Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Απολλώνιος ο Ρόδιος: Κάνωβος, Η κτίση της Ναύκρατης, Κτίση της Ρόδου, Η Κτίση της Λέσβου



Βιογραφικά στοιχεία

 Ο Απολλώνιος υπήρξε μια από τις λογιότερες μορφές του 3ου αιώνα π.Χ. που έζησαν στην Αλεξάνδρεια. Το προσωνύμιο Ρόδιος το οφείλει στο ότι έζησε ένα διάστημα στη Ρόδο, είτε στο ότι πιθανόν ο ίδιος ή η οικογένειά του καταγόταν από εκεί. Έδρασε στην Αλεξάνδρεια ως διευθυντής της βιβλιοθήκης και βασιλικός δάσκαλος του μελλοντικού βασιλιά Πτολεμαίου Γ΄ του Ευεργέτη (246-221 π.Χ.). πριν από τον Ερατοσθένη και μετά το Ζηνόδοτο. Η περίοδος αυτή της ζωής του (περ. 270-45 π.Χ.) φαίνεται να είναι η εποχή συγγραφής του σπουδαιότερου έργου του, των Αργοναυτικών, του μόνου σωζόμενου ελληνικού έπους μετά τον Όμηρο και τον Ησίοδο ως τη ρωμαϊκή περίοδο. Σύμφωνα με την παράδοση έφυγε στη Ρόδο, όταν η ποίησή του δεν έγινε δεκτή με αρκετό ενθουσιασμό στην Αλεξάνδρεια, αλλά επέστρεψε στην πρωτεύουσα των Πτολεμαίων, όπου θάφτηκε δίπλα στον Καλλίμαχο. Εκτός από το μεγάλο του έπος, τα Αργοναυτικά, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος επιδόθηκε και στη συγγραφή συλλογής ποιημάτων σε εξάμετρο στίχο για την κτίση διαφόρων πόλεων, όπως της Αλεξάνδρειας, της Ναύκρατης, της Κνίδου, της Καύνου, της Ρόδου και της Λέσβου. Σε χωλιάμβους συνέθεσε και το ποίημα Κάνωβος, το οποίο αναφερόταν στη γειτονική με την Αλεξάνδρεια αιγυπτιακή πόλη (στο Δέλτα του Νείλου) και στον ομώνυμο ήρωά της. Έχουμε στη διάθεσή μας λίγους στίχους ή απλές αναφορές σ'  αυτά τα ποιήματα. Έργα του σε πεζό λόγο: Προς Ζηνόδοτον (για ομηρικά θέματα), Περί Αρχιλόχου κ.ά.  

Βίος Απολλώνιου του Ρόδιου (p. 2 Wendel):    
«Ο Απολλώνιος ο ποιητής ήταν στην καταγωγή Αλεξανδρεύς. Πατέρας του ήταν ο Σιλλέας ή Ιλλέας και μητέρα του η Ρόδη.  Μαθήτευσε στην Αλεξάνδρεια πλάι στον Καλλίμαχο που ήταν γραμματικός, και αφού συνέγραψε αυτά τα ποιήματα (=τα Αργοναυτικά),  έκανε μια επίδειξή τους. Εξαιτίας όμως της μεγάλης του αποτυχίας και ντροπιασμένος, πήγε στη  Ρόδο, όπου περνούσε τη ζωή του γράφοντας έντεχνους ρητορικούς λόγους. Γι' αυτό και θέλουν να τον αποκαλούν Ρόδιο. Ζώντας λοιπόν εκεί και «χτενίζοντας» τα ποιήματά του, έκανε κατόπιν επίδειξή τους, με την οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία, ώστε αξιώθηκε να λάβει τα πολιτικά δικαιώματα και τις τιμές των Ροδίων. Μερικοί ισχυρίζονται ότι επανήλθε στην Αλεξάνδρεια και ότι, αφού έκανε ξανά επίδειξη εκεί του έργου του, γνώρισε τη μέγιστη καταξίωση, ώστε να αξιωθεί να γίνει επικεφαλής της βιβλιοθήκης και του Μουσείου και να ταφεί μαζί με τον ίδιο τον Καλλίμαχο».


Κάνωβος
Στο ποίημα αυτό ο Απολλώνιος ασχολούνταν με την ίδρυση της αιγυπτιακής πόλης Κάνωβος σε συνδυασμό με τη μυθική ιστορία του Κανώβου, κυβερνήτη του πλοίου του Μενέλαου, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε αστερισμό. Ο Κάνωβος από τις Αμύκλες της Λακωνίας, πλοηγός του Μενέλαου στις περιπλανήσεις του μετά τον πόλεμο της Τροίας, περιφρόνησε την αγάπη της Θεονόης, κόρης του βασιλιά της Αιγύπτου Πρωτέα. Ο Κάνωβος πέθανε από δάγκωμα φιδιού και ο Μενέλαος τον έθαψε στο νησί της Κανώβου.

α.  
(Στεφ. Βυζ. στο λήμμα Κόρινθος:)          
Λέει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στο ποίημά του Κάνωβος:
            Το σχήμα των κιόνων του είναι Κορινθιακό[1].

β.  
(Στεφ. Βυζ. στο λήμμα χώρα:)    
Λέει ο Απολλώνιος στον Κάνωβο:
            Θα σε τέρψει ο γλυκός για τους χωρικούς πλους των καραβιών
            που φέρνει τα δώρα του πλούσιου Νείλου.

γ.  
(Σχόλ. στα Θηριακά 305 του Νικάνδρου:)
Ο Απολλώνιος λέει ότι σκάζουν ακόμη και οι πληγές σε όσους τους έχει τσιμπήσει το φίδι αιμορροΐς.[2]
(Σχόλ. στα Θηριακά 312, του Νικάνδρου:)          
Το φίδι αιμορροΐς δάγκωσε τον Κάνωβο, τον κυβερνήτη του Μενέλαου, την ώρα που κοιμόταν στην ακρογιαλιά που έβλεπε προς την Αίγυπτο, και έχυσε μέσα του το δηλητήριό του.


Η κτίση της Ναύκρατης

α.  
(Aθήν. 7. 283 Ε:)  Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ή Ναυκρατίτης[3] ισχυρίζεται στην Κτίση της Ναύκρατης ότι ο Πομπίλος, που ήταν πρώτα άνθρωπος, μεταμορφώθηκε σε ψάρι, εξαιτίας κάποιας ερωτικής ιστορίας του Απόλλωνα. Γιατί πλάι στην πόλη των Σαμίων κυλά ο ποταμός Ίμβρασος, [4]
            που κάποτε τη νύμφη Ωκυρρόη, θυγατέρα πανέμορφη,
            του γέννησε η Χησιάς, καλού πατέρα κόρη, σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του,
            την Ωκυρρόη, που αμέτρητη ομορφιά της χάρισαν οι Ώρες.

β.  
(Aθην. 7. 283 F:)  Αυτήν λοιπόν (δηλ. την Ωκυρρόη) την αγάπησε ο Απόλλωνας και προσπάθησε να την απαγάγει. Όταν λοιπόν εκείνη πέρασε απέναντι στη Μίλητο για κάποια γιορτή της Αρτέμιδος και επρόκειτο να την απαγάγει ο θεός, φρόντισε να ικετεύσει τον Πομπίλο, έναν ψαρά που ήταν φίλος του πατέρα της, να τη σώσει γυρίζοντάς την στην πατρίδα της, και του είπε :
τιμώντας την αρμονική με σε ψυχή του αγαπημένου μου πατέρα, 
            Πομπίλε, γνώστη των ευκίνητων βυθών του κακόηχου πόντου,
σώσε με.

γ.  
(Αθην. 7. 284 Α:)  Αυτός (ο Πομπίλος) την οδήγησε στην ακτή και προσπαθούσε να την περάσει απέναντι. Όμως εμφανίστηκε ξαφνικά ο Απόλλωνας και άρπαξε την κόρη, απολίθωσε το πλοίο και μεταμόρφωσε τον Πομπίλο στο ομώνυμο ψάρι κάνοντάς τον :
            πομπίλο, στα γοργοθάλασσα σκαριά των καραβιών βοηθό.


Κτίση της Ρόδου

α.  
(Στεφ. Βυζ. στο λήμμα Δώτιον:)  
Πόλη της Θεσσαλίας, όπου μετοίκησαν οι Κνίδιοι, των οποίων η χώρα λέγεται Κνιδία... Ο Μνασέας λέει ότι ονομάστηκε έτσι από το Δώτο, γιο του Πελασγού... Το θηλυκό Δωτηΐς... και Δωτιάς... Και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στην Κτίση της Ρόδου λέει:
            Όσα έργα κάνανε στης Δωτιάδος τη γη
οι προγενέστεροι Αιμονιείς. [5]

β.  
(Σχόλ. Πίνδ. Ολ. 7. 86:)      Και ο Απολλώνιος ο ποιητής ισχυρίζεται ότι οι Ρόδιοι κάνουν τις θυσίες τους δίχως φωτιά, λόγω της έχθρας τους προς τον Ήφαιστο, εξαιτίας των γάμων του, επειδή καταδίωξε την Αθηνά θέλοντας να σμίξει μαζί της.



Η Κτίση της Λέσβου[6]

 (Παρθ. Ερωτ. Παθ. 21 – η ιστορία της Πεισιδίκης): Λέγεται λοιπόν ότι όταν ο Αχιλλέας πλέοντας εκπορθούσε τα νησιά που είναι κοντά στην ηπειρωτική χώρα, έπιασε λιμάνι στη Λέσβο.[7] Εκεί, πηγαίνοντας εναντίον της κάθε πόλης χωριστά, τις λεηλατούσε. Καθώς λοιπόν οι κάτοικοι της Μήθυμνας πρόβαλαν πολύ ισχυρή αντίσταση και ο Αχιλλέας βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία, επειδή δεν μπορούσε να πάρει την πόλη,  η Πεισιδίκη, μια Μηθυμναία, κόρη του βασιλιά, όταν αντίκρισε τον Αχιλλέα από το τείχος, τον ερωτεύτηκε. Έτσι, έστειλε κρυφά την τροφό της για να του υποσχεθεί ότι θα του παραδώσει την πόλη, αν πρόκειται να την κάνει γυναίκα του. Ο Αχιλλέας τη στιγμή εκείνη συμφώνησε. Όταν όμως έγινε κύριος της πόλης, ένιωσε αποστροφή για την πράξη της και διέταξε τους στρατιώτες του να λιθοβολήσουν την κοπέλα. Μνημονεύει αυτό της το πάθημα και ο συγγραφέας της Κτίσης της Λέσβου με τα ακόλουθα λόγια :
             Σκότωσε τότε του Πηλέα ο γιος[8] τον Λάμπετο, [9] το γιο του Ίρου,    
            σκότωσε και τον Ικετάονα το γιο του αυτόχθονα Λεπέτυμνου[10]
            και της Μυθήμνης, μα και τον δυνατότερο απ' τους άλλους μες στη χώρα,
            τον αδερφό του Ελικώνα, το μέγα Υψίπυλο.
            Θαλερή η Αφροδίτη τους κατάστρεψε.                                                 
            Γιατί μες στο μυαλό μιας κοπελιάς, της Πεισιδίκης,
            πάθος ξεσήκωσε για του Αιακού τον εγγονό.
            Σαν τον αντίκρισε αυτή
μέσα στους αρχηγούς των Αχαιών να χαίρεται τη μάχη,
            τα χέρια άπλωσε[11] μες στον υγρό αέρα ποθώντας την αγάπη του.
            Έβαλε τότε αμέσως το στρατό των Αχαιών μες στην πατρίδα         
            η παρθένα, βγάζοντας με μοχλό τα μάνταλα της πύλης,
            και άντεξε να δει μπροστά στα μάτια της
            να σφάζονται με το χαλκό οι γονείς της, των γυναικών τα δουλικά δεσμά,
            καθώς τις σέρνανε στα πλοία, με την υπόσχεση του Αχιλλέα στο νου,
            ότι θα γίνει νύφη της λαμπερής της Θέτιδας,                                     
            ότι ο οίκος του Αιακού θα είναι τα πεθερικά της ,
ότι στης Φθίας το παλάτι θα μένει, γυναίκα συνετή άριστου άνδρα
(που όμως δεν επρόκειτο αυτά τα σχέδια να φέρει εις πέρας).
Έτσι αυτή χαιρότανε για της πατρίδα της την ολέθρια μοίρα.
Τότε  η δύσμοιρη του Αχιλλέα το γάμο φοβερότατο αντίκρισε
από των Αχαιών τα χέρια, που τη θανατώσαν,
μ' άφθονες πέτρες όλοι μαζί λιθοβολώντας την.

[Σταύρος Γκιργκένης 2014]




[1]  Ο στίχος αφορά κάποιον ναό, ίσως του ήρωα Κανώβου. Πβ. και Διον. Περιηγ. 13: «περίφημο τέμενος του Κανώβου από τις Αμύκλες».
[2] Είδος φιδιού που το δάγκωμά του προκαλεί αιμορραγία απ' όλο το σώμα.
[3] Ο χαρακτηρισμός Ναυκρατίτης πρέπει να σχετίζεται ακριβώς με το ποίημα που έγραψε για την ίδρυση της Ναύκρατης.
[4] Ποταμός της Σάμου δίπλα στο Ηραίο, όπου λεγόταν ότι η Ήρα λουζόταν και επανακτούσε την παρθενία της. Γι' αυτό λεγόταν και Παρθένιος.
[5] Προγενέστερο όνομα των Θεσσαλών, από τον Αίμονα, πατέρα του Θεσσαλού.
[6] Οι στίχοι που ακολουθούν παραδίδονται από τον Παρθένιο ανώνυμα. Τόσο όμως το μέτρο, όσο και το λεξιλόγιο, υποδεικνύουν τον Απολλώνιο το Ρόδιο ως συγγραφέα. Εξάλλου η ιστορία της Πεισιδίκης μοιάζει πολύ με την ιστορία της Μήδειας από τα Αργοναυτικά: και οι δύο είναι πριγκίπισσες, ερωτεύονται έναν ξένο με την πρώτη ματιά, συνεργάζονται μαζί του και προδίδουν τους δικούς τους για χάρη τους.
[7] Η πολιορκία της Λέσβου από τον Αχιλλέα αναφέρεται και στην Ιλιάδα (Ι 129), αλλά η Πεισιδίκη είναι άγνωστη από άλλες πηγές. Το ονόμά της έχει ερμηνευτεί ως αιολική μορφή του ονόματος Τεισιδίκη (Πισίδικος Τεισίδικος σε επιγραφή του 3ου αιώνα π.Χ. από τον Ορχομενό = ΙG vii 3179, 10). Τότε θα σήμαινε «αυτή η οποία τιμωρήθηκε», μια σημασία πολύ ταιριαστή με τη μοίρα του λιθοβολισμού που της επιφύλαξε ο Αχιλλέας.
[8] Ο Αχιλλέας ήταν γιος του Πηλέα και εγγονός του Αιακού.
[9] Τάφος του ήρωα με το όνομα Λαμπέτειον υπήρχε στη Λέσβο, όπως μας πληροφορεί ο Στέφανος ο Βυζάντιος.
[10] Μυθικός βασιλιάς της Μήθυμνας και βουνό στα βόρεια της Λέσβου. Πάνω σ’ αυτό το βουνό υπήρχε το ηρώο του βασιλιά.
[11] Σε ικεσία στην Αφροδίτη ή προς τη μεριά του Αχιλλέα.  .