Δωσιάδας ο Κρης: Βωμός




Ο Δωσιάδας καταγόταν από την Κρήτη και αναφέρεται από το Λουκιανό ως αποτυχημένος στιχουργός. Ίσως ταυτίζεται με τον ιστορικό Δωσιάδα, ο οποίος υπήρξε συγγραφέας μιας πρώιμης ιστορίας της Κρήτης με τον τίτλο Κρητικά. Πρέπει πάντως να έζησε κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. Ήταν ο συνθέτης ενός ποιήματος, του Βωμού, γραμμένου σε ιαμβικό μέτρο και με τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνει οπτικά την εντύπωση ενός βωμού.[1] Ο βωμός αυτός υποτίθεται ότι είναι ο βωμός της Χρύσης, νύμφης του νησιού Χρύση κοντά στη Λήμνο που σήμερα είναι βυθισμένο κάτω απ' τη θάλασσα. Τον βωμό ίδρυσε προς τιμήν της ο Ιάσων πηγαίνοντας προς τους Κόλχους για το χρυσόμαλλο δέρας. Το ποίημα έχει τη μορφή εκτεταμένου αινίγματος και αποτελεί έναν γρίφο με τις μυθολογικές αναφορές του. Αυτή η μορφή ποιήματος δεν είναι άγνωστη από αλλού: υπενθυμίζουμε το ποίημα Σύριγξ, το οποίο παραδίδεται με το όνομα του Θεόκριτου και έχει τη μορφή του αρχαίου αυτού πνευστού μουσικού οργάνου, τα ποιήματα Πέλεκυς, Πτέρυξ, Ωιόν του Σιμία του Ρόδιου κ.ά.


Βωμός

                        Της γυναίκας της ντυμένης με ρούχα αντρικά[2]
ο σύζυγος από τη Θεσσαλία, [3] ο νέος δυο φορές,[4]
       με έφτιαξε, όχι ο γιος της Έμπουσας [5] που στην τέφρα ξάπλωνε, [6] το θύμα
       του βουκόλου απ' τη γενιά του Τεύκρου [7] και φονιάς του γιου της σκύλας. [8]
            Ο εραστής της Χρύσης μ' έφτιαξε.[ 9] Τότε που των ανδρών η μαγείρισσα[ 10]
            της Κρήτης τον φύλακα που διέθετε χάλκινα μέλη [11] συνέτριψε,
                        αυτόν που ο δίχως πατέρα, ο δίγαμος, να φτιάξει
                        μόχθησε, ο εκσφενδονισμένος απ' τη μάνα του. [12]
                        Εμένα, το κατασκεύασμα του βωμού, σαν αντίκρισε
                        του    κριτή       των    θεών[13] ο   φονιάς, [14]
                        που        τον   τριέσπερο    Ηρακλή[ 15]      έκαψε, [16]
                        έκραξε                     φοβερά                    βοώντας,
                        γιατί    με   το    δηλητήριό   του   τον     πλήγωσε
                        φίδι[ 17] με την κοιλιά έρποντας που το γήρας εκδύεται. [18]
            Κι εκείνον [19] που θρηνούσε στη Λήμνο, τη ζωσμένη απ' το πέλαγος,
            ο   σύζυγος     της     μητέρας    του     Πάνα, [20]    ο     κλέφτης, [21]
       ο  δίζωος, [22]   καθώς και ο γιος  του ανθρωποφάγου, [23]  εξαιτίας του τόξου του,
 που ήταν ν' αφανίσει την Τροία, [24] τον έφεραν στην τρίπορθη[25] πόλη του Τεύκρου.




[1] Ένας άλλος Βωμός, παρόμοιου χαρακτήρα, αλλά κατώτερος στο ύφος και στη λεπτότητα, παραδίδεται από την Παλατινή Ανθολογία, 15. 25, αμέσως πριν από το Βωμό του Δωσιάδα. Φαίνεται ότι αποτελούσε σύνθεση του Βησαντίνου, ο οποίος έδρασε την εποχή του Αδριανού. Ο Λουκιανός (Λεξιφ. 25) πάντως γνωρίζει μόνον έναν Βωμό, του Δωσιάδα.
[2] Εννοείται η Μήδεια, για την οποία λέγεται ότι έφυγε από την Αθήνα, όπου προσπάθησε να εξοντώσει τον Θησέα, ντυμένη σαν άντρας και εγκαταστάθηκε στην Ασία, όπου έγινε γενάρχης των Μήδων.
[3] Ενν. ο Ιάσων. Στο πρωτότυπο ο Ιάσων αποκαλείται Μέροψ, επίθετο που μπορεί να έχει είτε τη σημασία θνητός, είτε τη σημασία Θεσσαλός, γιατί οι Θεσσαλοί θεωρούνταν άποικοι των Μερόπων και ο Ιάσων ήταν Θεσσαλός.
[4] Σύμφωνα με το Φερεκύδη (απ. 74) η Μήδεια έβαλε τον Ιάσονα στη φωτιά και με τα μαγικά της φάρμακα τον ξανάκανε νέο.
[5] Εννοεί τον Αχιλλέα και τη μητέρα του Θέτιδα. Ο Αχιλλέας αναφέρεται από το Λυκόφρονα (Αλεξ. 798) επίσης ως σύζυγος της Μήδειας στα Νησιά των Μακάρων. Η Θέτιδα αναφέρεται ως Έμπουσα (= χθόνιος και νυχτερινός δαίμονας που έπαιρνε κάθε είδους μορφή), διότι άλλαξε πολλές μορφές προσπαθώντας ν' αποφύγει το γάμο με τον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα
[6] Αναφέρεται στη γνωστή ιστορία ότι η Θέτιδα έβαζε τον Αχιλλέα στη φωτιά για να τον κάνει αθάνατο.
[7] Ο βουκόλος από τη γενιά του Τεύκρου είναι ο Πάρης που σκότωσε τον Αχιλλέα.
[8] Ο γιος της σκύλας που θανάτωσε ο Αχιλλέας ήταν ο Έκτορας, γιος της Εκάβης, η οποία στο τέλος της ζωής της μεταμορφώθηκε σε σκύλα.
[9] Ο Ιάσων. 
[10] Η Μήδεια, η οποία έπεισε τις κόρες του Πελία να θανατώσουν τον πατέρα τους με την υπόσχεση να τον βάλει στη φωτιά και να τον ξαναβγάλει νέο.
[11] Εννοεί τον Τάλω, μυθικό χάλκινο ρομπότ, φύλακα της Κρήτης του Μίνωα, δημιούργημα του Ηφαίστου. Ο Τάλως έκανε πάνοπλος το γύρο της Κρήτης τρεις φορές τη μέρα προστατεύοντας το νησί από τους εχθρούς του. Ήταν άτρωτος εκτός από μια φλέβα στο κάτω μέρος της κνήμης. Τον θανάτωσε με τη βοήθεια της μαγικής της τέχνης η Μήδεια.
[12] Όλα τα επίθετα αναφέρονται στον Ήφαιστο, ο οποίος γεννήθηκε με παρθενογένεση από την Ήρα, συνεπώς δεν είχε πατέρα, είχε δύο συζύγους, την Αφροδίτη και την Αγλαΐα, και εκσφενδονίστηκε από τη μητέρα του Ήρα, όταν εκείνη είδε ότι το μωρό που γέννησε ήταν πανάσχημο.
[13] Εννοείται ο Πάρης, ο οποίος υπήρξε κριτής της ομορφιάς των τριών θεαινών στο όρος Ίδη.
[14] Ενν. ο Φιλοκτήτης, ο οποίος φόνευσε τον Πάρη.
[15] Ο Ηρακλής λέγεται τριέσπερος, διότι κατά τη σύλληψή του ο Δίας παρέτεινε τρεις φορές τη νύχτα σμίγοντας με την Αλκμήνη.
[16] Ο Φιλοκτήτης με διαταγή του Ηρακλή τον έκαψε προκειμένου να τον απαλλάξει από τους αφόρητους πόνους που του προκαλούσε ο χιτώνας με το δηλητήριο του Νέσσου.
[17] Σύμφωνα με το μύθο, τον Φιλοκτήτη τον δάγκωσε ένα φίδι στο νησί Χρύση, τότε που οι Έλληνες πήγαιναν στην Τροία για την Ελένη. Εκείνη την ώρα ο Φιλοκτήτης προσπαθούσε να καθαρίσει το βωμό της νύμφης -που είχε φτιάξει παλιά ο Ιάσων- για να θυσιάσει.
[18] Το φίδι αλλάζοντας δέρμα πιστευόταν ότι ανανέωνε και τη νιότη του, απεκδυόμενο το γερασμένο κορμί του.
[19] Εννοεί το Φιλοκτήτη, τον οποίο εγκατέλειψαν οι σύντροφοί του στη Λήμνο, λόγω της δυσοσμίας του τραύματός του από το φίδι.
[20] Ο σύζυγος που εννοείται είναι ο Οδυσσέας και η μητέρα του Πάνα είναι η Πηνελόπη: σύμφωνα με μια μεθομηρική παράδοση η Πηνελόπη ενώθηκε διαδοχικά με όλους τους μνηστήρες και συνέλαβε απ' όλους τον θεό Πάνα.
[21] Ο Οδυσσέας είχε κλέψει από τους Τρώες το ξόανο της Παλλάδας από την ακρόπολη της Τροίας.
[22] Ο Οδυσσέας λέγεται δίζωος, λόγω της καθόδου του στον Άδη και της επιστροφής του από εκεί.
[23] Ενν. ο Διομήδης, γιος του Τυδέα. Ο Τυδέας  είχε κατασπαράξει το κεφάλι του Μελάνιππου.
[24] Πρόκειται για το τόξο του Ηρακλή, το οποίο το είχε εμπιστευτεί στον Φιλοκτήτη. Οι Έλληνες έλαβαν χρησμό ότι η Τροία δε θα αλωθεί, παρά μόνο από το τόξο του Ηρακλή. Έτσι ο Οδυσσέας και ο Διομήδης ανέλαβαν την αποστολή να πείσουν το Φιλοκτήτη να έρθει μαζί τους στην Τροία από τη Λήμνο, όπου τον είχαν εγκαταλείψει.
[25] Η Τροία λέγεται τρίπορθη, γιατί κυριεύτηκε τρεις φορές: από τον Ηρακλή, τις Αμαζόνες και τους Έλληνες υπό τον Αγαμέμνονα.