Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Στέφανος Μαρτζώκης (1855-1913): 16 Σονέτα


Η ΕΞΟΧΗ
Προβαίνει ο ήλιος σ’ όλη του τη χάρη
κι από λάμψη τον κόσμο πλημμυρίζει.
Μες στο χωράφι ατίμητο ζευγάρι
από βόδια θωρείς να τριγυρίζει.

Εδώ κοιτάς περήφανο μοσχάρι
στο πράσινο σιτάρι να βαδίζει,
εν’ άλλο εκεί γειρμένο στο χορτάρι
και το πλατύ ρουθούνι να καπνίζει.

Μύριες αξίνες σκάφτουνε τη γη
κι υψωμένες στον ήλιο λαμπυρίζουν.
Στους κάμπους βασιλεύει θεία σιγή,

κι ενώ θωρείς τα σπίτια να καπνίζουν,
άλλο πλια δε γροικάς τη χαραυγή
παρά τα βόδια αγάλι να μουγκρίζουν.


[Μια κουρασμένη ανάπαψη γυρεύω]
Μια κουρασμένη ανάπαψη γυρεύω
τη νύχτα τη βαθιά στη μοναξία,
με μύρια πάθη αδιάκοπα παλεύω
χωρίς ποτέ να βρω παρηγορία.

Μα μόλις το φεγγάρι ξαγναντεύω
να σκορπίζει παντού την ησυχία,
ωσάν τυφλός τριγύρω πασπατεύω
που μέσα μου γροικώ την τρικυμία.

Μες στην τόση γαλήνη που ξανοίγω
κι ούτε ζωύφι ακούεται ν’ αντισκόψει,
το μουγκρητό μέσα στο στήθος πνίγω.

Κι ενώ η ψυχή φλόγες και μίση θάφτει,
με ξάστερο ουρανό μοιάζω στην όψη,
που μες στη σιγαλιά θωρείς ν’ αστράφτει.


[Όπου σκότος περσότερο, εκεί στρέφει]
Όπου σκότος περσότερο, εκεί στρέφει
μ’ απελπισία το δακρυσμένο μάτι∙
μίση η ψυχή μου αιώνια μέσα τρέφει
και μαύρους κόσμους με λαχτάρα πλάττει.

Μα ως βγαίνει το φεγγάρι από τα νέφη,
πάλι με φέρνει στη γλυκιά μου απάτη∙
λάμψη αργυρή το μέτωπό μου στέφει
κι ο λογισμός τρέχει στα ουράνια πλάτη.

Πόθος γλυκός αφ’ την ψυχή μου βγαίνει
μες στ’ απαλό χορτάρι καθισμένος∙
μέσα σ’ αυτήν την άπειρη οικουμένη

αν δεν είμαι ο θνητός που επλάστη πρώτος,
ας ήμουνα ο στερνός που δοξασμένος
μαζί με ήλιους θα ταφεί στο σκότος.


ΝΕΚΡΗ
Μένει βουβό κι ολόκλειστο το στόμα
και μόνη μας μιλεί η αχνή αθωότη∙
στα τόσα ιδανικά,  στ’ αγνό το χρώμα
την πλιο ψυχρή θωρώ πραγματικότη.

Σαν άγαλμα μου φαίνεται το σώμα
μου εθέρμαινε σεμνά μια τέτοια νιότη∙
λες και ζητεί ο Χριστός να θάψει ακόμα
κάθε της γης μαρμάρινη θεότη.

Σ’ εσέ θωρώ την πρώτη μας θρησκεία,
κι εμπρός σ’ εσέ με μάτι δακρυσμένο,
την καταδίκη βλέπω του Φειδία.

Κι αν ο στρατός στο μνήμα επάνω μένει,
είν’ το σημείο του νικητή στημένο
σε μια χρυσή θεότη νικημένη.


ΤΑ  ΦΤΕΡΑ  ΜΟΥ
Πολλές  φόρες από το νου περνάει
σαν αστραπή μία λάμψη αφ’ το θεό μου,
κι  η ψυχή  μου  να  γράφω  πιθυμάει
κλεισμένος  στο  μικρό  δωμάτιο  μου.

Όταν  ακούω  στη  θύρα να χτυπάει
ο   Άγγελος, το τέκνο το γλυκό  μου,
κι οπίσω του συρτά ν’ ακολουθάει
το τρίτο το παιδί τ’ αγαπητό  μου.

Ανοίγω  και  τα  σφίγγω  στην  αγκάλη,
τα  σηκώνω  στα  χέρια  μου με μια
και  τα  φιλώ  στ’ ολόξανθο  κεφάλι.

Κι  αυτά  τα δυο  γλυκύτατα παιδιά μου
ενώ  μ’ ευφραίνουν μέσα την καρδιά,
είναι τα δυο φτερά στη φαντασιά μου.


[Δεν έχει πλια φτερά στην ωμοπλάτη]
Δεν έχει πλια φτερά στην ωμοπλάτη,
η  σκέψη του δεν είναι φτερωτή
γη  και  ουρανό  τ’ ολόφλογο το μάτι
ν’  αγκαλιάσει  πλια  τώρα δεν μπορεί

Ξανοίγει  της  ζωής τη μαύρη απάτη
και  με γειρτό  κεφάλι  προχωρεί,
η  φαντασιά κόσμους  χρυσούς δεν πλάττει
και  κεραυνό  στο χέρι του κρατεί.

Με  μύρια  πάθη  μέσα  στην  καρδιά  του,
στη  σκέψη του είναι  ξένος ο ουρανός
και  χάνεται  στα  βάθη  η  φαντασιά  του.

Κι ενώ  μένει  βουβός και  σκεφτικός,
να  υψώνεται κοιτάζει ολόγυρα  του
μονάχα  του  σιγάρου  του  ο  καπνός.

[Αν οι θεοί τ’ Ολύμπου μόνο ζούνε]
Αν οι θεοί τ’ Ολύμπου μόνο ζούνε
στη μαγική του τραγουδιού αρμονία
και αφ’ τον αιθέρα πλια δεν κυβερνούνε
τον ήλιο και τ’ αδάμαστα στοιχεία.

Αν χοροί  στους ναούς δεν αντηχούνε,
αν δεν καπνίζει η άφθονη θυσία,
όμως στον κόσμο ακόμη κατοικούνε
τα πλάσματα τα αιώνια του Φειδία.

Κι εγώ πολίτης κόσμου παναρχαίου,
τ’ αγνό είδωλό μου να λατρεύω ξέρω
και να ’μαι δούλος πάντοτε τ’ ωραίου.

Κι αν τρέχω στο ναό σου, αρχαία θεά μου,
εκατόμβη δεν έχω να προσφέρω,
μα θα θυσιάσω εμπρός σου την καρδιά μου. 


ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΘΑΜΕΝΗ
Αδάκρυτο το σώμα σου πηγαίνει
στη σκοτεινή κι αιώνια κατοικιά του,
και σαν τον κλέφτη γλήγορα διαβαίνει
κι όλο αντηχεί το γέλιο ολόγυρά του.

Δεν έρχεται κανείς, δυστυχισμένη,
που σε βλέπει στο στρώμα του θανάτου∙
και το ρόδο στη λάσπη μέσα μένει
όταν πάρει κανείς την ευωδιά του.

Εφύγανε από σε τα τόσ’ ασκέρια
πού κλειούσες με ντροπή στην αγκαλιά σου
κι ήταν για σε φαρμακερά μαχαίρια∙

αλλ’  Εκείνος που απόφυγε ή καρδιά σου,
κι όπου ποτέ δεν τ’ άπλωσες τα χέρια,
έρχεται τώρα ως μόνη συντροφιά σου.


[Μου λες πως ζω στο μολυσμένο χώμα]
Μου λες πως ζω στο μολυσμένο χώμα
και δε μπορώ ν’ ανοίξω τα φτερά μου
να ψάλει αγάπες θεϊκές το στόμα
κι αγνούς παλμούς ν’ ακούσω στην καρδιά μου.

Όσο φθάνει τ’ αφράτο σου το σώμα
τόσο μπορεί να φθάσει ή φαντασιά μου∙
στην ύλη ζω και μες στη λάσπη ακόμα
κι εσέ ποθώ να κλειώ στην αγκαλιά μου.

Τού κορμιού σου τη ρόδινη ατμοσφαίρα
δεν πιθυμώ καθόλου να περάσω,
θέλω να ζω στο μυρωμένο αέρα∙

κι αν τώρα που μπορώ να σ’ αγκαλιάσω,
γένεις ψηλή και φθάσεις τον αιθέρα,
θα ιδείς φτερά πως έχω να σε φθάσω.


[Την προσωπίδα βάλε, αγνή παρθένα]
Την προσωπίδα βάλε, αγνή παρθένα,
κι έλα μ’ εμέ να τρέξουμε ενωμένοι,
να γευθούνε τα στήθη τα θλιμμένα
την ηδονή μες στο κρασί κρυμμένη.

Με πρόσωπο, με χείλη φλογισμένα,
ας χωρέσουμε μέσα αγκαλιασμένοι,
όπου ξεσπά από σώματα αφρισμένα
ό,τι βαστά την άπειρη οικουμένη.

Μες στην τρελή χαρά μαζί μου τρέξε,
άνοιξε στα φιλιά κι εσύ το στόμα
και μ’ ίδρωτα ηδονής το σώμα βρέξε.

Μες στου ματιού το φως που αγάλι σβένει
και στου προσώπου το χλομό το χρώμα,
την αρετή χαιρέτα που πεθαίνει.
   


ΒΕΒΗΛΟ
Ποιαν άβυσσο στα μαύρα σωθικά μου
ο δόλιος κλειώ συ, κόρη μου, δεν ξέρεις,
μονάχ’ ακούς τα τόσα βάσανά μου
και με κοιτάς με πόνο κι υποφέρεις.

Πότε ποθώ να σε θωρώ μπροστά μου
της κόλασης τις φλόγες να μου φέρεις,
να δαιμονίσεις μέσα την καρδιά μου
και ντροπιασμένα λόγια να προφέρεις.

Πότε σ’ εμέ τον ουρανό ν’ ανοίξεις
κι αυτό το βάρος της ζωής που ζούμε
πώς να βαστάξω, μόνη να μου δείξεις.

Και πότε στην αγκάλη να με κλείσεις
μαζί μ’ εσέ στη λάσπη να κυλιούμαι,
να με πατείς και να μ’ εξευτελίσεις.


[Γλυκιά μου νύχτα, εσύ στο λογισμό μου]
Γλυκιά μου νύχτα, εσύ στο λογισμό μου
δίνεις φτερά κι όλο πετάει να φύγει∙
το σκότος σου δεν κρύβει το θεό μου
και στη χαρά το αχείλι αγάλι ανοίγει.

Αν σκότος πλημμυρεί τον οφθαλμό μου,
το δάκρυ μου κανένας δεν ξανοίγει,
κι όποιος ζητεί να ιδεί το θάνατό μου
μ’ αφήνει να αισθανθώ άνεση λίγη.

Από μικρός σ’ αγάπησα. Συ μόνη,
στην τρομερή του κόσμου ανεμοζάλη,
έκανες την ψυχή μου να ημερώνει.

Πάντα ποθώ την ήσυχή σου αγκάλη,
και, μέσα στο σκοτάδι που με ζώνει,
ακαρτερώ τη νύχτα τη μεγάλη.



ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ
Μύριες ευχές στον άπλαστον πατέρα
κι απ’ άνθη μύριες στέρνουμε ευωδιές,
μα θωρούμε με τρόμο τον αιθέρα
ν’ απαντά με βροντές και μ’ αστραπές.

Θωρούμε νεκρωμένοι την ημέρα
και περνούμε τρισκότεινες νυχτιές,
η θάλασσα μουγκρίζει με φοβέρα
κι έχει φριχτές αγκάλες ανοιχτές.

Τούτο το χώμα μ’ άνθη στολισμένο,
ωσάν θεριό μουγκρίζει τρομερά
και σαν λιοντάρι σειέται μανιωμένο.

Κι ενώ τρόμο και θάνατο σκορπά,
κοιτάζουμε με πρόσωπο σβημμένο
αυτή τη φύση πάντα να γελά.


ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ
Τον έπαινο του κόσμου δε ζητούμε,
δε γράφουμε για δόξα περιττή,
μέσα στα στήθη μαύρα ηφαίστεια κλειούμε
και στη φωνή μας σειέται, ανάφτει η γη.

Στ’ αγκάθια ματωμένοι περπατούμε∙
δάση, βουνά περνούμε στη στιγμή∙
να πλάσουμε νέον κόσμο επιθυμούμε,
γιατί εδώ ζούνε αχάριστοι, δειλοί.

Στη λύπη μας κανένας δε δακρύζει
και δεν ξέρουν τι κλειούμε στην καρδιά∙
τις πληγές μας μονάχα η γη γνωρίζει.

Μεγάλοι βασιλείς στη δυστυχιά,
τη λύπη που σκληρά μας βασανίζει
κάνουμε ευθύς αχτίδες να σκορπά.



ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΝΟΥΣ
Γράψε, η καρδιά παντοτινά φωνάζει,
για τη γλυκιά του κόσμου ελευτερία∙
γη κι ουρανό η ψυχή μας αγκαλιάζει,
όταν αγάπη αισθάνεται η καρδία.

Κοίταξε αυτή τη χτίση π’ ευωδιάζει
και ψιθυρίζει αγάπη κι αρμονία,
πόση ευτυχιά στον άνθρωπο ετοιμάζει
κι αθανασία, φωνάζει, αθανασία.

Κι όταν θελήσω ο δύστυχος να γράψω,
μέσα η καρδιά στα στήθη λαχταρίζει
κι από θυμό κι από ντροπή θα κλάψω.

Το μάτι μου γυρίζω αγριεμένο,
κι αφ’ τα χαρτιά που η σκέψη μου στολίζει,
όχι ζωή, μα θάνατο προσμένω.


[Συχνά τη νύχτα μόνος μου πηγαίνω]
Συχνά τη νύχτα μόνος μου πηγαίνω,
ανάπαυση γυρεύοντας στα στήθια,
στην άφωνη ερημιά. Με δακρυσμένο
μάτι ζητώ στους πόνους μου βοήθεια.

Μες στο σκοτάδι ζω και δεν προσμένω
κανένα φως. Η παγωμένη αλήθεια
μόχει το στήθος βαθιά πληγωμένο
που αγκάλιαζε χιλιάδες παραμύθια.

Κανένα αφ’ τα φαντάσματα προβαίνει
της πρώτης μου χαράς που τόση λάβρα
μου χύναν στην ψυχή, και άλλο δε μένει

να συλλογιούμαι μες στη μοναξιά,
παρά δυο μάτια σαν τη νύχτα μαύρα
και να βογγά σαν το θεριό η καρδιά.