Ύμνος στη Νέμεση του Μεσομήδη από την Κρήτη με την αρχαία μουσική του


Ύμνος στη Νέμεση [i] 

Νέμεση φτερωτή του βίου ροπή,[ii]
μαυρομάτα θεά, θυγατέρα της Δίκης,
που των θνητών την αλαζονεία την κούφια
με άθραυστα συγκρατείς χαλινάρια.
Επειδή απεχθάνεσαι των ανθρώπων την ολέθρια ύβρη,
μαύρο φαρμάκι φθόνου χύνεις.
Στον τροχό σου τον άστατο, τον ιερό,
η λαμπρή των θνητών περιστρέφεται η τύχη.[iii]
Χωρίς να σε καταλάβει κανείς στο πλάι του φτάνεις
και τον επαρμένο αυχένα τον κάνεις να σκύψει.
Με τον πήχη σου πάντα τη ζωή τη μετράς[iv]
και πάντα συνοφρυωμένη κοιτάς μέσα στην καρδιά των ανθρώπων,
ζυγό [v] στα χέρια κρατώντας.
Έλα ευμενής μακάρια, που εφαρμόζεις το νόμο,
Νέμεση φτερωτή του βίου ροπή.

Τη θεά Νέμεση ψάλλουμε την αθάνατη,
τη Νίκη με τα απλωμένα φτερά, τη δυνατή,
την αλάνθαστη, της Δίκης την πάρεδρο.
Εσύ των θνητών τη μεγαλοφροσύνη
μισείς και τη στέλνεις στα τάρταρα.[vi]


(τα λόγια ακούγονται από το 2ο λεπτό και μετά)




Νέμεσι πτερόεσσα βίου ῥοπά͵
κυανῶπι θεά͵ θύγατερ Δίκας͵
κοῦφα φρυάγματα θνατῶν
ἐπέχεις ἀδάμαντι χαλινῷ͵
ἔχθουσα δ΄ ὕβριν ὀλοὰν βροτῶν
μέλανα φθόνον ἐκτὸς ἐλαύνεις.
ὑπὸ σὸν τροχὸν ἄστατον ἀστιβῆ
χαροπὰ μερόπων στρέφεται τύχα͵
λήθουσα δὲ πὰρ πόδα βαίνεις͵
γαυρούμενον αὐχένα κλίνεις.
ὑπὸ πῆχυν ἀεὶ βίοτον μετρεῖς͵
νεύεις δ΄ ὑπὸ κόλπον ὄφρυν ἀεί
ζυγὸν μετὰ χεῖρα κρατοῦσα.
ἵλαθι μάκαιρα δικασπόλε
Νέμεσι πτερόεσσα βίου ῥοπά.

Νέμεσιν θεὸν ᾄδομεν ἀφθίταν͵
Νίκην τανυσίπτερον ὀμβρίμαν
νημερτέα καὶ πάρεδρον Δίκας͵
ἃ τὰν μεγαλανορίαν βροτῶν
νεμεσῶσα φέρεις κατὰ ταρτάρου.


[i] H Νέμεση είναι ταυτόχρονα θεά και αφηρημένη έννοια. Το όνομά της παράγεται από το ρήμα νέμω που σημαίνει «μοιράζω» και επομένως σημαίνει «αυτή που απονέμει» στον καθένα αυτό που αξίζει και τελικά «αυτή που τιμωρεί» τους κακούς. Κατά το Ησίοδο (Θεογ. 223) γεννήθηκε αμέσως μετά τις Μοίρες και τις Κήρες. Ο Όμηρος την αγνοεί, αν και γνωρίζει μια συγγενική της θεότητα, τη Θέμιδα. Οι αρχαιότερες ενδείξεις λατρείας της προέρχονται από τον αττικοϊωνικό κόσμο, από την Αθήνα και τη Σμύρνη. Στο δήμο Ραμνούντος της Αττικής  υπήρχε ναός της δωρικού ρυθμού, που καταστράφηκε από τους Πέρσες και ανακατασκευάστηκε στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. Εκεί υπήρχε και άγαλμα της Νέμεσης, για το οποίο μας παρέδωσε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή ο Παυσανίας (1.33.2-3):
 «Από τον Μαραθώνα απέχει η Ραμνούς εξήντα περίπου στάδια, για όσους βαδίζουν τον παραθαλάσσιο δρόμο για τον Ωρωπό. Τα σπίτια των ανθρώπων βρίσκονται πλάι στη θάλασσα, ενώ λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα υπάρχει ιερό της Νέμεσης, η οποία περισσότερο απ’ όλους τους θεούς είναι αμείλικτη απέναντι στους υβριστές ανθρώπους... Αυτόν το λίθο τον επεξεργάστηκε ο Φειδίας και τον έκανε άγαλμα της Νέμεσης. Στην κεφαλή της θεάς υπάρχει στεφάνι με ελάφια και μικρές εικόνες της Νίκης. Στο ένα από τα χέρια της (=το αριστερό) κρατά κλαδί μηλιάς, ενώ στο δεξί κρατά φιάλη και πάνω στη φιάλη είναι κατασκευασμένες μορφές Αιθιόπων...».
Στο μύθο ο Δίας κυνηγά τη Νέμεση και μεταμορφωμένος σε κύκνο την αφήνει έγκυο. Αυτή γέννησε ένα αυγό που κάποιος βοσκός το βρήκε και το έφερε στη Λήδα. Από το αυγό γεννήθηκε η Ελένη, την οποία ανέλαβε να μεγαλώσει η Λήδα ως δικό της παιδί.
Ορισμένες πλευρές των θεϊκών της ιδιοτήτων είναι χθόνιες και την κάνουν να συγγενεύει με την Άρτεμη. Συχνά παρουσιάζεται ως ανήλεη θεότητα, η οποία φθονεί την καλή τύχη, αλλά και τιμωρεί την ύβρη. Υπάρχει μια Νέμεση των θεών, των ανθρώπων, ακόμη και των νεκρών (Αισχ. απ. 266 TrGF). Ορισμένες φορές ταυτίζεται με τη Μοίρα Αδράστεια (Αισχ. απ. 158 TrGF). Αγρυπνεί ενάντια στην υπερβολή, γι’ αυτό και παριστάνεται συχνά ως πήχης ή μέτρο που μετρά τη ζωή των ανθρώπων. Σε μεταγενέστερη εποχή μοιραζόταν κοινή λατρεία με την Τύχη.
Ο παρών ύμνος μνημνεύεται από τον Ιωάννη τον Λυδό (βλ. μεθεπόμενη σημείωση) και τον Συνέσιο τον Κυρηναίο σε επιστολή του προς τον αδερφό του (95.70-73, μετά το 405 μ.Χ.). Ο Συνέσιος αναφέρει ότι παιζόταν ακόμη στα θέατρα, γεγονός που μαρτυρά τη δημοφιλία του ύμνου τουλάχιστον ως τις αρχές του 5ου αιώνα.
[ii] Υπονοείται η εικόνα της Νέμεσης που κρατά τη ζυγαριά της ζωής και τη γέρνει προς τη μια ή την άλλη μεριά.
[iii] Εννοείται ο τροχός της Τύχης. Πβ. όσα λέει ο Ιωάννης Λυδός στο Περί μηνών 6, ερμηνεύοντας τους στίχους 7-8:  
«Γιατί λένε ότι η Νέμεση τα πράγματα που λάμπουν τα αναποδογυρίζει χάρη στην υπέρτερη δύναμη της τύχης, όπως λέει ο Νουμήνιος, και με τον ίδιο τροχό (ενν. της τύχης) επιφέρει την ισότητα. Γι’ αυτό και ο Μεσομήδης γράφει κάπου γι’ αυτήν το εξής:
Στον τροχό σου τον άστατο, που ίχνος κανένα δεν αφήνει,
η λαμπρή των θνητών περιστρέφεται η τύχη».
[iv] Δηλαδή κρίνει τη ζωή των ανθρώπων με τα δικά της μέτρα (πῆχυς).
[v] Πρόκειται για το ζυγό της δικαιοσύνης.
[vi] Συνολικά ο ύμνος έχει λεπτές διασυνδέσεις με την αυτοκρατορική ιδεολογία της εποχής του Αδριανού. Στην ικανότητά της ως ελεγκτή της ανθρώπινης αλαζονείας η Νέμεση παρουσιάζεται ως ανώτατος δικαστής, όπως ο αυτοκράτορας, ενώ εξομοιώνεται με τη φτερωτή Νίκη, κεντρικό θέμα της αυτοκρατορικής εικονογραφίας από την εποχή του Αυγούστου και εξής.