Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Τι είναι ο φιλόλογος; Ο χαμένος 31ος χαρακτήρας του Θεοφράστου


Το 1897 Γερμανοί φιλόλογοι στη Λειψία εξέδωσαν τους Χαρακτήρες του Θεόφραστου (Theophrasts Charaktere, herausgegeben, erklärt und übersetzt von der Philologischen Gesellschaft zu Leipzig, Leipzig 1897) και ταυτόχρονα αστειευόμενοι με την ίδια τους την ειδικότητα δημιούργησαν έναν επιπλέον χαρακτήρα με τον τίτλο «ο φιλόλογος». Η παρωδία κρίνεται επιτυχημένη και η νεοελληνική απόδοση έχει ως εξής:  

ΛΑ΄ Ο ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
Αναμφίβολα η φιλολογία αποτελεί μια υπερβολή επιθυμίας για αρχαία γραπτά και πράγματα, ενώ ο φιλόλογος είναι τέτοιου είδους άνθρωπος, ώστε να τιμά υπερβολικά και να θεωρεί ιερά τα βιβλία, τους παπύρους, τις επιγραφές και άλλα παρόμοια πράγματα, μόνο και μόνο επειδή είναι αρχαία. Χαίρεται να τα βρίσκει όχι σώα, αλλά φθαρμένα με πολλά λάθη και κενά, ισχυριζόμενος ότι το αξιολογότατο και γλυκύτατο έργο του είναι να τα τακτοποιεί και να τα διορθώνει. Αν ανακαλυφθούν κάπου αρχαία γραπτά και είναι γραμμένα σε χαρτί, το απολαμβάνει, αν είναι σε περγαμηνή, χορεύει, αν είναι σε πάπυρο, ωρύεται από τη χαρά του, αν είναι σε πέτρα, τραγουδά παιάνα, αν είναι σε χαλκό, μπορεί και να τα προσκυνήσει.
Τους καλλιτέχνες της εποχής του δεν τους θαυμάζει καθόλου, αλλά επαναλαμβάνει πάντα τον εξής ομηρικό στίχο: «τέτοιοι είναι οι άνθρωποι του σήμερα». Αν όμως δει άγαλμα χωρίς μύτη, κολοβό και ακρωτηριασμένο, ή ζωγραφισμένο όστρακο παλιάς σπασμένης χύτρας, αναπηδά από την ευχαρίστηση και αναβοά «τι καλό που είναι αυτό!».
Κατοικεί περισσότερο χρόνο στις βιβλιοθήκες παρά στο σπίτι του και έχει τον θάλαμο, τον ανδρώνα και το δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Απαγορεύει στην υπηρέτρια να ευπρεπίσει και να διακοσμήσει το τραπέζι πάνω στο οποίο γράφει.
Αν έχει αποκτήσει πολλά παιδιά και συναντήσει κανένα στο δρόμο καθώς περπατά, δεν το αναγνωρίζει, αλλά το ρωτά με φιλάνθρωπη διάθεση: «παιδί μου, γιατί κλαις; Πού είναι το σπίτι και οι γονείς σου;» Είναι ικανός ακόμη και τα παιδιά του των πέντε ετών να τα αναγκάζει να μαθαίνουν απέξω επικούς στίχους, ενώ στη γυναίκα του διδάσκει τα ελληνικά γράμματα. Τους αρχαίους νόμους των Ελλήνων και των Ρωμαίων τους γνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτούς της πατρίδας του. Φορά τα ρούχα του παλιομοδίτικα και τα παντελόνια του είναι κοντύτερα από τα πόδια του.
Πάντα κάτι διδάσκει και θυμώνει με όποιον δεν πείθεται. Με τους ομοτέχνους του περνά τον καιρό του μαχόμενος φοβερά, επιμένοντας να ισχυρίζεται με φωνή μεγάλη ότι μόνο όσα λέει αυτός είναι σωστά, την ώρα που και οι άλλοι φωνασκούν.
Χρησιμοποιεί τα εξής λόγια: «Δεν το πιστεύω» και «Αυτά είναι παράλογα» και «Με σαφήνεια απέδειξα νωρίτερα το ακριβώς αντίθετο» και «Μήπως δεν διάβασες ακόμα όσα έγραψα πρόσφατα γι’ αυτό το θέμα;».
Ταξιδεύει προπάντων στην Αθήνα και τη Ρώμη και επαινεί τον εκεί ουρανό, τη γη, τη θάλασσα, τους εκεί άντρες, γυναίκες και κοπέλες, και τριγυρνώντας συνέχεια θαυμάζει τις μορφές όλων αυτών. Αγοράζει πλαστά ή κίβδηλα νομίσματα, όστρακα και πετραδάκια, φιαλίδια και ασήμαντα πράγματα, και χωρίς να το καταλάβει ξοδεύει τα εφόδιά του. Όταν επιστρέφει στο σπίτι του, υπόσχεται στη σύζυγό του (και στην πεθερά) ότι άλλη φορά στο μέλλον θα την πάρει μαζί του.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΛΑ΄
Ἔστιν ἀμέλει ἡ φιλολογία ὑπερβολή τις ἐπιθυμίας γραμμάτων καὶ πραγμάτων παλαιῶν, ό δέ φιλόλογος τοιοῦτός τις, οἷος τά βιβλία καί τούς παπύρους καί τάς ἐπιγραφάς καί ἄλλα τοιαῦτα μόνον διά τό ἀρχαία εἶναι ὑπερτιμᾶν καί ἱερά νομίζειν, καί χαίρειν έπί τῷ εὑρίσκεσθαι αὐτά οὐ σῶα άλλά διεφθαρμένα πολλοῖς ἁμαρτήμασι καί διαλείμμασι, τοιαῦτα εύτρεπίζειν καί διορθοῦν ἔργον ἑαυτοῦ φάσκων ἥδιστον καί άξιολογώτατον∙ καί εύρεθέντων που άρχαίων γραμμάτων ἐάν μέν ᾖ έν χάρταις γεγραμμένα ἥδεσθαι, έάν δ' έν περγαμηνοῖς όρχεῖσθαι, ἐάν δ’ έν παπύροις άνολολύζειν χαρᾷ, έάν δ’ έν λίθῳ παιανίζειν, έάν δ' έν χαλκῷ καί προσκυνεῖν∙ καί τῶν καθ’ ἑαυτόν τεχνιτῶν μηδέν θαυμάζειν, τῶν Ὁμήρου έπῶν τόδε άεί θρυλῶν∙ Οἷοι νῦν βροτοί είσιν, όταν δ’ ἴδῃ ἤ τι ἄγαλμα τῶν άρίνων καί κολοβῶν καί ήκρωτηριασμένων ἤ παλαιᾶς χύτρας συντριβείσης ὄστρακον έγγεγραμμένον, ἡδονῇ ἀναπηδᾶν καί άναβοᾶν∙ Τουτί ἄρα ώς χρηστόν έστιν∙ καί τάς βιβλιοθήκας πλείω χρόνον οίκεῖν ἤ τήν οἰκίαν καί βιβ­λίων έμπληρωθέντα ἔχειν τόν θάλαμον, τόν άνδρῶνα, τό δωμάτιον∙ καί άπαγορεύειν τήν θεράπαιναν μή καλλῦναι μηδέ διακοσμῆσαι τράπεζαν τήν γραφικήν∙ καί παιδίων παμπόλλων γεγονότων αύτῷ έντυχών τινι έν ταῖς ὁδοῖς πορευόμενος μή γιγνώσκειν άλλά άνερέσθαι φιλανθρώπως∙ Τέκνον, τί κλαίεις: πόθι τοι δόμος ήδέ τοκῆες; δεινός δέ καί τὰ παιδία πέντε ἐτῶν άναγκάζειν ἔπη έκμανθάνειν, τήν δέ γαμετήν τά Ἑλληνικά γράμματα∙ καί τούς τῶν Ἑλλήνων καί Ρωμαίων παλαιούς νόμους άκριβέστερον γνῶναι ἤ τούς τῆς έαυτοῦ πατρίδος∙ καί τά ίμάτια περιβάλλεσθαι άρχαιότροπα, τάς δέ άναξυρίδας μείους φορεῖν τῶν σκελῶν∙ καί άεί τι διδάσκειν, τῷ δέ μή πεπεισμένῳ όργίζεσθαι∙ καί τοῖς όμοτέχνοις δεινῶς μαχόμενος διατελεῖν, ἅ αὐτός ἔφη, ταῦτα μόνα όρθῶς ἔχειν τῶν ἄλλων ἅμα βοώντων μεγάλῃ φωνῇ διισχυριζόμενος∙ καί τοιούτοις λόγοις χρήσασθαι∙ Ού πιστεύω καί Ταῦτα ἄλογα καί Τάναντία σαφῶς πρῴην άπέδειξα καί Ἆρ’ οὔπω άνέγνωκας ἅ περί τούτων νεωστί συνέγραψα; καί άποδημεῖν μάλιστα είς Άθήνας καί Ρώμην καί έπαινεῖν τόν ὲκεί ούρανόν καί γῆν καί θάλατταν καί τούς ἐκεὶ ἄνδρας καί γυναῖκας καί κορίδια καί πάντων τούτων εἰκόνας άεί περιφερόμενος θαυμάζειν∙ καί ώνούμενος νομίσματα ἀδόκιμα ἤ κίβδηλα καί ὄστρακα καί λιθίδια καί ληκύθια καί λήρους τά έφόδια άναλώσας λαθεῖν∙ καί οἴκαδε έπανελθών ύπισχνεῖσθαι τῇ γαμετῇ (καί τῇ πενθερᾷ) ἄξεσθαι αύτήν μεθ' ἑαυτοΰ ές ὕστερον.