Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

"Γυρίσαμε από την Ιερουσαλήμ και δεν βρήκαμε αυτό που ζητούσαμε": παραψυχολογικά φαινόμενα στο σπίτι του Καρλ Γιουνγκ




Στις αρχές του 1916  ο Kαρλ Γιουνγκ έζησε μία σειρά από εκπληκτικά παραψυχολογικά συμβάντα στο ίδιο του το σπίτι. Το 1923 αφηγήθηκε αυτά τα γεγονότα σε μία φίλη του ως εξής: μία νύχτα ο γιος του άρχισε να στριφογυρνάει στο κρεβάτι του και παραμιλώντας να λέει πως δεν μπορεί να ξυπνήσει. Η σύζυγος του Γιουνγκ αναγκάστηκε να τον φωνάξει, προκειμένου να ηρεμήσει το παιδί και αυτό το κατάφερε μόνο όταν του έβαλε από πάνω μία σειρά από κρύα ρούχα. Τελικά το παιδί ησύχασε και μπόρεσε να κοιμηθεί Το επόμενο πρωί σηκώθηκε χωρίς να θυμάται τίποτα και εμφανώς εξαντλημένο.  Ο πατέρας του του είπε να μην πάει σχολείο και το παιδί, αν και δεν ρώτησε για ποιο λόγο, φάνηκε να το θεωρεί δεδομένο. Εντελώς απρόσμενα, όμως, ζήτησε χαρτί και έγχρωμα μολύβια και άρχισε να ζωγραφίζει το εξής:  ένας άνδρας στη μέση της εικόνας ψάρευε με ένα καλάμι.  Στα αριστερά βρισκόταν ο Διάβολος ο οποίος ψιθύρισε κάτι στον άνδρα και το μικρό παιδί κατέγραφε τα λόγια.  Ο Διάβολος έλεγε πως είχε έρθει για τον άνδρα, επειδή ψάρευε τα ψάρια του.  Στα δεξιά, όμως, βρισκόταν ένας άγγελος, οποίος είπε: «όχι δεν μπορείς να πάρεις αυτόν τον άνδρα, επειδή ψαρεύει μόνο τα κακά ψάρια και όχι τα καλά».  Ο μικρός, αφού ζωγράφισε αυτήν την εικόνα, φάνηκε ικανοποιημένος.  Την ίδια νύχτα δύο από τις κόρες του Γιουνγκ νόμισαν πως είδαν φαντάσματα στο δωμάτιό τους. Την επόμενη μέρα ο σπουδαίος ψυχαναλυτής έγραψε τους Επτά λόγους προς τους νεκρούς και ήξερε πως μετά από αυτό τίποτε δεν επρόκειτο να ξαναενοχλήσει την οικογένειά του, όπως και πράγματι έγινε.  Ο Γιουνγκ κατάλαβε πως ο άνδρας στο όνειρο του παιδιού ήταν ο ίδιος.
Ο ίδιος ο Γιουνγκ αφηγείται κι άλλες λεπτομέρειες στο βιβλίο του Αναμνήσεις. Στις 5 το απόγευμα της Κυριακής το κουδούνι της μπροστινής πόρτας άρχισε να χτυπά  με φρενήρη τρόπο.  Όλοι έσπευσαν να δουν ποιος ήταν, αλλά δεν φαινόταν κανείς. Ο ίδιος καθόταν δίπλα στο κουδούνι και δεν το άκουσε, αλλά το είδε να κινείται. Όλοι κοιτούσαν απορημένοι ο ένας τον άλλον. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, υπήρχε το προαίσθημα πως κάτι επρόκειτο να συμβεί και ότι το σπίτι ήταν σαν γεμάτο από ένα πλήθος ένα πλήθος  πνευμάτων. Τα πνεύματα ήταν στριμωγμένα στην πόρτα και ήταν δύσκολο να αναπνεύσεις. Ο Γιουνγκ ρώτησε τι στην ευχή συμβαίνει και τα πνεύματα απάντησαν όλα μαζί το εξής: «γυρίσαμε από την Ιερουσαλήμ και δεν βρήκαμε αυτό που ζητούσαμε». Αυτή είναι η αρχή των Επτά λόγων προς τους νεκρούς. Το κείμενο άρχισε να βγαίνει από μέσα του και το έγραψε μέσα σε τρεις διαδοχικές μέρες. Μόλις πήρε να γράφει η ατμόσφαιρα ησύχασε, η θολούρα διαλύθηκε και  το στοίχειωμα τελείωσε. Οι νεκροί είχαν εμφανιστεί στη φαντασία του ήδη στις 17 Ιανουαρίου  του 1914 και του είχαν πει ότι θα πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουν τους πιο ιερούς τάφους.  Το ταξίδι τους προφανώς ήταν αποτυχημένο. Οι Επτά λόγοι προς τους νεκρούς αποτελούν την αποκορύφωση των φαντασιώσεων αυτής της περιόδου στη ζωή του μεγάλου ψυχαναλυτή. Αποτελούν μία ψυχολογική κοσμολογία με τη μορφή ενός Γνωστικού μύθου δημιουργίας. Στη φαντασία του Γιουνγκ ένας νέος θεός είχε γεννηθεί μέσα στην ψυχή  του με το όνομα Αβραξάς. Ο ψυχαναλυτής το ερμήνευσε αυτό καθαρά συμβολικά, καθώς είδε στη νέα αυτή θεϊκή μορφή την ένωση του χριστιανικού θεού με το κακό που προμήνυε μια αλλαγή στη σύλληψη της μορφής του θεού εκ μέρους του δυτικού κόσμου. Μόνο όμως στα 1952 ανέπτυξε δημόσια αυτό το θέμα στο έργο του Απάντηση στον Ιώβ.