Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Οι κλέφτες, οι μέλισσες και το αίμα του Δία


Οι κλέφτες
Στην Κρήτη λέγεται ότι υπάρχει ένα ιερό άντρο γεμάτο με μέλισσες, μέσα στο οποίο, όπως λέει ο μύθος, η Ρέα γέννησε τον Δία.  Δεν είναι όσιο να μπει μέσα σ’ αυτό κανένας, ούτε θεός ούτε θνητός. Κάθε έτος, σε μία ορισμένη χρονική στιγμή, φαίνεται να λάμπει μέσα από τη σπηλιά μια πολύ μεγάλη φωτιά. Αυτό συμβαίνει,  όπως λένε οι μυθολόγοι,  όταν κοχλάζει το αίμα από την γέννηση του Δία.  
Το άντρο το κατέχουν μέλισσες ιερές, τροφοί του Διός. Σε αυτό το άντρο τόλμησαν να εισέλθουν ο Λάιος,  ο Κελεός,  ο Κέρβερος και ο Αιγωλιός,  για να πάρουν όσο το δυνατόν περισσότερο μέλι.  Έντυσαν το σώμα τους ολόκληρο γύρω-γύρω με χαλκό, πήραν το μέλι από τις μέλισσες και είδαν τα σπάργανα του Δία. Τότε ο χαλκός που φορούσαν γύρω από το σώμα τους έσπασε.  
Ο Δίας βρόντηξε και σήκωσε τον κεραυνό, αλλά οι Μοίρες και η Θέμιδα τον εμπόδισαν. Γιατί δεν ήταν όσιο να πεθάνει εκεί κανένας. Ο Δίας τους έκανε όλους πουλιά και από αυτούς κατάγονται τα γένη των πουλιών που ονομάζονται τσίχλες, τρυποφράκτες, κέρβεροι και κουκουβάγιες-αιγωλιοί.  Όταν φανούν, αποδεικνύονται αγαθά και αποτελεσματικά περισσότερο από τα άλλα πουλιά, επειδή είδαν το αίμα του Δία.[1]

[Αντωνίνος Λιβεράλης 19]

Σχολιασμός: ο Αντωνίνος Λιβεράλης αποτελεί την μοναδική μας πηγή γι’ αυτή την ασυνήθιστη ιστορία που συνδέεται με τον γενέθλιο τόπο του Δία. Μια ιστορία με παρόμοια δομικά στοιχεία (σπηλιά, μέλισσες, μέλι, κλοπή) διασώζει ο μυθογράφος Κόνων: στους πρόποδες του όρους Λυσσός, στην περιοχή της Εφέσου, δύο ποιμένες βρήκαν μια βαθιά σπηλιά με ένα σμήνος μελισσών. Ένας από τους δύο βοσκούς κατέβηκε μέσα και βρήκε μέλι και χρυσάφι. Αφού έστειλε πάνω το χρυσάφι, ζήτησε να ανέβει κι αυτός, αλλά επειδή υποψιάστηκε προδοσία, έβαλε στο καλάθι έναν λίθο. Αφού το καλάθι ανέβηκε ως το χείλος, στη συνέχεια αφέθηκε να πέσει. Ο Απόλλων εμφανίστηκε στον παγιδευμένο βοσκό σε όνειρο και τον διέταξε να χαράξει το σώμα του με μια πέτρα και να ξαπλώσει ακίνητος. Όρνεα κατέβηκαν, σαν να επρόκειτο για πτώμα, και τραβώντας τον από τα μαλλιά και τα ρούχα τον ανέβασαν επάνω ανέπαφο. Ο βοσκός ανέφερε το περιστατικό στις αρχές και ο άλλος βοσκός τιμωρήθηκε. Ο ίδιος με το μερίδιό του από το χρυσάφι έχτισε έναν ναό του Απόλλωνα.
            Σε αγγείο του Βρετανικού Μουσείου εμφανίζονται οι 4 κλέφτες της ιστορίας του Λιβεράλη να καταδιώκονται από μέλισσες. Οι μέλισσες συνδέονται με τον χαλκό στην ιστορία για τις χαλκοειδείς μέλισσες που επιτέθηκαν στην κρητική πόλη των Ραυκίων (Αιλιανός, Π. ζ. ιδ. 17.35). Ένας βασιλιάς της Κρήτης με το όνομα Μελισσεύς ήταν ο πρώτος που θυσίασε στους θεούς. Η λέξη φῶρες (κλέφτες) που χρησιμοποιείται στο πρωτότυπο ως τίτλος της ιστορίας δήλωνε επίσης ένα είδος μέλισσας ή τον κηφήνα. Οι φωτιές που βγαίνουν μέσα από το σπήλαιο του Δία πρέπει να αποτελούν μέρος τελετής. Η παράξενη ιστορία για το αίμα του Δία που κοχλάζει έχει νεότερα λαϊκά παράλληλα, όπως το αίμα του Αγίου Ιανουαρίου που μια φορά το χρόνο υγροποιείται. Η χάλκινη θωράκιση των ληστών θυμίζει τους ένοπλους Κουρήτες που φυλάνε τον μικρό Δία. Ο θάνατος ενός ανθρώπου σε ιερό χώρο θεωρούνταν μίασμα. Το πουλί που αναφέρεται στο αρχαίο κείμενο ως Κέρβερος δεν είναι δυνατόν να ταυτιστεί. Τέλος ο Αρτεμίδωρος ο ονειροκριτικός (4.56) αναφέρει ότι ο αἰγωλιός, είδος κουκουβάγιας, και άλλα παρόμοια νυκτόβια πουλιά (γλαῦξ, νυκτικόραξ), αν φανούν σε όνειρο, συμβολίζουν μοιχούς, κλέφτες ή ανθρώπους με νυχτερινές δραστηριότητες.



[1]        Φῶρες
Ἐν Κρήτῃ λέγεται εἶναι ἱερὸν ἄντρον μελισσῶν ἐν ᾧ μυθολογοῦσι τεκεῖν Ρέαν τὸν Δία καὶ οὐκ ἔστιν ὅσιον οὐδένα παρελθεῖν οὔτε θεὸν οὔτε θνητόν. ἐν δὲ χρόνῳ ἀφωρισμένῳ ὁρᾶται καθ΄ ἕκαστον ἔτος πλεῖστον ἐκλάμπον ἐκ τοῦ σπηλαίου πῦρ. τοῦτο δὲ γίνεσθαι μυθολογοῦσιν͵ ὅταν ἐκζέῃ τὸ τοῦ Διὸς ἐκ τῆς γενέσεως αἷμα. κατέχουσι δὲ τὸ ἄντρον ἱεραὶ μέλιτται͵ τροφοὶ τοῦ Διός. εἰς τοῦτο παρελθεῖν ἐθάρρησαν Λάιος καὶ Κελεὸς καὶ Κέρβερος καὶ Αἰγωλιός͵ ὅπως πλεῖστον ἀρύσωνται μέλι· καὶ περιθέμενοι περὶ τὸ σῶμα πάντῃ χαλκὸν͵ ἠρύσαντο τοῦ μέλιτος τῶν μελισσῶν καὶ τὰ τοῦ Διὸς εἶδον σπάργανα καὶ αὐτῶν ὁ χαλκὸς ἐρράγη περὶ τὸ σῶμα. Ζεὺς δὲ βροντήσας ἀνέτεινε τὸν κεραυνόν͵ Μοῖραι δὲ καὶ Θέμις ἐκώλυσαν· οὐ γὰρ ἦν ὅσιον αὐτόθι θανεῖν οὐδένα· καὶ ὁ Ζεὺς πάντας αὐτοὺς ἐποίησεν ὄρνιθας· καὶ ἔστιν ἐξ αὐτῶν τὸ γένος τῶν οἰωνῶν͵ λάιοι καὶ κολοιοὶ καὶ κέρβεροι καὶ αἰγωλιοί· καὶ εἰσὶν ἀγαθοὶ φανέντες καὶ ἐπιτελεῖς παρὰ τοὺς ἄλλους ὄρνιθας͵ ὅτι τοῦ Διὸς εἶδον τὸ αἷμα.