Οι δύο φόβοι του Αισχύλου για τη δημοκρατία


Ο Αισχύλος, βαθιά δημοκρατικός πολίτης ο ίδιος, φαίνεται ότι φοβόταν για την αθηναϊκή δημοκρατία για δυο λόγους: αφενός δεν ήταν βέβαιος ότι ο λαός θα μπορούσε να αντισταθεί απέναντι στις παραδοσιακές πιέσεις. Φοβόταν ότι η δημοκρατία δεν θα μπορούσε να αντισταθεί απέναντι σε παλιούς εχθρούς, ότι ο λαός δεν θα είχε εμπιστοσύνη στην πολιτική του ικανότητα, ότι θα προσπαθούσε να εκδικηθεί τους αριστοκράτες. Έτσι θέλησε να προσφέρει στο δήμο ένα πρότυπο δράσης σύμφωνο με το νόμο, στον οποίο πρέπει να υποτάσσονται οι πλειοψηφίες, προσπάθησε να του τονώσει την αυτοπεποίθηση σε σχέση με την αξία των δημοκρατικών διαδικασιών και να τονίσει ότι ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις είναι εξίσου σημαντικός για την επιτυχία της δημοκρατίας όσο και οι ίδιες οι αποφάσεις.
       Κατά δεύτερο λόγο ο Αισχύλος ανησυχούσε ότι ο λαός θα χρησιμοποιούσε λανθασμένα τη δύναμή του, για να ικανοποιήσει τα πάθη του έξω από τα όρια της πολιτικής ζωής. Η δημοκρατία θα μπορούσε να οδηγήσει τους πολίτες σε διχόνοιες καταστροφικές για το κράτος. Ήταν, επομένως, απαραίτητη μια αίσθηση των ορίων, για να εμποδιστεί ο κύκλος της εκδίκησης και να εμποδίσει τους Αθηναίους από παράλογες και επικίνδυνες πράξεις. Η γραμμή μεταξύ αυτοπεποίθησης και αλαζονείας είναι για τον Αισχύλο πολύ λεπτή. Έτσι αξιοποιεί την έννοια της ύβρεως, για να προειδοποιήσει τους πολίτες της Αθήνας. Για τον τραγωδό ο σεβασμός της ισορροπίας ήταν ουσιώδης για την επιβίωση της Αθήνας. Η θεϊκή αρμονία του κόσμου πρέπει να αντανακλάται στη ζωή της πόλης. Έτσι η πολιτική αποκτά και μια θρησκευτική διάσταση. Σκοπός της είναι να συγκρατεί τις τάσεις για αταξία στην κοινωνία.