Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στέφανος Μαρτζώκης (1855-1913): 16 Σονέτα


Η ΕΞΟΧΗ
Προβαίνει ο ήλιος σ’ όλη του τη χάρη
κι από λάμψη τον κόσμο πλημμυρίζει.
Μες στο χωράφι ατίμητο ζευγάρι
από βόδια θωρείς να τριγυρίζει.

Εδώ κοιτάς περήφανο μοσχάρι
στο πράσινο σιτάρι να βαδίζει,
εν’ άλλο εκεί γειρμένο στο χορτάρι
και το πλατύ ρουθούνι να καπνίζει.

Μύριες αξίνες σκάφτουνε τη γη
κι υψωμένες στον ήλιο λαμπυρίζουν.
Στους κάμπους βασιλεύει θεία σιγή,

κι ενώ θωρείς τα σπίτια να καπνίζουν,
άλλο πλια δε γροικάς τη χαραυγή
παρά τα βόδια αγάλι να μουγκρίζουν.


[Μια κουρασμένη ανάπαψη γυρεύω]
Μια κουρασμένη ανάπαψη γυρεύω
τη νύχτα τη βαθιά στη μοναξία,
με μύρια πάθη αδιάκοπα παλεύω
χωρίς ποτέ να βρω παρηγορία.

Μα μόλις το φεγγάρι ξαγναντεύω
να σκορπίζει παντού την ησυχία,
ωσάν τυφλός τριγύρω πασπατεύω
που μέσα μου γροικώ την τρικυμία.

Μες στην τόση γαλήνη που ξανοίγω
κι ούτε ζωύφι ακούεται ν’ αντισκόψει,
το μουγκρητό μέσα στο στήθος πνίγω.

Κι ενώ η ψυχή φλόγες και μίση θάφτει,
με ξάστερο ουρανό μοιάζω στην όψη,
που μες στη σιγαλιά θωρείς ν’ αστράφτει.


[Όπου σκότος περσότερο, εκεί στρέφει]
Όπου σκότος περσότερο, εκεί στρέφει
μ’ απελπισία το δακρυσμένο μάτι∙
μίση η ψυχή μου αιώνια μέσα τρέφει
και μαύρους κόσμους με λαχτάρα πλάττει.

Μα ως βγαίνει το φεγγάρι από τα νέφη,
πάλι με φέρνει στη γλυκιά μου απάτη∙
λάμψη αργυρή το μέτωπό μου στέφει
κι ο λογισμός τρέχει στα ουράνια πλάτη.

Πόθος γλυκός αφ’ την ψυχή μου βγαίνει
μες στ’ απαλό χορτάρι καθισμένος∙
μέσα σ’ αυτήν την άπειρη οικουμένη

αν δεν είμαι ο θνητός που επλάστη πρώτος,
ας ήμουνα ο στερνός που δοξασμένος
μαζί με ήλιους θα ταφεί στο σκότος.


ΝΕΚΡΗ
Μένει βουβό κι ολόκλειστο το στόμα
και μόνη μας μιλεί η αχνή αθωότη∙
στα τόσα ιδανικά,  στ’ αγνό το χρώμα
την πλιο ψυχρή θωρώ πραγματικότη.

Σαν άγαλμα μου φαίνεται το σώμα
μου εθέρμαινε σεμνά μια τέτοια νιότη∙
λες και ζητεί ο Χριστός να θάψει ακόμα
κάθε της γης μαρμάρινη θεότη.

Σ’ εσέ θωρώ την πρώτη μας θρησκεία,
κι εμπρός σ’ εσέ με μάτι δακρυσμένο,
την καταδίκη βλέπω του Φειδία.

Κι αν ο στρατός στο μνήμα επάνω μένει,
είν’ το σημείο του νικητή στημένο
σε μια χρυσή θεότη νικημένη.


ΤΑ  ΦΤΕΡΑ  ΜΟΥ
Πολλές  φόρες από το νου περνάει
σαν αστραπή μία λάμψη αφ’ το θεό μου,
κι  η ψυχή  μου  να  γράφω  πιθυμάει
κλεισμένος  στο  μικρό  δωμάτιο  μου.

Όταν  ακούω  στη  θύρα να χτυπάει
ο   Άγγελος, το τέκνο το γλυκό  μου,
κι οπίσω του συρτά ν’ ακολουθάει
το τρίτο το παιδί τ’ αγαπητό  μου.

Ανοίγω  και  τα  σφίγγω  στην  αγκάλη,
τα  σηκώνω  στα  χέρια  μου με μια
και  τα  φιλώ  στ’ ολόξανθο  κεφάλι.

Κι  αυτά  τα δυο  γλυκύτατα παιδιά μου
ενώ  μ’ ευφραίνουν μέσα την καρδιά,
είναι τα δυο φτερά στη φαντασιά μου.


[Δεν έχει πλια φτερά στην ωμοπλάτη]
Δεν έχει πλια φτερά στην ωμοπλάτη,
η  σκέψη του δεν είναι φτερωτή
γη  και  ουρανό  τ’ ολόφλογο το μάτι
ν’  αγκαλιάσει  πλια  τώρα δεν μπορεί

Ξανοίγει  της  ζωής τη μαύρη απάτη
και  με γειρτό  κεφάλι  προχωρεί,
η  φαντασιά κόσμους  χρυσούς δεν πλάττει
και  κεραυνό  στο χέρι του κρατεί.

Με  μύρια  πάθη  μέσα  στην  καρδιά  του,
στη  σκέψη του είναι  ξένος ο ουρανός
και  χάνεται  στα  βάθη  η  φαντασιά  του.

Κι ενώ  μένει  βουβός και  σκεφτικός,
να  υψώνεται κοιτάζει ολόγυρα  του
μονάχα  του  σιγάρου  του  ο  καπνός.

[Αν οι θεοί τ’ Ολύμπου μόνο ζούνε]
Αν οι θεοί τ’ Ολύμπου μόνο ζούνε
στη μαγική του τραγουδιού αρμονία
και αφ’ τον αιθέρα πλια δεν κυβερνούνε
τον ήλιο και τ’ αδάμαστα στοιχεία.

Αν χοροί  στους ναούς δεν αντηχούνε,
αν δεν καπνίζει η άφθονη θυσία,
όμως στον κόσμο ακόμη κατοικούνε
τα πλάσματα τα αιώνια του Φειδία.

Κι εγώ πολίτης κόσμου παναρχαίου,
τ’ αγνό είδωλό μου να λατρεύω ξέρω
και να ’μαι δούλος πάντοτε τ’ ωραίου.

Κι αν τρέχω στο ναό σου, αρχαία θεά μου,
εκατόμβη δεν έχω να προσφέρω,
μα θα θυσιάσω εμπρός σου την καρδιά μου. 


ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΘΑΜΕΝΗ
Αδάκρυτο το σώμα σου πηγαίνει
στη σκοτεινή κι αιώνια κατοικιά του,
και σαν τον κλέφτη γλήγορα διαβαίνει
κι όλο αντηχεί το γέλιο ολόγυρά του.

Δεν έρχεται κανείς, δυστυχισμένη,
που σε βλέπει στο στρώμα του θανάτου∙
και το ρόδο στη λάσπη μέσα μένει
όταν πάρει κανείς την ευωδιά του.

Εφύγανε από σε τα τόσ’ ασκέρια
πού κλειούσες με ντροπή στην αγκαλιά σου
κι ήταν για σε φαρμακερά μαχαίρια∙

αλλ’  Εκείνος που απόφυγε ή καρδιά σου,
κι όπου ποτέ δεν τ’ άπλωσες τα χέρια,
έρχεται τώρα ως μόνη συντροφιά σου.


[Μου λες πως ζω στο μολυσμένο χώμα]
Μου λες πως ζω στο μολυσμένο χώμα
και δε μπορώ ν’ ανοίξω τα φτερά μου
να ψάλει αγάπες θεϊκές το στόμα
κι αγνούς παλμούς ν’ ακούσω στην καρδιά μου.

Όσο φθάνει τ’ αφράτο σου το σώμα
τόσο μπορεί να φθάσει ή φαντασιά μου∙
στην ύλη ζω και μες στη λάσπη ακόμα
κι εσέ ποθώ να κλειώ στην αγκαλιά μου.

Τού κορμιού σου τη ρόδινη ατμοσφαίρα
δεν πιθυμώ καθόλου να περάσω,
θέλω να ζω στο μυρωμένο αέρα∙

κι αν τώρα που μπορώ να σ’ αγκαλιάσω,
γένεις ψηλή και φθάσεις τον αιθέρα,
θα ιδείς φτερά πως έχω να σε φθάσω.


[Την προσωπίδα βάλε, αγνή παρθένα]
Την προσωπίδα βάλε, αγνή παρθένα,
κι έλα μ’ εμέ να τρέξουμε ενωμένοι,
να γευθούνε τα στήθη τα θλιμμένα
την ηδονή μες στο κρασί κρυμμένη.

Με πρόσωπο, με χείλη φλογισμένα,
ας χωρέσουμε μέσα αγκαλιασμένοι,
όπου ξεσπά από σώματα αφρισμένα
ό,τι βαστά την άπειρη οικουμένη.

Μες στην τρελή χαρά μαζί μου τρέξε,
άνοιξε στα φιλιά κι εσύ το στόμα
και μ’ ίδρωτα ηδονής το σώμα βρέξε.

Μες στου ματιού το φως που αγάλι σβένει
και στου προσώπου το χλομό το χρώμα,
την αρετή χαιρέτα που πεθαίνει.
   


ΒΕΒΗΛΟ
Ποιαν άβυσσο στα μαύρα σωθικά μου
ο δόλιος κλειώ συ, κόρη μου, δεν ξέρεις,
μονάχ’ ακούς τα τόσα βάσανά μου
και με κοιτάς με πόνο κι υποφέρεις.

Πότε ποθώ να σε θωρώ μπροστά μου
της κόλασης τις φλόγες να μου φέρεις,
να δαιμονίσεις μέσα την καρδιά μου
και ντροπιασμένα λόγια να προφέρεις.

Πότε σ’ εμέ τον ουρανό ν’ ανοίξεις
κι αυτό το βάρος της ζωής που ζούμε
πώς να βαστάξω, μόνη να μου δείξεις.

Και πότε στην αγκάλη να με κλείσεις
μαζί μ’ εσέ στη λάσπη να κυλιούμαι,
να με πατείς και να μ’ εξευτελίσεις.


[Γλυκιά μου νύχτα, εσύ στο λογισμό μου]
Γλυκιά μου νύχτα, εσύ στο λογισμό μου
δίνεις φτερά κι όλο πετάει να φύγει∙
το σκότος σου δεν κρύβει το θεό μου
και στη χαρά το αχείλι αγάλι ανοίγει.

Αν σκότος πλημμυρεί τον οφθαλμό μου,
το δάκρυ μου κανένας δεν ξανοίγει,
κι όποιος ζητεί να ιδεί το θάνατό μου
μ’ αφήνει να αισθανθώ άνεση λίγη.

Από μικρός σ’ αγάπησα. Συ μόνη,
στην τρομερή του κόσμου ανεμοζάλη,
έκανες την ψυχή μου να ημερώνει.

Πάντα ποθώ την ήσυχή σου αγκάλη,
και, μέσα στο σκοτάδι που με ζώνει,
ακαρτερώ τη νύχτα τη μεγάλη.



ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ
Μύριες ευχές στον άπλαστον πατέρα
κι απ’ άνθη μύριες στέρνουμε ευωδιές,
μα θωρούμε με τρόμο τον αιθέρα
ν’ απαντά με βροντές και μ’ αστραπές.

Θωρούμε νεκρωμένοι την ημέρα
και περνούμε τρισκότεινες νυχτιές,
η θάλασσα μουγκρίζει με φοβέρα
κι έχει φριχτές αγκάλες ανοιχτές.

Τούτο το χώμα μ’ άνθη στολισμένο,
ωσάν θεριό μουγκρίζει τρομερά
και σαν λιοντάρι σειέται μανιωμένο.

Κι ενώ τρόμο και θάνατο σκορπά,
κοιτάζουμε με πρόσωπο σβημμένο
αυτή τη φύση πάντα να γελά.


ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ
Τον έπαινο του κόσμου δε ζητούμε,
δε γράφουμε για δόξα περιττή,
μέσα στα στήθη μαύρα ηφαίστεια κλειούμε
και στη φωνή μας σειέται, ανάφτει η γη.

Στ’ αγκάθια ματωμένοι περπατούμε∙
δάση, βουνά περνούμε στη στιγμή∙
να πλάσουμε νέον κόσμο επιθυμούμε,
γιατί εδώ ζούνε αχάριστοι, δειλοί.

Στη λύπη μας κανένας δε δακρύζει
και δεν ξέρουν τι κλειούμε στην καρδιά∙
τις πληγές μας μονάχα η γη γνωρίζει.

Μεγάλοι βασιλείς στη δυστυχιά,
τη λύπη που σκληρά μας βασανίζει
κάνουμε ευθύς αχτίδες να σκορπά.



ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΝΟΥΣ
Γράψε, η καρδιά παντοτινά φωνάζει,
για τη γλυκιά του κόσμου ελευτερία∙
γη κι ουρανό η ψυχή μας αγκαλιάζει,
όταν αγάπη αισθάνεται η καρδία.

Κοίταξε αυτή τη χτίση π’ ευωδιάζει
και ψιθυρίζει αγάπη κι αρμονία,
πόση ευτυχιά στον άνθρωπο ετοιμάζει
κι αθανασία, φωνάζει, αθανασία.

Κι όταν θελήσω ο δύστυχος να γράψω,
μέσα η καρδιά στα στήθη λαχταρίζει
κι από θυμό κι από ντροπή θα κλάψω.

Το μάτι μου γυρίζω αγριεμένο,
κι αφ’ τα χαρτιά που η σκέψη μου στολίζει,
όχι ζωή, μα θάνατο προσμένω.


[Συχνά τη νύχτα μόνος μου πηγαίνω]
Συχνά τη νύχτα μόνος μου πηγαίνω,
ανάπαυση γυρεύοντας στα στήθια,
στην άφωνη ερημιά. Με δακρυσμένο
μάτι ζητώ στους πόνους μου βοήθεια.

Μες στο σκοτάδι ζω και δεν προσμένω
κανένα φως. Η παγωμένη αλήθεια
μόχει το στήθος βαθιά πληγωμένο
που αγκάλιαζε χιλιάδες παραμύθια.

Κανένα αφ’ τα φαντάσματα προβαίνει
της πρώτης μου χαράς που τόση λάβρα
μου χύναν στην ψυχή, και άλλο δε μένει

να συλλογιούμαι μες στη μοναξιά,
παρά δυο μάτια σαν τη νύχτα μαύρα
και να βογγά σαν το θεριό η καρδιά.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Lucernae fictiles, vol. 1, 1739

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

Μητρόδωρος ο Επικούρειος, απόσπασμα από την πραγματεία κατά των διαλεκτικών

Ο P.Herc. 255 μαζί με μια σειρά από άλλα παπυρικά αποσπάσματα από το Herculaneum (418, 1084, 1091, 1112  και ίσως 390, 456, 1103, 1108 -μέσα του 3ου αιώνα π.Χ.) μοιάζουν να αποτελούν μέρος μιας επικούρειου τύπου κριτικής εναντίον άλλων φιλοσόφων. Στα χωρία εμφανίζονται τα ονόματα του Πλάτωνα, του Στίλπωνος, του Επίκουρου και του Πολύαινου. Αποδίδονται στον Μητρόδωρο τον Λαμψακηνό και στην πραγματεία του Προς τους διαλεκτικούς (Διόγ. Λαέρτ. 10.24), αφού ένα από αυτά το παραθέτει ο Πλούταρχος (1125b) ακριβώς με το όνομα του Μητρόδωρου. Το χωρίο που μεταφράζεται παρακάτω, το μόνο σχετικά ακέραιο, σχολιάζει την πρόοδο της πρώιμης ανθρωπότητας στην ανακάλυψη νέων ιδεών και νόμων. Σχολιάζει ειρωνικά την υποτιθέμενη «αθανασία» των ευρετών αυτών των ιδεών, οι οποίοι όχι μόνο την επικαλέστηκαν για τον εαυτό τους, αλλά είχαν ως συνεργάτες και τους μυθολόγους, μια άποψη που πηγαίνει πίσω ως τον Πρόδικο και υιοθετήθηκε και από τον Στωικό Περσαίο. Το χωρίο μοιάζει να συζητά την αντι-πλατωνική αντί…