Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Η ιστορία του Λεύκιππου (Παρθένιος 5)



Λεύκιππος

[Την ιστορία αφηγείται ο Ερμησιάναξ  στο Λεόντιον][1]

            [2]Ο Λεύκιππος, γιος του Ξανθίου και απόγονος του Βελλεροφόντη,[3] ξεχώριζε πάρα πολύ στη δύναμη από τους συγχρόνους του και εξασκούσε τα πολεμικά έργα. Γι’ αυτό και λέγονταν πολλά για κείνον ανάμεσα στους Λυκίους[4] και τους γείτονές τους, αφού λεηλατούνταν και έπασχαν κάθε είδους δυσάρεστη κατάσταση (εξαιτίας του). Ο Λεύκιππος εξαιτίας της οργής της Αφροδίτης[5] ερωτεύτηκε την αδερφή του. Για ένα χρονικό διάστημα έκανε υπομονή, νομίζοντας ότι θα απαλλαγεί πολύ εύκολα από την αρρώστια του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε και το πάθος του δεν υποχωρούσε ούτε καν λίγο, το αποκάλυψε στη μητέρα του και την ικέτεψε πολύ να μην αδιαφορήσει βλέποντάς τον να καταστρέφεται. Γιατί αν δεν συνέπραττε μαζί του, απειλούσε να σφάξει τον εαυτό του. Όταν εκείνη του είπε ότι θα εκπληρώσει αμέσως την επιθυμία του, ο Λεύκιππος ένιωσε αμέσως καλύτερα. Κάλεσε, λοιπόν, την κόρη της και την έβαλε να ξαπλώσει με τον αδερφό της. Από τότε συνουσιάζονταν χωρίς να φοβούνται ιδιαίτερα κανέναν, έως ότου κάποιος το ανακοίνωσε στο μνηστήρα, στον οποίο την είχαν τάξει. Ο μνηστήρας πήρε μαζί του τον πατέρα του και μερικούς από τους συγγενείς του, πήγε στον Ξάνθιο και του γνωστοποίησε την υπόθεση, χωρίς να αποκαλύψει το όνομα του Λευκίππου. Ο Ξάνθιος, δυσφορώντας με την καταγγελία, αποφάσισε με σπουδή μεγάλη να αποκαλύψει τον διαφθορέα και προέτρεψε τον καταγγέλλοντα, όποτε τους δει μαζί, να τον πληροφορήσει. Ο άλλος ανταποκρίθηκε πρόθυμα και αμέσως οδήγησε τον γέροντα στον κοιτώνα. Με τον ξαφνικό θόρυβο που σηκώθηκε, η κοπέλα έτρεξε να βγει από την πόρτα, νομίζοντας πως θα ξεφύγει από όποιον κι αν ερχόταν. Ο πατέρας της, πιστεύοντας ότι αυτή ήταν ο διαφθορέας, την χτύπησε με το μαχαίρι και την έριξε κάτω. Εκείνη γεμάτη πόνο έβγαλε κραυγή, ενώ ο Λεύκιππος έσπευσε να την υπερασπιστεί. Πάνω στην ταραχή του δεν κοίταξε να δει ποιος ήταν εκεί και σκότωσε τον πατέρα του. Γι’ αυτό το λόγο εγκατέλειψε το σπίτι του μετά τα συμβάντα και τέθηκε επικεφαλής μερικών Θεσσαλών που πήγαιναν στην Κρήτη.[6] Όμως και από εκεί εκδιώχθηκε από τους γειτονικούς λαούς και πήγε στη χώρα της Εφέσου, όπου ίδρυσε το μέρος που ονομάστηκε Κρητιναίον.[7] Λέγεται ότι είναι για τον έρωτα αυτού του Λεύκιππου που η Λευκοφρύη, η κόρη του Μανδρόλυτου, πρόδωσε την πόλη της[8] στους εχθρούς, των οποίων επικεφαλής ήταν ο Λεύκιππος. Ετούτοι, διαλεγμένοι ανά δέκα και σταλμένοι (ως άποικοι) από τις Φερές από τον Άδμητο,[9] τον είχαν επιλέξει για αρχηγό εξαιτίας ενός χρησμού.




[1] Τρίτομο έργο του Ερμησιάνακτα (τέλος 4ου αιώνα π.Χ.), εμπνευσμένο από την ομώνυμη ερωμένη του. Φαίνεται ότι αποτελούσε ένα είδος καταλόγου με ερωτικό υλικό, μυθολογικό και ιστορικό (κατάλογος ερωτικός κατά τον Αθήναιο 13.597 Α).
[2] Η ιστορία του Λεύκιππου στον Παρθένιο φαίνεται να αντλεί στοιχεία από τρεις διαφορετικές παραδόσεις, μια λυκική, μια κρητική και μια θεσσαλική. Ουσιαστικά χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά στον αιμομικτικό του έρωτα με την αδερφή του, ενώ το δεύτερο στις κατοπινές περιπέτειες του Λεύκιππου, αν και εδώ η αφήγηση στερείται επαρκούς σαφήνειας. Επιγραφικό υλικό από την πόλη της Μαγνησίας στον Μαίανδρο ποταμό, ιδιαίτερα η επιγραφή (IMagn. 17 -3ος αιώνας π.Χ.) που βρέθηκε στην αγορά της πόλης, αλλά και άλλες πηγές επιβεβαιώνουν ότι η μικρασιατική αυτή πόλη όντως συνέδεε την απαρχή της με τις πολλαπλές παραδόσεις που αναφέραμε. Σύμφωνα με την επιγραφή οι Θεσσαλοί Μάγνητες άποικοι ίδρυσαν πρώτα μια πόλη στην Κρήτη, ανάμεσα στη Γόρτυνα και στη Φαιστό και έπειτα από ογδόντα χρόνια έστειλαν απεσταλμένους στο μαντείο των Δελφών, για να πάρουν χρησμό από τον Απόλλωνα σχετικά με το ενδεχόμενο μιας νέας μετεγκατάστασής τους. Ο Απόλλων χρησμοδότησε να εγκατασταθούν στη Μικρά Ασία, στο σημείο που ο Μανδρόλυτος είχε χτίσει την πόλη του κοντά στον ποταμό Μαίανδρο. Αρχηγός της μετοίκισης, σύμφωνα με τον ίδιο χρησμό, θα γινόταν ο πρώτος άνθρωπος από τη γενιά του Γλαύκου που θα συναντούσαν βγαίνοντας από το ιερό των Δελφών. Ο άνθρωπος αυτός είναι ακριβώς ο Λεύκιππος, απόγονος του Βελλεροφόντη, γιου του Γλαύκου, ο οποίος γίνεται μ’ αυτό τον τρόπο αρχηγέτης.  
[3] Ο Βελλεροφόντης ταιριάζει ως πρόγονος του Λύκιου Λεύκιππου, ο οποίος γίνεται επικεφαλής μιας θεσσαλικής αποικίας. Ο ίδιος έφυγε από την Κόρινθο για τη Λυκία μετά από έναν κατά λάθος φόνο (Απολλ. 2.3.1) και ήταν απόγονος του Θεσσαλού Αίολου (Ιλ. Ζ 152-155). Μόνο ο Παρθένιος αναφέρει το όνομα του πατέρα του Λεύκιππου ως Ξάνθιος, το οποίο σχετίζεται με τον ποταμό Ξάνθο και ενισχύει τη λυκική καταγωγή του ήρωα.
[4] Λαός της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας, ο οποίος σταδιακά εξελληνίστηκε. Αναφέρονται ήδη στα κείμενα Χετταίων της 2ης χιλιετίας π.Χ. Σώζονται μερικές εκατοντάδες επιγραφές στη λυκική γλώσσα, η οποία είναι συγγενική με αυτή των Χετταίων.
[5] Δεν δίνεται ο λόγος της οργής της Αφροδίτης. Ίσως να ήταν ένας όρκος αγνότητας εκ μέρους του ήρωα που εξόργισε τη θεά. Πβ. Απολλόδ. 3.14.4 για τη Σμύρνα.
[6] Η αφήγηση του Παρθένιου είναι ασαφής. Πιθανώς εννοείται η αποστολή που έστειλαν στους Δελφούς οι ήδη εγκατεστημένοι στην Κρήτη Θεσσαλοί, για να πάρουν χρησμό σχετικά με τη μετεγκατάστασή τους από την Κρήτη. Βγαίνοντας η αποστολή από το ιερό, συνάντησε το Λεύκιππο (πήγε εκεί ίσως για να καθαριστεί από το φόνο του πατέρα του), τον έκανε αρχηγό της σύμφωνα με τις εντολές του χρησμού και επέστρεψε στην Κρήτη.
[7] Η ιστορία του Λεύκιππου θυμίζει την ιστορία του Αλθαιμένη από την Κρήτη (Απολλόδ. 3.2, Διόδ. Σικ. 5.59.1-4), ο οποίος ιδρύει την Κρητινία της Ρόδου. Το Κρητιναῑον κοντά στην Έφεσο αναφέρεται μόνο από τον Παρθένιο, ενώ μια παροιμία στο ψευδο-πλουτάρχειο έργο Παροιμίαι 1.57 αναφέρει: ταχύτερον ὁ Μάνδρης Κρητίνας ἀπεπέρασε∙ Ἐφέσιοι Κρητίνας ἐκτήσαντο τὰς Μαγνήτων· ἀπεπέρασε δέ σφιν Μάνδρης ὁ Μανδρολύτου παρ΄ οἶνον καὶ μέθην καὶ κύβην. Σύμφωνα με την ερμηνεία της παροιμίας ο Μάνδρης, ο γιος του Μανδρόλυτου πούλησε τις Κρητίνες των Μαγνήτων στους Εφέσιους πάνω στη μέθη του. Αυτό το Κρητιναίο μοιάζει να συνδέεται περισσότερο με το γνωστότερο ομώνυμο τοπωνύμιο της Ρόδου ή και με το Θεσσαλικό όνομα Κρητίνας. Ωστόσο δεν έχει γεωγραφικό ή πολιτικό νόημα οι Θεσσαλοί Μάγνητες του Λεύκιππου να αποβιβάζονται πρώτα στο έδαφος της Εφέσου, αφού οι κάτοικοι της Μαγνησίας ισχυρίζονταν ότι ήταν οι πρώτοι Έλληνες στη Μικρά Ασία, άρα τότε δεν υπήρχε ακόμη η Έφεσος. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ιστορία του Λεύκιππου στον Παρθένιο αποτελεί μια αναπαραγωγή πάνω στο πρότυπο της ιστορίας του Αλθαιμένη και της ροδιακής Κρητινίας. Ή ίσως ο Ερμησιάνακτας να ήταν ο πρώτος που έβαζε το Λεύκιππο να αποβιβάζεται αρχικά σε ένα υποτιθέμενο εφεσικό Κρητιναίο.    
[8] Είναι ασαφές για το ποια πόλη γίνεται λόγος, αλλά δεν πρέπει να είναι το Κρητιναίον, το οποίο ήδη εξουσιάζει ο Λεύκιππος. Η πόλη που εννοείται είναι η Μαγνησία στο Μαίανδρο ποταμό, ιδρυμένη από τους Θεσσαλούς Μάγνητες. Ο Πλίνιος (ΗΝ 5.114) αναφέρει ότι το παλαιότερο όνομα της Μαγνησίας ήταν Androlytia, μια σαφής παραφθορά της λέξης Μανδρολυτία, ενώ το όνομα του Μανδρόλυτου αναφέρεται και στη μαγνησιακή επιγραφή που προαναφέρθηκε. Ο Μανδρόλυτος πρέπει να εκπροσωπεί τον τοπικό πληθυσμό, οι οποίοι υποτάσσονται στους εισβολείς Μάγνητες. Η Λευκοφρύη είναι γνωστή μόνο από εδώ, αλλά ένα άλλο παλαιότερο όνομα της Μαγνησίας ήταν Λεύκοφρυς: ο Ξενοφών (Ελλ. 3.2.19, 4.8.17) μας αναφέρει μια πόλη Λεύκοφρυς με ιερό της Αρτέμιδος, ενώ από τον Κλήμη (Προτρ. 2.45.3) μαθαίνουμε για τον τάφο μιας Λευκοφρύνης στο ιερό της θεάς. Πρόκειται ίσως για κάποια τοπική θεότητα, την οποία υποκατέστησε η Άρτεμη. Οι επιγραφές που την αφορούν ξεκινούν από τον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ μια επιφάνεια της Άρτεμης στη Μαγνησία το 221/0 π.Χ. οδήγησε στην καθιέρωση μιας γιορτής με το όνομα Λευκοφρυηνά (δηλαδή γιορτή προς τιμήν της Λευκοφρυηνής).
[9] Εδώ μαθαίνουμε τον αρχικό λόγο της αποστολής των Μαγνήτων από τη Θεσσαλία στην Κρήτη (και μετά στη Μικρά Ασία). Πρόκειται για το γνωστό Θεσσαλό Άδμητο, κοντά στον οποίο αναγκάστηκε να δουλέψει ως βοσκός ο Απόλλωνας, προκειμένου να εξιλεωθεί για το φόνο των Κυκλώπων που έφτιαχναν τους κεραυνούς του Δία. Ο Άδμητος είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της περίφημης τραγωδίας του Ευριπίδη Άλκηστη, στην οποία η ομώνυμη ηρωίδα δέχεται να πεθάνει στη θέση του άνδρα της, αλλά τη φέρνει από τον Κάτω Κόσμο ο Ηρακλής.