρκής τιμωρία του. Έτσι συμβιβάζεται η επιθυμία της Αλκμήνης να εκδικηθεί το φόνο των αδερφών της με τη νομιμοφροσύνη της προς το σύζυγο που σκότωσε τον πατέρα της. Ο Αμφιτρύωνας είναι ο εκδικητής όχι εν είδει εξαγνισμού για το φόνο του πεθερού του, αλλά επειδή η Αλκμήνη τον βλέπει ως τον κοντινότερο συγγενή της. Η Αλκμήνη δεν τον αφήνει να ανεβεί στο συζυγικό κρεββάτι, προτού φέρει σε πέρας την εκδίκηση του θανάτου των αδερφών της.
[11] Άλλο όνομα των Ταφίων από τον Τηλεβόα, πατέρα του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων. Τα δύο ονόματα (Τάφιοι και Τηλεβόες) αναφέρονται συνήθως μαζί στις πηγές, ενώ το Μέγα Ετυμολογικόν (748. 41) ισχυρίζεται ότι το όνομα Τηλεβόες είναι αρχαιότερο από το Τάφιοι και ότι οι Τάφιοι ήταν Φοίνικες στην καταγωγή που ήρθαν μαζί με τον Κάδμο, γενάρχη των Θηβαίων. Φαίνεται, όμως, ότι οι Τηλεβόες ήταν οι αρχικοί κάτοικοι της Ακαρνανίας: στο Στράβωνα (10. 461) οι Τηλεβόες κατοικούσαν στη δυτικής Ακαρνανίας, απέναντι από το νησί των Ταφίων, το οποίο κατέλαβαν αργότερα.
[12] Το γεγονός ότι ο ποιητής αποκαλεί τους Ταφίους ήρωες, παρόλο που είναι πειρατές δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η ιδιότητα του πειρατή δε θεωρούνταν ατιμωτική. Βλ. Θουκ. 1. 5.
[13] Ήταν μάρτυρες με την έννοια ότι κάθε όρκος γίνεται στο όνομα των θεών.
[14] Όπως φαίνεται από το στίχο 28 όλα ήταν ένα σχέδιο του Δία, για να μπορέσει να συνευρεθεί με την Αλκμήνη, όσο θα έλειπε ο Αμφιτρύωνας.
[15] Στο πρωτότυπο πλήξιπποι, κυριολ. αυτοί οι οποίοι πλήττουν τα άλογα, προφανώς για να σύρουν το άρμα. Οι Βοιωτοί ήταν φημισμένοι στην αρχαιότητα για το ιππικό τους, αφού η πεδιάδα της Βοιωτίας καλείται ιπποτρόφος.
[16] Δηλ. δεν μπορούν να καθησυχάσουν την ορμητική πνοή τους για πόλεμο, με αποτέλεσμα αυτή να υπερβαίνει ακόμη και τις ασπίδες τους.
[17] Δηλ. δεν πολεμούν από μακριά με τόξα και βέλη, αλλά από κοντά με τα δόρατά τους. Όπως εξηγεί ο Ησύχιος αγχέμαχοι είναι οι εγγύθεν μαχόμενοι. Η μάχη σώμα με σώμα θεωρούνταν ανώτερη από άποψη ανδρείας από τη μάχη εκ του μακρόθεν. Στην Ιλιάδα (Ν 713 κ.εξ.) οι Λοκροί παρουσιάζονται αντίθετα ως μαχητές ελαφρά οπλισμένοι που πολεμούν εκ του μακρόθεν. Την αντίθεση ανάμεσα στον Όμηρο και την Ασπίδα σχετικά με τον τρόπο που πολεμούν οι Λοκροί παρατηρούν και τα σχόλια Σ.
[18] Ο Αμφιτρύωνας ήταν γιος του Αλκαίου, αδερφού του Ηλεκτρύωνα. Από τον παππού του Αλκαίο ο Ηρακλής ονομαζόταν και Αλκείδης.
[19] Παρατηρούμε πώς ο ποιητής προσπαθεί να ηθικοποιήσει τη μοιχεία που διαπράττει ο Δίας: το απώτερο σχεδιό του δεν είναι τόσο να συνευρεθεί με την Αλκμήνη, όσο να φέρει στον κόσμο έναν γιο, ο οποίος θα βοηθήσει και τους θεούς (βλ. Θεογ. 520) και τους ανθρώπους. Αυτή η αντίληψη επαναλαμβάνεται στους στίχους 34 και 94, όπου οι πράξεις του Ηρακλή παρουσιάζονται ως αποστολή εντεταλμένη από τον ουρανό. Είναι φανερή η θεολογίζουσα τάση των αρχαίων Ελλήνων σε σχέση με τον Ηρακλή (αλλά και το Θησέα): ο Ηρακλής στην ελληνική φαντασία έχει την αποστολή του κοσμοκράτορα (Ιλ. T 103 κ.εξ.), του σωτήρα, όπως εδώ, του συμβόλου της ευεργεσίας και του μόχθου.
[20] Ο ποιητής δε μας αναφέρει ποιος ήταν ο δόλος του Δία, ίσως επειδή η ιστορία ήταν καλά γνωστή στους ακροατές του. Από άλλες πηγές γνωρίζουμε ότι ο Δίας πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα και ενώθηκε με την Αλκμήνη.
[21] Όρος της Βοιωτίας, όπου λεγόταν ότι είχε κεραυνωθεί ο Τυφωέας από το Δία.
[22] Όρος των Θηβών, όπου σύμφωνα με το μύθο είχε τη φωλιά της η Σφίγγα.
[23] Η εικόνα του Δία, ο οποίος είναι καθισμένος στην κορυφή του Φίκιου όρους, μιμείται την ομηρική εικόνα του Δία που κάθεται πάνω στην Ίδη.
[24] Ο ποιητής φαίνεται εδώ φαίνεται συνειδητά να έρχεται σε αντίθεση με τον Όμηρο. Στην Οδύσσεια ο 504 ο Τηλέμαχος σκοπεύει να πάει πρώτα στους αγρούς και τους βοσκούς του και έπειτα στη μητέρα του. Τα χωράφια, οι δούλοι, οι βοσκοί, τα βοσκοτόπια αποτελούσαν μέγιστο μέλημα για τον αρχηγό του οίκου. Με την αντιστροφή στη συμπεριφορά του Αμφιτρύωνα τονίζεται ο μεγάλος ερωτικός του πόθος για την Αλκμήνη.
[25] Οι στίχοι 42-5 είναι νόθοι και παρεμβλήθηκαν με τον προφανή σκοπό να υποκαταστήσουν τους στίχους 39-41, οι οποίοι ίσως να ήταν ενοχλητικοί με τη συμπαράθεση της Αλκμήνης και των δούλων και βοσκών του αγρού. Πράγματι, το τέλος του νόθου στίχου 45 ανακαλεί το τέλος του γνήσιου στίχου 38, μια τεχνική γνωστή και από άλλες παρόμοιου είδους παρεμβολές. Επίσης, ο ποιητής των γνήσιων στίχων δε φαίνεται να έχει την πρόθεση να αναφερθεί εκτενώς στον κόπο που κατέβαλλε ο Αμφιτρύωνας στη μάχη, αλλά να μεταβεί αμέσως μετά τις περιπτύξεις της Αλκμήνης με το Δία στις περιπτύξεις της Αλκμήνης με τον Αμφιτρύωνα. Το λόγο μας το δίνει ένα σχόλιο, το οποίο αναφέρει ότι ο Αμφιτρύωνας πηγαίνει κατευθείαν μετά το Δία στο κρεββάτι της γυναίκας του, επειδή ήταν στο σχέδιο του θεού να μην κατηγορηθεί η Αλκμήνη για μοιχεία. Ο χαλεπός πόνος του Αμφιτρύωνα δεν ενδιαφέρει τον ποιητή, ο οποίος έκανε μερικούς υπαινιγμούς σ’ αυτόν στους προηγούμενους στίχους. Οι παρεμβλητοί στίχοι 42-5 μιμούνται τους ομηρικούς στίχους ε 394-8 της της Οδύσσειας.
[26] Η έκφραση είναι τυπική και συναντάται ήδη στον Όμηρο (Ιλ. Γ 54 / 64). Τα δώρα της Αφροδίτης είναι η χάρις, η οποία ισοδυναμεί εδώ, σε μια ηδονιστική χροιά, με τα αφροδίσια, την ευχαρίστηση του έρωτα. Πβ. τις παρόμοιες εκφράσεις στον ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα (στ. 102), στην Αφροδίτη (στ. 2) κ.α.
[27] Τον Ιφικλή.
[28] Ο Ιφικλής δεν αναφέρεται ούτε στον Όμηρο, ούτε στα γνήσια έργα του Ησιόδου.